
Τρίτη, 7 Απρίλιος 2009
Κυριακή, 5 Απρίλιος 2009
εισαγωγή
Πήρες την ηλακάτη ενός αξόδευτου φιλιού
Λάμα και σπάργανο Εσύ της τερακότας
Με μήλο Αμίλητο έγνεφες
Της στέρνας το τρίκλωνο μπρούσκο χάδι
Ανάριο το μεσοφόρι σου φυλάκιζε
Μύρτιλους φιλήδονους ουρανίσκους
Κισσούς της γεωμετρημένης αρμύρας
Πρωτάδερφα ένπτερα μάτια υγρής
κληματίδας
Αυτοκρατόρισσα φωτιά, ρηχό λαγήνι
Δίψα κι οργή του Κόκκινου
Τριζάτη Πασχαλίτσα σε χείλη αμούστακο
Ξόδεψε βήμα σταθερό
Μέθυσε ασπάλαθο όνειρο, έλα!
-Μπρούσκο σε στέρνα ολόγιομη-
Ζύγωσε Ώρα άμωμη στου ήλιου τα ρυάκια
Στην ηλακάτη σου φτερουγίζει
Ο ταφικός ύμνος απ την άδεια χορδή
Της κληματίδας
Λάμα και σπάργανο Εσύ της τερακότας
Με μήλο Αμίλητο έγνεφες
Της στέρνας το τρίκλωνο μπρούσκο χάδι
Ανάριο το μεσοφόρι σου φυλάκιζε
Μύρτιλους φιλήδονους ουρανίσκους
Κισσούς της γεωμετρημένης αρμύρας
Πρωτάδερφα ένπτερα μάτια υγρής
κληματίδας
Αυτοκρατόρισσα φωτιά, ρηχό λαγήνι
Δίψα κι οργή του Κόκκινου
Τριζάτη Πασχαλίτσα σε χείλη αμούστακο
Ξόδεψε βήμα σταθερό
Μέθυσε ασπάλαθο όνειρο, έλα!
-Μπρούσκο σε στέρνα ολόγιομη-
Ζύγωσε Ώρα άμωμη στου ήλιου τα ρυάκια
Στην ηλακάτη σου φτερουγίζει
Ο ταφικός ύμνος απ την άδεια χορδή
Της κληματίδας
Κυριακή, 15 Μάρτιος 2009
αλισάχνη

Αδημονώ το άσπρο της καταιγίδας
Αυτό που το μάτι δεν διαπερνά
Κι ούτε νοιάζεται
Καθαγιάζει την έκρηξη
Αρχιερέας ψαλμών σε λάμπα θυέλλης
Δεν δίνει ένα μερτικό από την τέχνη του
Περιγελά τους ηλίανθους
Εγώ απλά τους περιθάλπω
Σε θαλάμους πρώτων βοηθειών
Αγόρασα μια ομπρέλα -χαλκόχρυση λάβα-
Έργο Ζωής ενός αποθανόντος ποιητή
Στο μνήμα του πάνω δρασκελεύει
Γαλήνια πανσπερμία Ζωής.
Χρειάζομαι επειγόντως μια ομπρελοθήκη
Ένα λιόδεντρο να φυτέψω
Ξέχειλα τα μάτια ξερνούν
Την πράσινη καραβίσια λαδομπογιά
Ζωγράφοι, ραγιάδες
Ακόντια σιωπής εκτοξεύουν
Στη μικρή πεταλούδα Αλισάχνη το όνομά της
Γυμνή χορεύει στη λευκή βροχή των βράχων
Αντάμα μοναχικοί ποιητές
Αναμειγνύουν τα βράδια Μητρικό χρώμα
Στο κεραμίδι του στέγαστρου
Ο πυρήνας της ελαιογραφίας πολύχρωμα
Μεταβάλλεται
Στις βραγιές του υπεδάφους
Ανάτροπα μάτια ροκανίζουν τις σκιές μου
….Και τα δάση με τους ηλίανθους;
Παρασκευή, 30 Ιανουάριος 2009
θανάτου βελόνα

Άλικη η κουβέρτα
Ήπιες το θάνατο σε μια βελόνα
Πήρες χαρτί, έφτιαξες ένα καραβάκι
Η Κουβέρτα..
Ταξίδεψες σε μάλλινους πόντους
Ανάδελφα φύλα
Μια επιδιόρθωση πόντο το πόντο
Θανάτου βελόνα
Το κύμα να σε εκπορθεί
Ζωή και πόντος
Ανούσια φυγή
Εδώ είμαι, κατάρτι κοίλο
Ασπαίρουσα ζήση
Εδώ είμαι
Σε καταργώ!
Ήπιες το θάνατο σε μια βελόνα
Ταξίδεψες
Καραβοκύρης
Τριβή στις όχθες της σελήνης
Μαύρη η Κουβέρτα αποικιακή
Γιατί ολισθαίνεις;
Γλάρος ματίζει τη πλώρη μας
Ψαλίδισμα...στου ταξιδιού τα κρέπια
Τετάρτη, 21 Ιανουάριος 2009
ανεπίδοτο
Βύσσινο σάρκα τραγανό πυρήνα αμάρτησα
Πουλιά της θύελλας μια δέση η ζωή μια πλάνη
Γυμνά πορφυρογέννητα Κορίτσια καλής ελπίδας
Δώστε τα χέρια
Συναχτείτε
Ψιχαλίζει απόψε στους Βυσσινόκηπους
«Άναμμα αλλότριας μέθης
Αρωμάτων συνάθροιση»
Βούλιαξε αφιονισμένο το σκούρο πέπλο της λάμιας
Xορός και πετροπόλεμος μες τις οπλές του Άδη
Πουλιά της θύελλας μια δέση η ζωή μια πλάνη
Πλέξτε καλάθια ποταμού με μίτους της φυκιάδας
Ψιχαλίζει απόψε στους Βυσσινόκηπους
Τροχήλατα δάκρυα γύρης σε λακκάκια άγουρα
Νέκταρ στο νύχι του αετού
Φυγόδικος
Απένδυτος
Ο Έρωτας...
Πουλιά της θύελλας μια δέση η ζωή μια πλάνη
Γυμνά πορφυρογέννητα Κορίτσια καλής ελπίδας
Δώστε τα χέρια
Συναχτείτε
Ψιχαλίζει απόψε στους Βυσσινόκηπους
«Άναμμα αλλότριας μέθης
Αρωμάτων συνάθροιση»
Βούλιαξε αφιονισμένο το σκούρο πέπλο της λάμιας
Xορός και πετροπόλεμος μες τις οπλές του Άδη
Πουλιά της θύελλας μια δέση η ζωή μια πλάνη
Πλέξτε καλάθια ποταμού με μίτους της φυκιάδας
Ψιχαλίζει απόψε στους Βυσσινόκηπους
Τροχήλατα δάκρυα γύρης σε λακκάκια άγουρα
Νέκταρ στο νύχι του αετού
Φυγόδικος
Απένδυτος
Ο Έρωτας...
Κυριακή, 11 Ιανουάριος 2009
μετράω προς τα μέσα
«Μη σκοτίζεις του ουρανού τη ρότα
Κωπηλατούν τα σύννεφα για σένα»
Κόκκινη ανεμώνα λευκή αλκυόνα του Γενάρη
Στο στάδιο στο υδραγωγείο στο θέατρο
Μια ανηφόρα το κόστος της αγκάλης
Επικλινής η κάμινος κι η κόρη του μουσείου
Βοτάνιζε της θημωνιάς βοστρύχους
Απαρχή του τετραγώνου το άσπρο της καταιγίδας
Κόκκινη ανεμώνα λευκή αλκυόνα του Γενάρη
Το χρόνο το μετρούσες προς τα μέσα
Ελλειπτικοί δακτύλιοι Φλαμουριάς
Δευτερόλεπτα κλειδωμένα στο μάτι της κλεψύδρας
Υπέταξες το δώδεκα αμαρτωλή η περόνη
Δώδεκα στόμια πηγές το στόχο για να χάνεις
Δώδεκα μάγουλα ροδιάς πιάστηκαν στην απόχη
Έλα στην πάνω θάλασσα σου φύλαξα ένα σπίτι
Αβρό χωνάκι βρεφικό στου γαλαξία το κύμα
Άκου φωνή
Μετράω προς τα μέσα!
Κωπηλατούν τα σύννεφα για σένα»
Κόκκινη ανεμώνα λευκή αλκυόνα του Γενάρη
Στο στάδιο στο υδραγωγείο στο θέατρο
Μια ανηφόρα το κόστος της αγκάλης
Επικλινής η κάμινος κι η κόρη του μουσείου
Βοτάνιζε της θημωνιάς βοστρύχους
Απαρχή του τετραγώνου το άσπρο της καταιγίδας
Κόκκινη ανεμώνα λευκή αλκυόνα του Γενάρη
Το χρόνο το μετρούσες προς τα μέσα
Ελλειπτικοί δακτύλιοι Φλαμουριάς
Δευτερόλεπτα κλειδωμένα στο μάτι της κλεψύδρας
Υπέταξες το δώδεκα αμαρτωλή η περόνη
Δώδεκα στόμια πηγές το στόχο για να χάνεις
Δώδεκα μάγουλα ροδιάς πιάστηκαν στην απόχη
Έλα στην πάνω θάλασσα σου φύλαξα ένα σπίτι
Αβρό χωνάκι βρεφικό στου γαλαξία το κύμα
Άκου φωνή
Μετράω προς τα μέσα!
