Παρασκευή, 29 Απριλίου 2016

25 λέξεις # 7



                        Σε εσένα
 
 Θέριεψαν τα κλαδιά
    Ακίδες του ουρανού
  κεντούν το Άγιο σώμα
         του Απρίλη
    Πληγωμένο ξύλο
Πόσα ακάνθινα στεφάνια
         δικά σου
  θα σκηνοθετήσουν
  τη σταύρωση του!

       Ποιος σου είπε
πως δεν ματώνει ο ουρανός
     τα κλωνιά της γης
     σαν τον αγγίξουν;
Μια θυσία κι ένας έρωτας
    κι απότοκος τους
 μια γραφή σιβυλλικη
         να τοξεύει
          το άπειρο!

Εφορμούν οι μάγοι κλώνοι
    Σκυτάλη παίρνοντας
       απ' τον αγέρα
    Εφορμά κι η ψυχή
        να σε φτάσει
στα προπύργια που ζεις
        του ουρανού
Με μια δέντρινη σκάλα
        που τα ύψη
        αγκυλώνει!

Το πρώτο κατά σειρά έλαβε μέρος στις "25 λέξεις "
που διοργάνωσε επιτυχώς η Μαρία Νικολάου

Καλό Πάσχα

Παρασκευή, 22 Απριλίου 2016

ένα πάνινο αρκουδάκι


                             Σας αγαπώ...

Τα παιδικά χαμόγελα 
Είναι η παντιέρα που κρατάει
Η Άνοιξη  
Σε μια πλαγιά με παπαρούνες 
Χαμογέλα σήμερα
Χαμογέλα στη στροφή της μέρας
Παιδί μονάχο με τη μάσκα
Του πόνου στην όρθια ψυχή
Με τη μάνα συντρόφισσα του ερέβους
Ανέτειλε ήλιε
Τα σμιχτά χείλη να ροδίσουν ξανά
Πως θα θελα με μια κίνηση μόνο
Όμορφα να σου λαμπρύνω τον κόσμο
Στα μάγουλα σου να στάξω
Της χαρμολύπης το δάκρυ
Ν΄ανθίσουν οι κλώνοι του στήθους
Σαν τη μυγδαλίτσα του τόπου σου
Αυτήν που ξεδιάκρινες απ' όλες τις μνήμες
Αδερφικά να σου ράψω την ποδίτσα
Να έρχεται ο χειμώνας να σκοντάφτει
Κι αμήχανα να απομακρύνεται σε καμίνι σβηστό
Μην χιονιστούν τα όνειρα και καούν τα φτερά

Τα παιδικά δάκρυα
Είναι οι δροσοσταλίδες
Που λυπήθηκαν να γίνουν προσευχές 
Μην δακρύζεις σήμερα
Άφοβα να ψηλώνεις το χέρι στο βοριά
Εσύ που είδες το σώμα της γης ν'αδειάζει
Απέλπιδα τώρα ζητάς μια φωλιά καθαρή
Ένα σημάδι στοργής
Τη μορφή της μάνας για στήριγμα
Έχω μικρά να σου φέρω σποράκια στη γη να σκορπάς
Ένα φανάρι φεγγαρίσιο
Μια ψηφίδα να αναστρέψεις τις γραφές
Προσφυγάκι της φαύλας ιστορίας
Που τ' αρκουδάκι σου
Πάνινο έγινε τείχος στο συρματόπλεγμα
Κράτα μιαν ανάσα για εσένα μια γραφή καθαρή
Σαν μεγαλώσεις άγρυπνο να έχεις το βλέμμα
Σπαθί φονικό στο μαύρο φίδι που τρέμοντας θα σε πλευρίσει