Τρίτη, 30 Δεκέμβριος 2008
μοντάζ φαντασίας
Όταν ξυπνώ στον εξώκοσμο
Γράφω όνειρα στην αριστερή παλάμη
Με κάρβουνο ημιθανή αμαρτωλού λιθολόγου
Ζευγολάτης έκδρομος της Καλντέρας
Τις αμφικτιονίες της στίξης συνάσσω
Επί έτη δεκαπέντε αφόρισα
Δυο τρείς εσώκοσμους εφιάλτες
Χαρίστηκα στο ρόδι απλά!
Σφριγηλός ο κόσμος, μια φλούδα αλάτι
Ανυπερθέτως σέρνω αντικριστά
Τη καρέκλα της γονικής παροικίας
Αλλάζω την ψάθα, ψεκάζω με βερνίκι
Τα ίχνη μη σβήσουν
Εκεί θα καθίσει, ξέρεις
Το σκουλικάκι του Μιρό
Σφράγισε τα μάτια, μοντάζ φαντασίας
(2028, Ορίστηκε ο θρόνος)
Εγώ με ένα κάρβουνο – αφή
Τσιμπάω τη ζωή στο μάγουλο
Γέμισε η παλάμη μου, πονάνε οι αρθρώσεις
Ως το καρπό μαρτυρά το αυλάκι!
Νεότητα, βλαστήμια κι αντιγραφή
Παράνομο σκούρο μάτι με αλυσίδες
Οι ένοχές του ιεροδιδάσκαλου
Στα εξώκοσμα όνειρα της ιστορίας
Σε εποπτεύουν
«Ο βράχος της Σελινίτσας με την ώριμη ελιά
Αριστερή στροφή, λάμψεις δυνητικές
Στο φάρο του Γυθείου, τηλέγραφος μοιρολόι
Στο πλατύσκαλο»
Μάη εσύ, γητευτή
Με τις χρυσές εξωμήτριες ωοθήκες
Ηλιοκοιτίδα του σώματος
Στήσε στο κύμα ορυχεία
Ατελή τα έμβρυα μέλη, ρύμη πενθούν
Μην αναληφθείς…
Στα χείλη της κυρά – Πηνελόπης
Ταρίχευσα έναν παλμό
Μια μονογραφή εξώκοσμη
Κι η σελίδα του ονείρου
Γαρνιτούρα κορυδαλλών
Άλλαξε πλευρό
Τι μηχανεύεσαι, τελειώνει το κάρβουνο!
«2028»
Γράφω όνειρα στην αριστερή παλάμη
Με κάρβουνο ημιθανή αμαρτωλού λιθολόγου
Ζευγολάτης έκδρομος της Καλντέρας
Τις αμφικτιονίες της στίξης συνάσσω
Επί έτη δεκαπέντε αφόρισα
Δυο τρείς εσώκοσμους εφιάλτες
Χαρίστηκα στο ρόδι απλά!
Σφριγηλός ο κόσμος, μια φλούδα αλάτι
Ανυπερθέτως σέρνω αντικριστά
Τη καρέκλα της γονικής παροικίας
Αλλάζω την ψάθα, ψεκάζω με βερνίκι
Τα ίχνη μη σβήσουν
Εκεί θα καθίσει, ξέρεις
Το σκουλικάκι του Μιρό
Σφράγισε τα μάτια, μοντάζ φαντασίας
(2028, Ορίστηκε ο θρόνος)
Εγώ με ένα κάρβουνο – αφή
Τσιμπάω τη ζωή στο μάγουλο
Γέμισε η παλάμη μου, πονάνε οι αρθρώσεις
Ως το καρπό μαρτυρά το αυλάκι!
Νεότητα, βλαστήμια κι αντιγραφή
Παράνομο σκούρο μάτι με αλυσίδες
Οι ένοχές του ιεροδιδάσκαλου
Στα εξώκοσμα όνειρα της ιστορίας
Σε εποπτεύουν
«Ο βράχος της Σελινίτσας με την ώριμη ελιά
Αριστερή στροφή, λάμψεις δυνητικές
Στο φάρο του Γυθείου, τηλέγραφος μοιρολόι
Στο πλατύσκαλο»
Μάη εσύ, γητευτή
Με τις χρυσές εξωμήτριες ωοθήκες
Ηλιοκοιτίδα του σώματος
Στήσε στο κύμα ορυχεία
Ατελή τα έμβρυα μέλη, ρύμη πενθούν
Μην αναληφθείς…
Στα χείλη της κυρά – Πηνελόπης
Ταρίχευσα έναν παλμό
Μια μονογραφή εξώκοσμη
Κι η σελίδα του ονείρου
Γαρνιτούρα κορυδαλλών
Άλλαξε πλευρό
Τι μηχανεύεσαι, τελειώνει το κάρβουνο!
«2028»
Παρασκευή, 26 Δεκέμβριος 2008
μυστικό (αδόκιμο)
Παρασκευή, 19 Δεκέμβριος 2008
οι λέξεις (αδόκιμο)
Οι λέξεις εισβάλουν
Με υπεραστική κλήση φωτός
-Ερύθημα περικάρδιας ανάσας-
Αναφλέγουν την φραγή της μνήμης
Νοτίζουν τα σεντόνια
Αμπούλες υδροκυάνιο
Εκπλήττουν τα μικρά όνειρα των νόστων
Ασελγούν σε ασπρόρουχα ένοχα
Αλίμενων τραγουδιών
Εφεδρεύουν παγωμένες
Βαμβακερές πλάτρες...
Πρωτόπλαστοι ήχοι, πριονίδι θανάτου
Κοινωνούν στο δισκοπότηρο της λεβάντας
Ζυγώνουν αυχένες αδόκιμων βουνών
Προσευχές στέλνουν με ταχυδρομικούς σάκους
Φεύγουν οι λέξεις, με αντήλιο τη παλάμη
Μοχθούν, επανέρχονται
Πηλός μας, λέξη μας!
Ανάσα μας, κλάμα
Ψευδίζουν οι λέξεις
Aνέφελα ταξίδια στις χώρες του ρω
Αναπείθουν
Ανασκιρτούν
Ωριμάζουν
Πλανεύουν
Αγριμοπούλια οι λέξεις
Θεό Προμηθέα, εμβαπτίζονται έρωτα
Ατσαλώνονται
Δρόμος μας, λέξη μας!
Στερεύουν μελανοδοχεία
Αυστηρά τα πινέλα
Ο λόγος του Μακρυγιάννη
Μαντήλι δεμένο στο λαιμό
Αγώνας!
Άγιες οι λέξεις , δυνατές
Τροχίζουν το χιόνι στα αλώνια
Φεύγουν οι λέξεις, εφορμούν
Ιδρωμένα φωνήεντα
"δεν θα περάσει"
Σχήμα μας, λέξη μας!
Σωπαίνουν, στοχάζονται
Ζυγίζουν τον άνεμο, γραφές σιλικόνης
Ηφαίστεια προσαρτούν, πολλαπλασιάζονται
Αιμοπετάλια στο ρύγχος του ψαριού
Γράφουν οργή στα αμπέλια της θάλασσας
Αδύναμα, νευρώδη τα σύμφωνα
Επινοικιάζουν δωμάτια στο μέλλον
τετράπολις μνεία, δεν σιωπαίνουν
Μνήμη μας, λέξη μας!
Με υπεραστική κλήση φωτός
-Ερύθημα περικάρδιας ανάσας-
Αναφλέγουν την φραγή της μνήμης
Νοτίζουν τα σεντόνια
Αμπούλες υδροκυάνιο
Εκπλήττουν τα μικρά όνειρα των νόστων
Ασελγούν σε ασπρόρουχα ένοχα
Αλίμενων τραγουδιών
Εφεδρεύουν παγωμένες
Βαμβακερές πλάτρες...
Πρωτόπλαστοι ήχοι, πριονίδι θανάτου
Κοινωνούν στο δισκοπότηρο της λεβάντας
Ζυγώνουν αυχένες αδόκιμων βουνών
Προσευχές στέλνουν με ταχυδρομικούς σάκους
Φεύγουν οι λέξεις, με αντήλιο τη παλάμη
Μοχθούν, επανέρχονται
Πηλός μας, λέξη μας!
Ανάσα μας, κλάμα
Ψευδίζουν οι λέξεις
Aνέφελα ταξίδια στις χώρες του ρω
Αναπείθουν
Ανασκιρτούν
Ωριμάζουν
Πλανεύουν
Αγριμοπούλια οι λέξεις
Θεό Προμηθέα, εμβαπτίζονται έρωτα
Ατσαλώνονται
Δρόμος μας, λέξη μας!
Στερεύουν μελανοδοχεία
Αυστηρά τα πινέλα
Ο λόγος του Μακρυγιάννη
Μαντήλι δεμένο στο λαιμό
Αγώνας!
Άγιες οι λέξεις , δυνατές
Τροχίζουν το χιόνι στα αλώνια
Φεύγουν οι λέξεις, εφορμούν
Ιδρωμένα φωνήεντα
"δεν θα περάσει"
Σχήμα μας, λέξη μας!
Σωπαίνουν, στοχάζονται
Ζυγίζουν τον άνεμο, γραφές σιλικόνης
Ηφαίστεια προσαρτούν, πολλαπλασιάζονται
Αιμοπετάλια στο ρύγχος του ψαριού
Γράφουν οργή στα αμπέλια της θάλασσας
Αδύναμα, νευρώδη τα σύμφωνα
Επινοικιάζουν δωμάτια στο μέλλον
τετράπολις μνεία, δεν σιωπαίνουν
Μνήμη μας, λέξη μας!
Κυριακή, 23 Νοέμβριος 2008
το ανάθημα της ίριδας
Τράβηξες την κουρτίνα
Κρύος ο επίδεσμος
Λιάνιζε φως σε
Μπρούντζινα βλέμματα
Ήλιος παραγκωνισμένος
Επιστήθιο ανάθημα
Σε αχινού πράσινο πανέρι
Δεν ζητούσες χάρη!
Φώτα σε προκαλούσαν
Πορτοκαλόχρουν δωμάτιο
Κι η οροφή υπεδάφιος
Χάλκινος υδροσωλήνας
Ανέβαζε πηγάδια υγρά
Λιμνίσια τα στοιχειά
φοβάσαι;
Απέθεσες σπόρους
Τραγανούς λαγόνες
Καλωσόρισμα ασίμωτο
Στα εγερμένα νούφαρα
Συσπάται ο ουρανός
Σε αποκρούει
Γεράκι του κυκλώνα
Ψηλά κράτα τις ναϊάδες
Στιλέτα νανουρίζουν
Περιττά τα λόγια
Ανακλώμενες ριπές κρανίου
Γραμμώσεις ανοιχτής καρδιάς
Κι αορτή πληβεία-πόρνη
Σε θαλάμι αποστειρωμένο
Ίσως γι αυτό
Να αμέλησες να βγεις
Στον κόσμο
Η κουρτίνα παραφυλά
Σε φινιστρίνι υπονόμου
Βάψε το κάγκελο
Αύριο αφαιρείς τον επίδεσμο
Κόκκινο λοφίο σημάδεψα
Κυματισμός της ίριδας
Τα χείλη σου
Σε αγαπώ
.... Μόνο
Κρύος ο επίδεσμος
Λιάνιζε φως σε
Μπρούντζινα βλέμματα
Ήλιος παραγκωνισμένος
Επιστήθιο ανάθημα
Σε αχινού πράσινο πανέρι
Δεν ζητούσες χάρη!
Φώτα σε προκαλούσαν
Πορτοκαλόχρουν δωμάτιο
Κι η οροφή υπεδάφιος
Χάλκινος υδροσωλήνας
Ανέβαζε πηγάδια υγρά
Λιμνίσια τα στοιχειά
φοβάσαι;
Απέθεσες σπόρους
Τραγανούς λαγόνες
Καλωσόρισμα ασίμωτο
Στα εγερμένα νούφαρα
Συσπάται ο ουρανός
Σε αποκρούει
Γεράκι του κυκλώνα
Ψηλά κράτα τις ναϊάδες
Στιλέτα νανουρίζουν
Περιττά τα λόγια
Ανακλώμενες ριπές κρανίου
Γραμμώσεις ανοιχτής καρδιάς
Κι αορτή πληβεία-πόρνη
Σε θαλάμι αποστειρωμένο
Ίσως γι αυτό
Να αμέλησες να βγεις
Στον κόσμο
Η κουρτίνα παραφυλά
Σε φινιστρίνι υπονόμου
Βάψε το κάγκελο
Αύριο αφαιρείς τον επίδεσμο
Κόκκινο λοφίο σημάδεψα
Κυματισμός της ίριδας
Τα χείλη σου
Σε αγαπώ
.... Μόνο
Παρασκευή, 14 Νοέμβριος 2008
ραγισμένη μνήμη
"Απ τη παιδική μου ηλικία δεν κράτησα τίποτα άλλο
Εκτός από μια διχάλα λαστιχένια που με αυτή σημάδευα
Πότε-πότε τη φωλιά των έγχρωμων Κυριακών"
(Σύνθημα σε τοίχο Ανώνυμης πολιτείας του Νοέμβρη)
Ένα απόγευμα ακολούθησα βουβά
Τις ταξιαρχίες των βημάτων σου
Σε ένα παγοδρόμιο νοσταλγίας
Κατέβηκα στην πόλη
Είχε βρέξει ομίχλη
Σοφές τουλίπες οπάλιων χρωμάτων
Κι ανακόλουθων σχεδιασμών
"Αγαπώ τα άφατα σχέδια
Κυκλώνουν μοναδικά το ύστατο
Βαλς της δωρικής γάμπας"
Κρύα η πόλη, άδεια
Ένα παγκάκι υπόσκαπτο
Απαγκιάζε τον αχό από το τουφεκίδι
Των άδειων τακουνιών
Ολόζεστο από φιλιά, χνώτα της φθίσης
Ανήλικες ονειρώξεις, σπάταλες
Κορμιά ανέραστα βουλιαγμένα
Σε ηλιοτρόπια μοναξιάς
Η ώρα του ραντεβού, πλησιάζει!
(Ψηλώνουν οι "βασιλείς" στο λιμάνι)
Παράμερα μια ανθοδέσμη κυρτή, χωρίς αποδέκτη
Ένα παγκάκι υπόσκαπτο
Αντίμαχη εγγραφή, πληγή στον κίονα
Χαράξεις φλεβωτές, υπενθυμίσεις
-Φυλλόρροια μιας απατημένης γλώσσας-
Να διαβάζεις τη γραφή της Ιστορίας
"Θα σε αγαπώ παντοτινά
Αλφα και Βήτα, ένα καράβι με το μάτι της Αργώς
Κοπίδι ο όφις στη σκισμή που τρέμει!"
Αγάπες εκδρομικές, υγρό αντιδάνειο
Μιας αιώνιας οδύνης
Η Πολυξένη με το ομπρελίνο
Κι ο Πρίγκηπας;
Ξέχασε...το κουτάκι
Κόκκινα τα γοβάκια, αξόδευτα
Είχε βρέξει ομίχλη,
Αλφα και Βήτα
Πουθενά το Ωμέγα της σοφής τουλίπας
Υπόσκαπτο το παγκάκι κι η πόλη συνήθης
Ξύλινα καλαπόδια δοκίμαζαν γοβάκια
Κρύες οι βιτρίνες, λουκέτα αλουμινίου
Γδαρμένα τζάμια από αλαβάστρινες
Χτένες μολυβένιων δεσποινίδων
Κατέβηκα στην πόλη, απόγευμα
Το λάθος της υγρής ασφάλτου
Να κομπιάζει στο λαιμό οργής οράματα
Νανοφυείς υπάρξεις ολόγυρα έπλεκαν κελιά
Με διαζώματα και διαχωριστικές λωρίδες
Ερπύστριες έσερναν πέταλα και κλακέτες
Ένας πλανόδιος θαυματοποιός
Ο μόνος συνταξιδιώτης μου
Άνοιξε τη παλέτα του με το αρχαίο αστέρι
Λαστιχένιες διχάλες
Τίποτα άλλο...
Και μια σβούρα τεράστια στη χούφτα του
Να αναμαλλιάζει τη μελωδία
Της Θεάς Πάχνης
Στοιχημάτισα!
"Απ τη παιδική μου ηλικία δεν κράτησα τίποτα άλλο
Εκτός από μια διχάλα λαστιχένια που σημάδευα
Πότε-πότε την καρδιά των έγχρωμων Κυριακών"
(Σύνθημα σε τοίχο;)
Ναι!
Δεκαεφτά διχάλες στα χέρια μου
Σημάδευαν υπόσκαπτες μυθικές
Αφίσες παιδικών διαδηλώσεων
Αναρτήθηκε το λάβαρο
Ξημερώνει!
στα παιδιά που σίγησαν
Εκτός από μια διχάλα λαστιχένια που με αυτή σημάδευα
Πότε-πότε τη φωλιά των έγχρωμων Κυριακών"
(Σύνθημα σε τοίχο Ανώνυμης πολιτείας του Νοέμβρη)
Ένα απόγευμα ακολούθησα βουβά
Τις ταξιαρχίες των βημάτων σου
Σε ένα παγοδρόμιο νοσταλγίας
Κατέβηκα στην πόλη
Είχε βρέξει ομίχλη
Σοφές τουλίπες οπάλιων χρωμάτων
Κι ανακόλουθων σχεδιασμών
"Αγαπώ τα άφατα σχέδια
Κυκλώνουν μοναδικά το ύστατο
Βαλς της δωρικής γάμπας"
Κρύα η πόλη, άδεια
Ένα παγκάκι υπόσκαπτο
Απαγκιάζε τον αχό από το τουφεκίδι
Των άδειων τακουνιών
Ολόζεστο από φιλιά, χνώτα της φθίσης
Ανήλικες ονειρώξεις, σπάταλες
Κορμιά ανέραστα βουλιαγμένα
Σε ηλιοτρόπια μοναξιάς
Η ώρα του ραντεβού, πλησιάζει!
(Ψηλώνουν οι "βασιλείς" στο λιμάνι)
Παράμερα μια ανθοδέσμη κυρτή, χωρίς αποδέκτη
Ένα παγκάκι υπόσκαπτο
Αντίμαχη εγγραφή, πληγή στον κίονα
Χαράξεις φλεβωτές, υπενθυμίσεις
-Φυλλόρροια μιας απατημένης γλώσσας-
Να διαβάζεις τη γραφή της Ιστορίας
"Θα σε αγαπώ παντοτινά
Αλφα και Βήτα, ένα καράβι με το μάτι της Αργώς
Κοπίδι ο όφις στη σκισμή που τρέμει!"