Οι παιδικές καρδιές
Είναι οι απόχες που μέσα τους
Πιάνονται των αγγέλων τα πρώτα σκιρτήματα
Την πρώτη πρόφερε σήμερα συλλαβή
Στην πέτρα σμίλεψε μια μορφή αγαπημένη
Της μάνας της αυλής της αγάπης
Κι ύστερα πρόσταξε τον ήλιο να ζεστάνει
Το ψυχρό μέτωπο του Κρόνου
Τις στεριές που παρέκκλιναν να ενώσει
Κι αν εισακουστεί η φωνή σου
Κι αν στην πόρτα γυρίσει το κλειδί
Κι αν σε βάθος τραβήξουν οι ρίζες
Ψηλόκορμο θα βγει το καράβι στα πλάτη
Με μεσίστια να πλεύσει σημαία
Τη σημαία που ύφαναν τα δυο σου τα χέρια
Σύμβολο ακριβό στις βροντές και στους φόβους
Στις απαρχές της ζωής ξεφτισμένο παιχνίδι
Που κοιμάται παγωμένο στα σύνορα
Μάρτυρας σου ένα πάνινο αρκουδάκι
Με λασπωμένο το κρύο του πέλμα

Στη μνήμη του....ήταν μόλις 55 ετών

Έλαβε μέρος στο 11ο συμπόσιο ποίησης της
αγαπημένης μας πυργοδέσποινας

Σάββατο, 9 Απριλίου 2016

ο μικρός αλιέας

Αποτέλεσμα εικόνας για αγαπούν τα ποιήματα τα τάματα;

Κύριο σκοπό δεν είχε το ποίημα
Μονάχα κάποιες επισημάνσεις
Παράταιρες κρατούσε στις επωδούς
Σαν το διακεκομμένο κελαηδισμό
Των πουλιών που βρέθηκαν
Χωρίς ταίρι μετά το κυνήγι
Ή μάλλον σαν την προσευχή
Που την έκοψε στη μέση ξαφνικά
Ο πιο δυνατός τριγμός της έωλης γης

Διάτρητο έμεινε το Άγιο βήμα
Να χορταριάζει κάτω από την πορφύρα
Φτέρες και πυκνόφυλλα πολυρίζια
Παλαιική πορφύρα
Εκεί που το μικρό παιδί του αλιέα
Εκστατικό στέκονταν
Να καταμετρά των προγόνων του
Τα χρυσά αναθήματα
Με δάκτυλα μαυρισμένα απ' το κοντύλι
Μ' ένα σπασμένο πινακάκι στο στήθος
Να συντονίζεται με τους παλμούς
Του ματωμένου χώματος

Βραχιόλια περίτεχνα χρυσές καδένες
Κι εκείνο το επάργυρο ρολόι
Της γερόντισσας θείας του
Με τους δείκτες κολλημένους
Από χρόνια στη δεκάτη νυχτερινή
Δέκα και τα δάκτυλα της ψυχής
Αδύνατον να καταμετρηθούν οι ώρες
Οι ώρες που στο ανοιχτό πιθάρι του λαδιού
Επέπλεαν σαν τις αναρίθμητες σταγόνες
Της καλοκαιρινής βροχής
Πάνω στο πάγκο του επαρχιακού σφαγείου
Μιας βροχής ξαφνικής
Που ούτε καν κι αυτοί οι ιεροσκόποι
Προέβλεψαν τον ερχομό της

Αγαπούν τα ποιήματα
Τα ξεκούρδιστα ρολόγια;
Ρώτησα θαρρετά τα ψαροπούλια
Που απάγκιαζαν στα λαξευτά βράχια των ακτών
Κρωγμοί αινιγματικοί η απάντηση τους
Επιπόλαια τιτιβίσματα πριν την τελική πτήση
Στα υπέρθυρα της φυλακής
Αγαπούν τα παιδιά τα ατελή ποιήματα
Αυτά που αφιερώθηκαν
Σε κλειστά ερημοκλήσια κι ορφάνεψαν;

Τα ποιήματα με τη γαλάζια χάντρα στο λαιμό
Που μόνασαν ευτυχή σε αρχαίους βίβλους
Ματαιόδοξα σαν τα χέρια των τσιγγάνων
Μπροστά στη λαμπράδα της εστίας
Να γυρίζουν της φυγής τη σελίδα
Αδημονώντας ο φεγγίτης να ανοίξει
Κι η στέγη να διαβάσει
Τα αρχέτυπα μυστικά τους μονοπάτια