Αγάπες εκδρομικές, υγρό αντιδάνειο
Μιας αιώνιας οδύνης
Η Πολυξένη με το ομπρελίνο
Κι ο Πρίγκηπας;
Ξέχασε...το κουτάκι
Κόκκινα τα γοβάκια, αξόδευτα
Είχε βρέξει ομίχλη,
Αλφα και Βήτα
Πουθενά το Ωμέγα της σοφής τουλίπας
Υπόσκαπτο το παγκάκι κι η πόλη συνήθης
Ξύλινα καλαπόδια δοκίμαζαν γοβάκια
Κρύες οι βιτρίνες, λουκέτα αλουμινίου
Γδαρμένα τζάμια από αλαβάστρινες
Χτένες μολυβένιων δεσποινίδων
Κατέβηκα στην πόλη, απόγευμα
Το λάθος της υγρής ασφάλτου
Να κομπιάζει στο λαιμό οργής οράματα
Νανοφυείς υπάρξεις ολόγυρα έπλεκαν κελιά
Με διαζώματα και διαχωριστικές λωρίδες
Ερπύστριες έσερναν πέταλα και κλακέτες
Ένας πλανόδιος θαυματοποιός
Ο μόνος συνταξιδιώτης μου
Άνοιξε τη παλέτα του με το αρχαίο αστέρι
Λαστιχένιες διχάλες
Τίποτα άλλο...
Και μια σβούρα τεράστια στη χούφτα του
Να αναμαλλιάζει τη μελωδία
Της Θεάς Πάχνης
Στοιχημάτισα!
"Απ τη παιδική μου ηλικία δεν κράτησα τίποτα άλλο
Εκτός από μια διχάλα λαστιχένια που σημάδευα
Πότε-πότε την καρδιά των έγχρωμων Κυριακών"
(Σύνθημα σε τοίχο;)
Ναι!
Δεκαεφτά διχάλες στα χέρια μου
Σημάδευαν υπόσκαπτες μυθικές
Αφίσες παιδικών διαδηλώσεων
Αναρτήθηκε το λάβαρο
Ξημερώνει!
στα παιδιά που σίγησαν
Δευτέρα, 10 Νοέμβριος 2008
η αφήγηση ενός ανάδρομου παπύρου
Ανήμερα το πάσχα των "ημερομήνιων"
Κατά σύμπτωση αστόχησες
Αμβλεία η σκιά της ισορροπίας
Ξέχασες και τη πρόβλεψη στην ρίζα του λωτού
(Δεν είχε λοιπόν γιορτάσι φέτος)
Ανάστατοι δυο κολοσσιαίοι έκγονοι ήλιοι
Φυγάδευαν επιταφίους αλειτούργητους
Στη μικρή κάμαρα με τα εκθέματα
Του αναστάσιμου κούρου.
"Ενδεές το κλέος εντέλει"
Ένας αστροναύτης κυρτός
Πολιορκούσε μια σκεβρωμένη τεφροδόχο
- Αχρηματία αυγουστιάτικων τοπίων-
Πως να πληρώσεις;
Συστάσεις επίσημες και πρωτόκολλα
Ο αγησίλαος και ο επαμεινώνδας
Στόλισαν το βάζο σου με χαρτοπόλεμο!
Ταλαντεύτηκε χαρμόσυνα η πλάτη του αστροναύτη
Μια χειραψία θερμή..
Έχω ένα πάπυρο εδώ κρυμμένο
Λεία από ένα προσωπικό ταξίδι
Στον Μήλειο αστερισμό
Δώδεκα χρόνια δεν ξεστόμισα κουβέντα
Έλα παράμερα
Εσύ ο πρώτος που στο αποκαλύπτω
Το όνομά σου;
Μα τι λες;
Για τον προγονικό πάπυρο μιλάω
Θεατρινίστικη η καμπούρα μου
Ένας πάπυρος κι ένα κιτρινισμένο σεντόνι
Δεμένο σε σχήμα πουγκιού εργάτη υλοτόμου
Άρχισε να λύνει αιώνα-αιώνα το κόμπο
Σαν να φοβόταν μη και θραύσει
Το ενδοτικό κρύσταλλο της λέξης
Ή μήπως τα ακριβά συλλεκτικά του σερβίτσια;
"Ενδεές το κλέος εντέλει"
Σφιχτοκομπιασμένη η σινδόνη
Μιλούσες σε δόσεις παγωμένου ορού
Για το ξεθωριασμένο χιόνι της
Με την πικρία του ανθρώπου
Που ονοματίζει κορυφές
Πέρασαν δώδεκα χρόνια...
Όταν η σινδόνη παρεδόθη
Έλαμψε τυλιγμένος ένας υγρός σωλήνας
Φυσητήρας από τα γεύματα των άστρων
Ανύπαρκτος ο πάπυρος
Κι η καρτερία μας, ένα τσέρκι λεόντων
Την επαύριον στις πάνω πόλεις
Άναψαν νυχτέρια-ολυμπιακές φλόγες
Στον αέρα χόρευαν-πετούσαν τσέρκια αερόστατα
"Ενδεές το κλέος εντέλει"
Ντροπιάστηκε η φλόγα
Αδειανή η σινδόνη
Τυλίχτηκα
Έκανε κρύο μαρμάρινης εστίας
Κατέβηκα το σκαλοπάτι με τη σαΐτα
Κι έραψα διάφανα αποχαιρετιστήρια μαντήλια
Άφαντοι ο αγησίλαος κι ο επαμεινώνδας
Σύραμε δίπλες τους χορούς
Μια ορχήστρα μας συνόδευε από μακρυά
Στρώσαμε σε κύκλους τα τσέρκια
Και μελετήσαμε τη διάταξη της Ιστορίας
Το θυμιατό της δάφνης στο κέντρο
Χρωμάτιζε τους νεότευκτους παπύρους
αγησίλαε, επαμεινώνδα ναυτάκια μου
Ρίξτε άγκυρα!
Κούρνιασε ο αμέθυστος στον ορίζοντα
Ανάδρομους παιδικούς παπύρους
(έχει γιορτάσι λοιπόν φέτος)
στη μαριάνα
Κατά σύμπτωση αστόχησες
Αμβλεία η σκιά της ισορροπίας
Ξέχασες και τη πρόβλεψη στην ρίζα του λωτού
(Δεν είχε λοιπόν γιορτάσι φέτος)
Ανάστατοι δυο κολοσσιαίοι έκγονοι ήλιοι
Φυγάδευαν επιταφίους αλειτούργητους
Στη μικρή κάμαρα με τα εκθέματα
Του αναστάσιμου κούρου.
"Ενδεές το κλέος εντέλει"
Ένας αστροναύτης κυρτός
Πολιορκούσε μια σκεβρωμένη τεφροδόχο
- Αχρηματία αυγουστιάτικων τοπίων-
Πως να πληρώσεις;
Συστάσεις επίσημες και πρωτόκολλα
Ο αγησίλαος και ο επαμεινώνδας
Στόλισαν το βάζο σου με χαρτοπόλεμο!
Ταλαντεύτηκε χαρμόσυνα η πλάτη του αστροναύτη
Μια χειραψία θερμή..
Έχω ένα πάπυρο εδώ κρυμμένο
Λεία από ένα προσωπικό ταξίδι
Στον Μήλειο αστερισμό
Δώδεκα χρόνια δεν ξεστόμισα κουβέντα
Έλα παράμερα
Εσύ ο πρώτος που στο αποκαλύπτω
Το όνομά σου;
Μα τι λες;
Για τον προγονικό πάπυρο μιλάω
Θεατρινίστικη η καμπούρα μου
Ένας πάπυρος κι ένα κιτρινισμένο σεντόνι
Δεμένο σε σχήμα πουγκιού εργάτη υλοτόμου
Άρχισε να λύνει αιώνα-αιώνα το κόμπο
Σαν να φοβόταν μη και θραύσει
Το ενδοτικό κρύσταλλο της λέξης
Ή μήπως τα ακριβά συλλεκτικά του σερβίτσια;
"Ενδεές το κλέος εντέλει"
Σφιχτοκομπιασμένη η σινδόνη
Μιλούσες σε δόσεις παγωμένου ορού
Για το ξεθωριασμένο χιόνι της
Με την πικρία του ανθρώπου
Που ονοματίζει κορυφές
Πέρασαν δώδεκα χρόνια...
Όταν η σινδόνη παρεδόθη
Έλαμψε τυλιγμένος ένας υγρός σωλήνας
Φυσητήρας από τα γεύματα των άστρων
Ανύπαρκτος ο πάπυρος
Κι η καρτερία μας, ένα τσέρκι λεόντων
Την επαύριον στις πάνω πόλεις
Άναψαν νυχτέρια-ολυμπιακές φλόγες
Στον αέρα χόρευαν-πετούσαν τσέρκια αερόστατα
"Ενδεές το κλέος εντέλει"
Ντροπιάστηκε η φλόγα
Αδειανή η σινδόνη
Τυλίχτηκα
Έκανε κρύο μαρμάρινης εστίας
Κατέβηκα το σκαλοπάτι με τη σαΐτα
Κι έραψα διάφανα αποχαιρετιστήρια μαντήλια
Άφαντοι ο αγησίλαος κι ο επαμεινώνδας
Σύραμε δίπλες τους χορούς
Μια ορχήστρα μας συνόδευε από μακρυά
Στρώσαμε σε κύκλους τα τσέρκια
Και μελετήσαμε τη διάταξη της Ιστορίας
Το θυμιατό της δάφνης στο κέντρο
Χρωμάτιζε τους νεότευκτους παπύρους
αγησίλαε, επαμεινώνδα ναυτάκια μου
Ρίξτε άγκυρα!
Κούρνιασε ο αμέθυστος στον ορίζοντα
Ανάδρομους παιδικούς παπύρους
(έχει γιορτάσι λοιπόν φέτος)
στη μαριάνα
Τετάρτη, 5 Νοέμβριος 2008
να πούμε κάτι; (ημιτελής ο κύκλος της ζωής των ελαφιών)
"Σε σένα κατέφυγαν οι πόλεμοι και τα φτερουγίσματα
για σένα έτειναν τις φτερούγες τα πουλιά του τραγουδιού"
Πάμπλο Νερούντα
Μεσάνυχτα, χωρίς κουβέντα δεύτερη
Ξεμονάχιασες τα νύχια σου
Τα απέκοψες απ την σαρκώδη μήτρα τους
Το ύστερο!.. Πρόσεξε!
Πετούν μαυροπούλια
Λεκιασμένα μπράτσα καπνίζουν στριφτά έπη
Δεν τυλίγουν αετόχαρτα
Θρηνούσες κραυγή νεογνής ανάσας
Ανθρωποφαγικό το ελάφι στολίστηκε
Άγριες φυλές εσπερινών χρωμάτων
Ξεμονάχιασες τα νύχια σου, μεσάνυχτα
Πείναγες ασβέστιο κι είχες εγκάρσια
Μια γρατζουνιά από ένα ατροφικό πέλμα
Σε κυρτή καμάρα.
Μια πόρτα έκλεισε, συρματόπλεγμα βίαιο
Δεν σε σφάλισε
Απρεπής, ιδρωμένος, βιαστικός άνεμος
Ποιος ο φόβος;
Εσύ δωροδοκούσες σθεναρά
Κι επιμελώς διεξόδους-τραχείας
Μιας μοχθηρής αυτάρεσκης μοναξιάς
Ποιος ο φόβος σου;
"Τα νύχια και τα μάτια σου"
Κάποτε παρενόχλησαν την βάση
Του κυτταρικού σου συρματοπλέγματος
Στο υπενθύμισα
Χαμογέλασες
Ξέχασες πως... και...τι
Κατάπιες αμάδητα τα οστά σου
Η πόρτα έμεινε ανοιχτή
Μην πετάς την τροχαλία
Να την ευλογείς!
"Τα νύχια και τα μάτια σου"
Ποιος στο συλλάβισε πρώτος άραγε;
Σου είπαν κι άλλα
Θυμήθηκες τον ποταμό
Μια ξεκορφυλλιά φύση, πλούσια τα ελέη
Δίστρατοι αμφορείς σαν πλίθινα τοιχία
Με εντόσθια καλάμια
Μια στεγασμένη γάστρα παραπέρα
Χαμογέλασες
Όρισες φρουρούς, τα δικά μου δυο χέρια
Και δυο μαριονέτες ανόητες, τραυλές
Να επιδιορθώνουν με σκωπτικά εργαλεία
Τα επισφαλή τους σκοινιά
Από το δικό μου εργαστήρι βγαλμένες
"Τα νύχια και τα μάτια σου"
Δυο μαριονέτες νεκρές
Πείνασα ασβέστιο στους αρμούς
Εκτεθειμένη τοιχογραφία, ασυντήρητη
Αιώνες ετοιμόρροπη
Να πούμε κάτι;
Θυσία;
Ανθρωποφαγικό το ελάφι στολίστηκε
Άγριες φυλές εσπερινών χρωμάτων
Θυσία;
Πρόστρεξες
Πάντα εσύ!
"Μήδεια, Αντιγόνη
Ελένη, Αριάδνη
Ερατώ, Αλκμήνη"
Η ονυχοφαγία σε ταλαιπωρούσε
Από μικρό παιδί!
Έτσι για να πούμε κάτι...
για σένα έτειναν τις φτερούγες τα πουλιά του τραγουδιού"
Πάμπλο Νερούντα
Μεσάνυχτα, χωρίς κουβέντα δεύτερη
Ξεμονάχιασες τα νύχια σου
Τα απέκοψες απ την σαρκώδη μήτρα τους
Το ύστερο!.. Πρόσεξε!
Πετούν μαυροπούλια
Λεκιασμένα μπράτσα καπνίζουν στριφτά έπη
Δεν τυλίγουν αετόχαρτα
Θρηνούσες κραυγή νεογνής ανάσας
Ανθρωποφαγικό το ελάφι στολίστηκε
Άγριες φυλές εσπερινών χρωμάτων
Ξεμονάχιασες τα νύχια σου, μεσάνυχτα
Πείναγες ασβέστιο κι είχες εγκάρσια
Μια γρατζουνιά από ένα ατροφικό πέλμα
Σε κυρτή καμάρα.
Μια πόρτα έκλεισε, συρματόπλεγμα βίαιο
Δεν σε σφάλισε
Απρεπής, ιδρωμένος, βιαστικός άνεμος
Ποιος ο φόβος;
Εσύ δωροδοκούσες σθεναρά
Κι επιμελώς διεξόδους-τραχείας
Μιας μοχθηρής αυτάρεσκης μοναξιάς
Ποιος ο φόβος σου;
"Τα νύχια και τα μάτια σου"
Κάποτε παρενόχλησαν την βάση
Του κυτταρικού σου συρματοπλέγματος
Στο υπενθύμισα
Χαμογέλασες
Ξέχασες πως... και...τι
Κατάπιες αμάδητα τα οστά σου
Η πόρτα έμεινε ανοιχτή
Μην πετάς την τροχαλία
Να την ευλογείς!
"Τα νύχια και τα μάτια σου"
Ποιος στο συλλάβισε πρώτος άραγε;
Σου είπαν κι άλλα
Θυμήθηκες τον ποταμό
Μια ξεκορφυλλιά φύση, πλούσια τα ελέη
Δίστρατοι αμφορείς σαν πλίθινα τοιχία
Με εντόσθια καλάμια
Μια στεγασμένη γάστρα παραπέρα
Χαμογέλασες
Όρισες φρουρούς, τα δικά μου δυο χέρια
Και δυο μαριονέτες ανόητες, τραυλές
Να επιδιορθώνουν με σκωπτικά εργαλεία
Τα επισφαλή τους σκοινιά
Από το δικό μου εργαστήρι βγαλμένες
"Τα νύχια και τα μάτια σου"
Δυο μαριονέτες νεκρές
Πείνασα ασβέστιο στους αρμούς
Εκτεθειμένη τοιχογραφία, ασυντήρητη
Αιώνες ετοιμόρροπη
Να πούμε κάτι;
Θυσία;
Ανθρωποφαγικό το ελάφι στολίστηκε
Άγριες φυλές εσπερινών χρωμάτων
Θυσία;
Πρόστρεξες
Πάντα εσύ!
"Μήδεια, Αντιγόνη
Ελένη, Αριάδνη
Ερατώ, Αλκμήνη"
Η ονυχοφαγία σε ταλαιπωρούσε
Από μικρό παιδί!
Έτσι για να πούμε κάτι...
Πέμπτη, 30 Οκτώβριος 2008
εμπόλεμο τιράζ
Κυκλοφόρησες τα χρόνια σου
Σε ένα πολυάριθμο τιράζ
Ψυγμένων κουφέτων!
Σε ένα πεταμένο φέιγβολάν στο πίσω μέρος
Έγραψες τα ακριβή σου στοιχεία
Έπρεπε να θυμάσαι!
Έβγαλες το προγονικό σου τραπέζι
Στην πλατεία
Και το στόλισες με επανάσταση
Στη μεγάλη τάπια της ζωής φταρνίστηκαν
Οι ακτίνες του άρρωστου ποδηλάτου σου
Ανατράπηκε το τέμπο της χλόης
Κυκλοφόρησες τα χρόνια σου
Σε ένα πολυάριθμο τιράζ
Ψυγμένων κουφέτων!
Έβαλες πλυντήριο για να σβήσεις
Τα ίχνη των αποκεφαλισμένων σεντονιών
Ήσουν ο δολοφόνος μου
Έπλενες καθαρά το πρόσωπό σου
Με μοσχοσάπουνο
Που κάθε βράδυ εγώ σου έκλεβα
Στην αλληλογραφία σου
Έβαζες πάντα για διεύθυνση
Ένα φθηνό ψυχορραγούντα στίχο
Κυκλοφόρησες τα χρόνια σου
Σε ένα πολυάριθμο τιράζ
Ψυγμένων κουφέτων!
Ήπιες μονάχος το ποτό σου
Στο μεζέ που σου σερβίρισαν
Φτεροκοπούσε το καρφάκι της ακρίδας
Δίδαξες στα παιδιά
Πολτοποιημένα δάχτυλα
Εφήβων κοντυλογράφων...
Όταν έδυε ο ήλιος στην πυραμίδα
Αγόραζες τα μουσικά σου τετράδια
Από τον παλαιοπώλη ρακοσυλλέκτη
Κυκλοφόρησες τα χρόνια σου
Σε ένα πολυάριθμο τιράζ
Ψυγμένων κουφέτων!