Λίγο πριν τη γιορτή πληροφορήθηκα
Πως ο αλιέας έχασε τον μοναχογιό του
Στο παζάρι με τις πλωτούς δρόμους
Έκτοτε βυθισμένοι απόμειναν
Κάτω από τα πολυρίζια και τις φτέρες
Οι στίχοι που συνέθεσαν οι τελευταίοι μελωδοί
Και τα μικρά επίχρυσα καντήλια
Απουσία ξεψυχούσαν μαυρισμένα
Πάνω σε τοίχους τραχείς
(Με τις φλόγες ασκημένες στα μικρά θαύματα)
Τα καντήλια της άσβεστης μνήμης
Που ακούραστα οι ποιητές τα διαπότιζαν
Τις ασέληνες νύχτες του Γενάρη
Με θάλλουσες βυζαντινές νότες
Και χωρία άγνωστων γραφών

Τρεμόπαιζε χαίνουσα η ζωή 
Στη σκιά της φλόγας μετουσιωμένη σε θάνατο!


Δευτέρα, 4 Απριλίου 2016

μιας ημέρας όνειρα



Ξετυλίχτηκε το κουβάρι
Δέσε το σκοινί
Έτσι που να ακουμπάει
Σε σταθερές το όνειρο
Στων βυθών σου
Τα κατηφορικά μονοπάτια
Φλισκούνι να φυτρώσει
Να πλένονται οι μνήμες
Κι ολόδροσες να βγαίνουν
Το πρωί σαν δροσοπέταλα
Κλωνάρι στο πέτο να τις περνάς
Μικρός περιβολάρης να διαβείς το σύνορο

Στην ώρα σου να είσαι ξέχωρα ενδοτικός

Πέρασε ο χρόνος
Που συμμαχούσες με τις σκιές 
Τότε
Που τις πληγές σου γιάτρευες
Μέσα σε στίχους δανεικούς
Έπεφτε αργοσάλευτη η αυλαία της μέρας
Στη ψυχή σαν απουσία
Έστρεφες το βλέμμα στα παλιά
Ξεκινούσες τις αναπολήσεις
Τα πράσινα σμαράγδια που αγαπούσες σε χρόνια εφηβικά
Κάτω απ' το μαξιλάρι ακόμα τα φυλάς
Καρδιόσχημα φιλιά

Παράθυρο θαμπωμένο απ' την αχλύ του εφήμερου η εικόνα σου

Η εποχή των βροχών 
Που γέμιζε τις στέρνες
Με υποσχέσεις δημητριακές
Πέρασε
Ξεράθηκε το δεντράκι των οχυρών
Εκεί που έδενε την κούνια
Η αστραπή του γέλιου

Άσε το αστέρι να σου δείξει την πορεία του βέλους 

Τώρα πλαγιοκοπούν
Το σώμα σου ριπές της άμμου
Δέσε το σκοινί
Στείλε την πρόσκληση
Διπλό να γίνει
Το στεφάνι του ήλιου στο ψήλωμα
Τη φιλαυτία του να παρακάμψει
Ο αγγελιοφόρος και να φανεί
Παρασημοφορημένος

Τι πιο ακριβό απ' τη στεφάνη της κούπας 
που τα χείλη σου άγγιξες 

Στους ναούς των ακρωτηριών
Η τελευταία σου μάχη
Μιας ημέρας όνειρα
Που έγιναν ικεσίες...
Ο λόγος άρρητος
Στις παρυφές της αγάπης
Κι ακριβό το αντίτιμο
Που θα κομίσεις στου πάθους τη θυρίδα!

Δεν ξεχνά το αίμα ποτέ όταν σαρκώνεται την ηδονή 

Έλαβε μέρος στο δρώμενο "Παίζοντας με τις λέξεις" που με αξιοσύνη
διοργάνωσε η me(maria) μαζί με άλλες υπέροχες συμμετοχές κόντρα
στους ανίερους καιρούς  προσφεύγουμε στην πρό(σ)κληση της τέχνης!