Ήρθες με ένα πληγιασμένο πρόσωπο στο σπίτι
Ειδικά κάτω από τα χείλη
Ξεστόμιζες την περιδέραια παράκληση του "αχ"
Σκούντησες πάνω στο νεογνό
Γόνατο του σταριού
Ο μυλωνάς, σου έχει πάρα-πολλά φυλαγμένα...
Ο χιονιάς στην αυλή σου
Απ όταν αποκαθηλώθηκε, μετακόμισε
Στον ελαιώνα της πληγής
Κυκλοφόρησες τα χρόνια σου
Σε ένα πολυάριθμο τιράζ
Ψυγμένων κουφέτων!
"αν σου αρέσει..."
Σε ένα πολυάριθμο τιράζ
Ψυγμένων κουφέτων!
Σε ένα πεταμένο φέιγβολάν στο πίσω μέρος
Έγραψες τα ακριβή σου στοιχεία
Έπρεπε να θυμάσαι!
Έβγαλες το προγονικό σου τραπέζι
Στην πλατεία
Και το στόλισες με επανάσταση
Στη μεγάλη τάπια της ζωής φταρνίστηκαν
Οι ακτίνες του άρρωστου ποδηλάτου σου
Ανατράπηκε το τέμπο της χλόης
Κυκλοφόρησες τα χρόνια σου
Σε ένα πολυάριθμο τιράζ
Ψυγμένων κουφέτων!
Έβαλες πλυντήριο για να σβήσεις
Τα ίχνη των αποκεφαλισμένων σεντονιών
Ήσουν ο δολοφόνος μου
Έπλενες καθαρά το πρόσωπό σου
Με μοσχοσάπουνο
Που κάθε βράδυ εγώ σου έκλεβα
Στην αλληλογραφία σου
Έβαζες πάντα για διεύθυνση
Ένα φθηνό ψυχορραγούντα στίχο
Κυκλοφόρησες τα χρόνια σου
Σε ένα πολυάριθμο τιράζ
Ψυγμένων κουφέτων!
Ήπιες μονάχος το ποτό σου
Στο μεζέ που σου σερβίρισαν
Φτεροκοπούσε το καρφάκι της ακρίδας
Δίδαξες στα παιδιά
Πολτοποιημένα δάχτυλα
Εφήβων κοντυλογράφων...
Όταν έδυε ο ήλιος στην πυραμίδα
Αγόραζες τα μουσικά σου τετράδια
Από τον παλαιοπώλη ρακοσυλλέκτη
Κυκλοφόρησες τα χρόνια σου
Σε ένα πολυάριθμο τιράζ
Ψυγμένων κουφέτων!
Ήρθες με ένα πληγιασμένο πρόσωπο στο σπίτι
Ειδικά κάτω από τα χείλη
Ξεστόμιζες την περιδέραια παράκληση του "αχ"
Σκούντησες πάνω στο νεογνό
Γόνατο του σταριού
Ο μυλωνάς, σου έχει πάρα-πολλά φυλαγμένα...
Ο χιονιάς στην αυλή σου
Απ όταν αποκαθηλώθηκε, μετακόμισε
Στον ελαιώνα της πληγής
Κυκλοφόρησες τα χρόνια σου
Σε ένα πολυάριθμο τιράζ
Ψυγμένων κουφέτων!
"αν σου αρέσει..."
Πέμπτη, 23 Οκτώβριος 2008
ταξίδι
"Σελίδες μοιράζω, απείθαρχα λόγια
Της σοροκάδας"
Στην Ελαφόνησο στον μέγα Σίμο
Σε ένα παζάρι φανταστικό
Αγόρασα δώδεκα φεγγάρια-οδηγούς
Σκληρές διαπραγματεύσεις
Δεν στα χαρίζουν εύκολα τα φεγγάρια
Οι νύχτες του Νότου
Ζητούν καρδιά, ζητούν φωτιά
Με ασήμι να προικίσουν
Τις άδειες σελίδες του κόσμου
Στον πυρήνα τους μέσα ταξίδεψα
Και στην λάβα της γης τους!
"Σελίδες μοιράζω, απίστευτα λόγια
Της σοροκάδας"
Σε δρόμους ανοίχτηκα ανεστραμμένους
Σε ξέρες ονείρων...Αγκάθια της γρίλιας
Που άπληστα πλήθη τους μύθους
Σκιάζαν των Δράκων Πυγμαίων
Με μπλάβους καθρέπτες και δόκανα μαύρα
Περιπολούσαν σε υπόγειες νησίδες
Κρυφά να ενταφιάσουν πιθάρια σπηλαίων
Λαγούμια ανοίγεις στους παγετώνες
Και σύμβολα καις
Εφήμερο χνάρι εσύ
Αμάρτησες τόσο στο ψύχος!
"Σελίδες μοιράζω, απείθαρχα λόγια
Της σοροκάδας"
Δεν πρόσεξες όμως
Τα αμαρτωλά μου τα κόκκινα χείλη
Περιπλανήθηκες σε ανεμοδείκτες
Απασφαλισμένους...νοθεία του κύκλου
Και πλάνους εμπόρους αναζητούσες
Μες τις πραμάτειες των άρρωστων πόντων
Μια μοβ μόνο κρύβω σελίδα, τροφό μου
-Παράξενη τόλμη-
Δεν θα την βρεις..Την τοίχισα χτες
Σε ερειπιώνες κλειστών αχιβάδων
Ρηχό πανωφρύδι εσύ
Ταξίδεψες μόνο στο ατελές!
"Σελίδες μοιράζω, απίστευτα λόγια
Της σοροκάδας"
Της σοροκάδας"
Στην Ελαφόνησο στον μέγα Σίμο
Σε ένα παζάρι φανταστικό
Αγόρασα δώδεκα φεγγάρια-οδηγούς
Σκληρές διαπραγματεύσεις
Δεν στα χαρίζουν εύκολα τα φεγγάρια
Οι νύχτες του Νότου
Ζητούν καρδιά, ζητούν φωτιά
Με ασήμι να προικίσουν
Τις άδειες σελίδες του κόσμου
Στον πυρήνα τους μέσα ταξίδεψα
Και στην λάβα της γης τους!
"Σελίδες μοιράζω, απίστευτα λόγια
Της σοροκάδας"
Σε δρόμους ανοίχτηκα ανεστραμμένους
Σε ξέρες ονείρων...Αγκάθια της γρίλιας
Που άπληστα πλήθη τους μύθους
Σκιάζαν των Δράκων Πυγμαίων
Με μπλάβους καθρέπτες και δόκανα μαύρα
Περιπολούσαν σε υπόγειες νησίδες
Κρυφά να ενταφιάσουν πιθάρια σπηλαίων
Λαγούμια ανοίγεις στους παγετώνες
Και σύμβολα καις
Εφήμερο χνάρι εσύ
Αμάρτησες τόσο στο ψύχος!
"Σελίδες μοιράζω, απείθαρχα λόγια
Της σοροκάδας"
Δεν πρόσεξες όμως
Τα αμαρτωλά μου τα κόκκινα χείλη
Περιπλανήθηκες σε ανεμοδείκτες
Απασφαλισμένους...νοθεία του κύκλου
Και πλάνους εμπόρους αναζητούσες
Μες τις πραμάτειες των άρρωστων πόντων
Μια μοβ μόνο κρύβω σελίδα, τροφό μου
-Παράξενη τόλμη-
Δεν θα την βρεις..Την τοίχισα χτες
Σε ερειπιώνες κλειστών αχιβάδων
Ρηχό πανωφρύδι εσύ
Ταξίδεψες μόνο στο ατελές!
"Σελίδες μοιράζω, απίστευτα λόγια
Της σοροκάδας"
Δευτέρα, 13 Οκτώβριος 2008
μουσικές επισκέψεις
1) Σήμερα πήρα μια πρόσκληση
Χωρίς στοιχεία
...Κατόπιν
Μου μίλησε η καλή-γριά βροχή
Για τη δική της γιορτή
Φέρε μου ένα καλάθι
Πυροτεχνήματα
Ανατινάζω απόψε το κατόπιν
Με ακούς;
2) Απόψε δεν είναι το μεγάλο ραντεβού
Με την αθωότητα, ρώτησες
Ναι!
Καλογυάλισες την τσάντα σου
Με το βερνίκι του λίθινου πορτραίτου
Φόρεσες κι εκείνη την παλιά μαύρη κόμη
Του μεταλλικού αρλεκίνου
Γιατί όμως πάλι ευθυγράμμισες τη χωρίστρα;
Δεν σου πάει
Η αθωότητα φορά τα παλιά σανδάλια του Ορφέα
Τσόχινα σανδάλια με γαλάζιες σατέν κορδέλες
Να δένουν στην κνήμη
Στη διασταύρωσή τους εκτροχιάστηκε το δίτροχο
Παιδικό σου αυτοκινητάκι
Υπήρχαν επιζώντες;....Κανένας!
3) Στο φορτίο της μουσικής ελαιογραφίας σου
Λύγισε τα μάτια της η αθωότητα
Μην ανοίγεις την κουρτίνα
"Γκιλοτίνα το γραμμόφωνο
Σου γυρίζει την πλάτη"
Με ακούς;
Χωρίς στοιχεία
...Κατόπιν
Μου μίλησε η καλή-γριά βροχή
Για τη δική της γιορτή
Φέρε μου ένα καλάθι
Πυροτεχνήματα
Ανατινάζω απόψε το κατόπιν
Με ακούς;
2) Απόψε δεν είναι το μεγάλο ραντεβού
Με την αθωότητα, ρώτησες
Ναι!
Καλογυάλισες την τσάντα σου
Με το βερνίκι του λίθινου πορτραίτου
Φόρεσες κι εκείνη την παλιά μαύρη κόμη
Του μεταλλικού αρλεκίνου
Γιατί όμως πάλι ευθυγράμμισες τη χωρίστρα;
Δεν σου πάει
Η αθωότητα φορά τα παλιά σανδάλια του Ορφέα
Τσόχινα σανδάλια με γαλάζιες σατέν κορδέλες
Να δένουν στην κνήμη
Στη διασταύρωσή τους εκτροχιάστηκε το δίτροχο
Παιδικό σου αυτοκινητάκι
Υπήρχαν επιζώντες;....Κανένας!
3) Στο φορτίο της μουσικής ελαιογραφίας σου
Λύγισε τα μάτια της η αθωότητα
Μην ανοίγεις την κουρτίνα
"Γκιλοτίνα το γραμμόφωνο
Σου γυρίζει την πλάτη"
Με ακούς;
Σάββατο, 11 Οκτώβριος 2008
οι δικές σου στιγμές
Με κέρασες υποβρύχιο
για να αναπνεύσω τη ρωγμή σου!
Απόψε είχες γεννητούρια
η παλιά σου γραφομηχανή έτεκε
Την απούσα γραφή
Η σκαπάνη σου χτύπησε
πάνω στο κλαμένο μανουάλι
Σου άξιζε το όνομα Προμηθέας
Διένειμες τη φωνή σου
περιέκλειε πάντα μία ταραχή
Μήπως έφταιγε η μάντρα του Ομήρου;
Όταν έβγαινες από την θάλασσα φορούσες
το νερό του φεγγαριού
Μην το μαρτυρήσεις στους δορυφόρους ψαράδες
Στα ερτζιανά κύματα επιπλέεις
με το σωσίβιο
της Μακρινίτσας
Στον μεγάλο στρατώνα
ανάφλεξες την ζώουσα στάχτη
Συνομιλούσες με το μεζεδοπωλείο η "Ελλάς"
Φόρεσες την εθνική σου στολή
για να υποδεχτείς τον έρωτα
Πόσο όμορφος ήσουν πάνω στον ιστό σου!
Επικροτώ το χαμόγελό σου
μόνο όταν γυμνό παραδίδεται
στους ρωμαϊκούς λέοντες
Όταν αντίκρισα το άγαλμα σου
κρυφόπαιζε το δεξί σου μάτι
ποτέ δεν αποκάλυψα το μυστικό
στην θάλασσα των αντιφρονούντων ναυαγών
Κοχλαστά τα φθινόπωρα σου
στα ρακοκάζανα ο Διόνυσος
ζεμάτιζε φύλλα κέδρου!
Με κέρασες υποβρύχιο
για να αναπνεύσω τη ρωγμή σου!
για να αναπνεύσω τη ρωγμή σου!
Απόψε είχες γεννητούρια
η παλιά σου γραφομηχανή έτεκε
Την απούσα γραφή
Η σκαπάνη σου χτύπησε
πάνω στο κλαμένο μανουάλι
Σου άξιζε το όνομα Προμηθέας
Διένειμες τη φωνή σου
περιέκλειε πάντα μία ταραχή
Μήπως έφταιγε η μάντρα του Ομήρου;
Όταν έβγαινες από την θάλασσα φορούσες
το νερό του φεγγαριού
Μην το μαρτυρήσεις στους δορυφόρους ψαράδες
Στα ερτζιανά κύματα επιπλέεις
με το σωσίβιο
της Μακρινίτσας
Στον μεγάλο στρατώνα
ανάφλεξες την ζώουσα στάχτη
Συνομιλούσες με το μεζεδοπωλείο η "Ελλάς"
Φόρεσες την εθνική σου στολή
για να υποδεχτείς τον έρωτα
Πόσο όμορφος ήσουν πάνω στον ιστό σου!
Επικροτώ το χαμόγελό σου
μόνο όταν γυμνό παραδίδεται
στους ρωμαϊκούς λέοντες
Όταν αντίκρισα το άγαλμα σου
κρυφόπαιζε το δεξί σου μάτι
ποτέ δεν αποκάλυψα το μυστικό
στην θάλασσα των αντιφρονούντων ναυαγών
Κοχλαστά τα φθινόπωρα σου
στα ρακοκάζανα ο Διόνυσος
ζεμάτιζε φύλλα κέδρου!
Με κέρασες υποβρύχιο
για να αναπνεύσω τη ρωγμή σου!
Δευτέρα, 6 Οκτώβριος 2008
ο διασώστης
Θα γράψω για σένα χωρίς να είσαι μαζί μου
Ήρθες καλοντυμένος στο μαγαζί
Να αγοράσεις δυο τόπια λινό ύφασμα
Χάθηκαν...τα πεθαμένα ρετάλια
Του Ανατολικού ζητιάνου;
Δεν απάντησες!
Βούρκωσες το λεπίδι του Μαΐου
Τις ώρες εκείνες που εκπίπτουν
Οι παρενθέσεις των φυλακισμένων παφλασμών
Πλαγιασμένος βρέθηκες πάνω στον σωλήνα
Του ανεμοστρόβιλου.
Ιμάντες μαλλιών και γυάλινα θραύσματα
Από ανώγειες θάλασσες
Στον ίλιγγο χόρευες...
"Απείθαρχο πλοκάμι της αμαρτωλής βάτου"
Δυο τόπια ύφασμα!
Να εφοδιάσεις την γαστέρα της θάλασσας
Με καρπούς κι εγκεφαλικούς οπώρες
Τι να πω;
Έστρεψες το μάτι στην βελόνα του καπελίνου
"Θέλω κι αυτή
Πρέπει να ράψω το σώμα μου
Καθώς και τους ασκούς"
Παρέλυσε το βλέμμα να ατενίζει
Τα αποσαρθρωμένα νεογνά μάτια σου
Θα γράψω για σένα χωρίς να είσαι μαζί μου
Στο παραλιακό δρόμο περπατάς
Σέρνοντας ένα ξύλινο καροτσάκι
Σε χαιρετάνε, δεν μιλάς
Με ένα χωνί αναζητάς τη κιβωτό
Με τoυς εξόριστους διασώστες
Της Κυανής εκστρατείας.
Υγρές νηρηίδες
Νότισαν με αρμύρα το καροτσάκι σου
Κούρσεψαν ελπίδες, οι καρποί κι οι οπώρες
Ψηλά στο σαπιοκάραβο του Αη Πέτρου
Γέλασε το φανελάκι του μικρού ναύτη
Έντυνε με ρίγες τα άλμπουρα
"Πως κοκκίνισε ο χρυσός σήμερα"
Αναφώνησες!
Θα γράψω για σένα χωρίς να είσαι μαζί μου
Έφυγε το μεγάλο ποντοπόρο πλοίο
Κουβαλούσε παλιοσίδερα
Και την ογκώδη πυροστιά
Των δικών σου οστών!
Στο μαγαζί, χτύπησε το τηλέφωνο
Ήταν ο Ανατολικός καλοντυμένος Μάης
Με τα βουρκωμένα νεογνά μάτια
Κλείσαμε ραντεβού
Μου παρέδωσε δυο τόπια
Αιγυπτιακή γάζα
Να τυλίξω τα χέρια της θάλασσας
Τα δικά σου χέρια
Δεν Πονάς!
στην μητέρα μου
Ήρθες καλοντυμένος στο μαγαζί
Να αγοράσεις δυο τόπια λινό ύφασμα
Χάθηκαν...τα πεθαμένα ρετάλια
Του Ανατολικού ζητιάνου;
Δεν απάντησες!
Βούρκωσες το λεπίδι του Μαΐου
Τις ώρες εκείνες που εκπίπτουν
Οι παρενθέσεις των φυλακισμένων παφλασμών
Πλαγιασμένος βρέθηκες πάνω στον σωλήνα
Του ανεμοστρόβιλου.
Ιμάντες μαλλιών και γυάλινα θραύσματα
Από ανώγειες θάλασσες
Στον ίλιγγο χόρευες...
"Απείθαρχο πλοκάμι της αμαρτωλής βάτου"
Δυο τόπια ύφασμα!
Να εφοδιάσεις την γαστέρα της θάλασσας
Με καρπούς κι εγκεφαλικούς οπώρες
Τι να πω;
Έστρεψες το μάτι στην βελόνα του καπελίνου
"Θέλω κι αυτή
Πρέπει να ράψω το σώμα μου
Καθώς και τους ασκούς"
Παρέλυσε το βλέμμα να ατενίζει
Τα αποσαρθρωμένα νεογνά μάτια σου
Θα γράψω για σένα χωρίς να είσαι μαζί μου
Στο παραλιακό δρόμο περπατάς
Σέρνοντας ένα ξύλινο καροτσάκι
Σε χαιρετάνε, δεν μιλάς
Με ένα χωνί αναζητάς τη κιβωτό
Με τoυς εξόριστους διασώστες
Της Κυανής εκστρατείας.
Υγρές νηρηίδες
Νότισαν με αρμύρα το καροτσάκι σου
Κούρσεψαν ελπίδες, οι καρποί κι οι οπώρες
Ψηλά στο σαπιοκάραβο του Αη Πέτρου
Γέλασε το φανελάκι του μικρού ναύτη
Έντυνε με ρίγες τα άλμπουρα
"Πως κοκκίνισε ο χρυσός σήμερα"
Αναφώνησες!