Σάββατο, 2 Απριλίου 2016

εικοσιτετράωρος εφιάλτης

persephone with pomegranate-kris waldherr

Ξέφυγε τελικά Σίγουρα ξέφυγε Κοντανάσαινε Τα πόδια της έτρεμαν
Ψυχή πουθενά Τρεις η ώρα τα ξημερώματα Το γλέντι η μουσική
το πέρασμα του ποταμού ο σπασμένος τροχός Έμειναν όλα πίσω
Το χαρτάκι της πρόσκλησης τσαλακωμένο ή μάλλον μουλιασμένο
στον ιδρώτα του πανικού
Ένα άστρο ξαφνικά ξέφυγε από του ουρανού την αυλαία Που καιρός
για ξόρκια κι ευχές
Σκιά έγινε Ένα μπεγλέρι σκορπισμένο στα σκαλοπάτια
Θυμήθηκε την προγιαγιά της Αγαπούσε πολύ τα μπεγλέρια και τους
χαρταετούς Είχε κίτρινα απ' τον καπνό δάχτυλα κι ασβέστωνε κάθε
Πάσχα τη μάντρα του κοιμητηρίου κι ας μην προσδοκούσε ποτέ
ανάσταση στη ζωή της Φτώχεια και Προσφυγιά κι η Πατρίδα
χαραγμένη στη χρυσή καδένα να δακρύζει
Ξέφυγε τελικά Όσο έφτανε το μάτι -παρά το σκότος- καμιά φιγούρα
κανένας ίσκιος δεν την ακολουθούσε
Χάιδεψε το αριστερό της πόδι στο ύψος του γόνατου Με τις βροχές 
πονούσε Σταμάτησε να τρέχει Φάνηκαν τα πρώτα σπίτια με τους
εσωτερικούς κήπους
Ίσως αν χτυπούσε μια πόρτα να της άνοιγαν Ας μην της παραχωρούσαν
μια ζεστή θέση να κοιμηθεί Αυτή τους κήπους θα διάλεγε τα παγκάκια
με την αγαπημένη τους φλυαρία το χώμα που μοσχοβολά πρωτεϊκά
αρώματα!
Θα το αποτολμούσε!
Αν της έδιναν -θα το ζητούσε- ένα σκοινί θα έδενε μια κούνια Ένα
δέντρο θα υπήρχε Πως αλλιώς; Όλοι οι κήποι έχουν δέντρα Έστω μια
ταπεινή κουτσουπιά
Ωραία με μωβ - βυσσινιά λουλούδια Γιατί βυσσινιά είναι τα λουλούδια
που πενθούν
Θα το αποτολμούσε Έφτανε άλλωστε στο πρώτο σπίτι
Είχε ροζ παραθυρόφυλλα και μια εξώπορτα με σκαλιστά αραβουργήματα
Φεγγίτες κωνικούς και υπέρθυρα με δυο σειρές από ερωτιδείς
Θα πλάγιαζε στην χλόη Ένα μερμηγκάκι ένα σκαθαράκι θα την
συμπονούσαν Ο χάρτης του κόρφου της να ημερέψει Δρόμους ν' ανοίξει
Τους βημάτισε παλιά αυτούς τους δρόμους Απρόσκοπτη πορεία Χρόνια
πριν - όταν κάποιος της χρέωσε τη φιλαυτία του - έστρεψε τα μάτια στη
γαλήνη της γης στη μοναδική της ασφαλή μήτρα
Κι απόψε εκεί θα κατέφευγε σαν ορφανό μωρό που πεινάει στοργή
Να ασβεστώσει σαν την προγιαγιά της τα μικρά πετραδάκια του
σιντριβανιού
Να ανάψει ένα σέρτικο τσιγάρο να καεί το πρόσωπο του εφιάλτη που
την έβαλε στο κυνήγι αχάραγα
Θα το αποτολμούσε!
Μην ξεχάσει να συστηθεί Μην την πουν κι αγενή:
Μαρία όπως όλες οι μοιραίες Μαρίες του κόσμου τούτου
Ήδη μιλούσε με τους κήπους κι ας ξαστόχησε στα λόγια κι ας
έκλεισαν με πάταγο οι σύρτες πριν το ξημέρωμα...

                                     

Έλαβε μέρος στο δρώμενο "Παίζοντας με τις λέξεις" που με αξιοσύνη
διοργάνωσε η me(maria) μαζί με άλλες υπέροχες συμμετοχές κόντρα
στους ανίερους καιρούς προσφεύγουμε στην πρό(σ)κληση της τέχνης!