Θα γράψω για σένα χωρίς να είσαι μαζί μου
Έφυγε το μεγάλο ποντοπόρο πλοίο
Κουβαλούσε παλιοσίδερα
Και την ογκώδη πυροστιά
Των δικών σου οστών!
Στο μαγαζί, χτύπησε το τηλέφωνο
Ήταν ο Ανατολικός καλοντυμένος Μάης
Με τα βουρκωμένα νεογνά μάτια
Κλείσαμε ραντεβού
Μου παρέδωσε δυο τόπια
Αιγυπτιακή γάζα
Να τυλίξω τα χέρια της θάλασσας
Τα δικά σου χέρια
Δεν Πονάς!
στην μητέρα μου
Δευτέρα, 22 Σεπτέμβριος 2008
η ιστορία της μικρής Νιόβης με το σκούρο πλαγκτόν
Η μικρή Νιόβη με τις τέσσερις γαλέρες
δώρο αμάχητο του χλομού εραστή της
Αναχώρησε σήμερα!
"Αναταράζεις το κρύσταλλο στο σκούρο βλέφαρο
Μη μιλάς!"
Ακούραστα διαπερνά τα φιλάρεσκα μάτια
του ερωδιού άντρα της
Υποχρεώσεις έχει στη λίμνη!
"Αφήνεις λαθραία να ξεχύνονται τα δάκρυά σου
Μη θολώνεις τα νερά!"
Με τις αφράτες ξανθές πλεξίδες της
κεντά στο πλαγκτόν εφήμερα ραβασάκια άναρχων ραψωδών
Σε καθρεφτίζει η λίμνη σήμερα!
"Έστειλες το μήνυμα στο φωταγωγό;
Μη με λησμονείς!"
Κάθε απόγευμα ανεβάζει το μαγκάλι
στο χιονάνθρωπο της λίμνης
Πείνασε τόσο τη ζέστη!
"Ίδρωσε η λαμαρίνα καυτή ρητίνη
Μη με ακουμπάς!"
Η μικρή Νιόβη κλαίει
Ποιος απήγαγε τον χιονάνθρωπο;
Πλάσμα δικό της
(Μια αναλαμπή δημιουργίας)
Κι εκείνο το λαχουράτο κασκόλ της γιαγιάς της
τής ξεφεύγει κι η πλέξη...
Βυθίζεται η γαλέρα!
"Παραχαράζεις την γεωμετρία του εργόχειρου
Μήπως πρέπει να φύγεις;"
Καταδύθηκε η μικρή Νιόβη στο σκούρο πλαγκτόν
Ο ερωδιός γαλήνεψε και δεν μιλά
Απλά σε κέρασε αιμόφυρτο οξυγόνο
συνοδευτικό στον άρτο της θανής!
"Εσύ απήγγειλες, λέω τώρα, κατηγορία στη μικρή Νιόβη;
Ένα τρίγωνο πλαγκτόν στη σφραγίδα ήταν η επιβεβαίωση
Δεν νίκησες,
Ούτε το μύδι ηττήθηκε!"
Η μικρή Νιόβη υποχρεώσεις έχει στη λίμνη...
αφιερωμένο
στην κοπέλα με το καναρινί φόρεμα
δώρο αμάχητο του χλομού εραστή της
Αναχώρησε σήμερα!
"Αναταράζεις το κρύσταλλο στο σκούρο βλέφαρο
Μη μιλάς!"
Ακούραστα διαπερνά τα φιλάρεσκα μάτια
του ερωδιού άντρα της
Υποχρεώσεις έχει στη λίμνη!
"Αφήνεις λαθραία να ξεχύνονται τα δάκρυά σου
Μη θολώνεις τα νερά!"
Με τις αφράτες ξανθές πλεξίδες της
κεντά στο πλαγκτόν εφήμερα ραβασάκια άναρχων ραψωδών
Σε καθρεφτίζει η λίμνη σήμερα!
"Έστειλες το μήνυμα στο φωταγωγό;
Μη με λησμονείς!"
Κάθε απόγευμα ανεβάζει το μαγκάλι
στο χιονάνθρωπο της λίμνης
Πείνασε τόσο τη ζέστη!
"Ίδρωσε η λαμαρίνα καυτή ρητίνη
Μη με ακουμπάς!"
Η μικρή Νιόβη κλαίει
Ποιος απήγαγε τον χιονάνθρωπο;
Πλάσμα δικό της
(Μια αναλαμπή δημιουργίας)
Κι εκείνο το λαχουράτο κασκόλ της γιαγιάς της
τής ξεφεύγει κι η πλέξη...
Βυθίζεται η γαλέρα!
"Παραχαράζεις την γεωμετρία του εργόχειρου
Μήπως πρέπει να φύγεις;"
Καταδύθηκε η μικρή Νιόβη στο σκούρο πλαγκτόν
Ο ερωδιός γαλήνεψε και δεν μιλά
Απλά σε κέρασε αιμόφυρτο οξυγόνο
συνοδευτικό στον άρτο της θανής!
"Εσύ απήγγειλες, λέω τώρα, κατηγορία στη μικρή Νιόβη;
Ένα τρίγωνο πλαγκτόν στη σφραγίδα ήταν η επιβεβαίωση
Δεν νίκησες,
Ούτε το μύδι ηττήθηκε!"
Η μικρή Νιόβη υποχρεώσεις έχει στη λίμνη...
αφιερωμένο
στην κοπέλα με το καναρινί φόρεμα
Σάββατο, 20 Σεπτέμβριος 2008
δωδώνη
Αγκάλιαζες το ριζόχαρτο
και κραύγαζες
"Θέλω να αποτυπωθώ"
Εκεί στα ριζά της Δωδώνης
σχεδίαζες τη δικιά σου τραγωδία
Ένα βράδυ μάλιστα
-ήσουν δεν ήσουν στα δεκάξι-
στην ονομαστική σου εορτή
έστησες πλεκτάνη
στον κυματοθραύστη του κάστορα
Διάβηκες
Δοκίμασες τη δύναμη του αετού
να αναστηλώσεις την ταρταρούγα
της θάλασσας
Φύλαξες έπειτα, με τρόπο, το ψαλίδι
στο απογώνι του ορίζοντα....ανασκίρτησες
Έπρεπε;
Μες στην σκιά της Δωδώνης στο ημικύκλιο
έδινες παράσταση στο ριζόχαρτο πάνω
Πόσα εκατοστά είναι η ευτυχία;
Μόλις δεκαέξι χρόνων
δεν έπρεπε να γνωρίζεις...
Κι αν αγαπούσες την ποίηση
είναι πολύ εύθραυστο το ρυζόχαρτο
κι η "τραγωδία σου" ξένη
Στα μεθυσμένα δρυόφυλλα κυκλοφορούσες
με το παλιό εφηβικό σου σορτσάκι
και τα περσινά χρυσά σου κοσμήματα
Κρυστάλλινη αναλαμπή στο θυρεό του ήλιου
Γιατί κραυγάζεις τώρα στον άδικο ουρανό;
Πέταξε το εισιτήριο
στην χλαλοή της μάγισσας νύχτας
Τέλειωσε η παράσταση
Κι η ευτυχία απούσα
Στον αφρό της πηγής σου
δες, αναβλύζουν τα φτερά της Διώνης
Τι κρύβεις στην παλάμη σου;
Χέρσος ο ορίζοντας.... τραυλίζει!
αφιερωμένο
και κραύγαζες
"Θέλω να αποτυπωθώ"
Εκεί στα ριζά της Δωδώνης
σχεδίαζες τη δικιά σου τραγωδία
Ένα βράδυ μάλιστα
-ήσουν δεν ήσουν στα δεκάξι-
στην ονομαστική σου εορτή
έστησες πλεκτάνη
στον κυματοθραύστη του κάστορα
Διάβηκες
Δοκίμασες τη δύναμη του αετού
να αναστηλώσεις την ταρταρούγα
της θάλασσας
Φύλαξες έπειτα, με τρόπο, το ψαλίδι
στο απογώνι του ορίζοντα....ανασκίρτησες
Έπρεπε;
Μες στην σκιά της Δωδώνης στο ημικύκλιο
έδινες παράσταση στο ριζόχαρτο πάνω
Πόσα εκατοστά είναι η ευτυχία;
Μόλις δεκαέξι χρόνων
δεν έπρεπε να γνωρίζεις...
Κι αν αγαπούσες την ποίηση
είναι πολύ εύθραυστο το ρυζόχαρτο
κι η "τραγωδία σου" ξένη
Στα μεθυσμένα δρυόφυλλα κυκλοφορούσες
με το παλιό εφηβικό σου σορτσάκι
και τα περσινά χρυσά σου κοσμήματα
Κρυστάλλινη αναλαμπή στο θυρεό του ήλιου
Γιατί κραυγάζεις τώρα στον άδικο ουρανό;
Πέταξε το εισιτήριο
στην χλαλοή της μάγισσας νύχτας
Τέλειωσε η παράσταση
Κι η ευτυχία απούσα
Στον αφρό της πηγής σου
δες, αναβλύζουν τα φτερά της Διώνης
Τι κρύβεις στην παλάμη σου;
Χέρσος ο ορίζοντας.... τραυλίζει!
αφιερωμένο
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)

