Τρίτη, 6 Οκτωβρίου 2015

εκατόφυλλη λατρεία



Αγαπούσες πάντα 
Τα εκατόφυλλα τριαντάφυλλα
Τα είχα στον κήπο μου 
Κόκκινα εκατόφυλλα τριαντάφυλλα
Από εκείνα που η γιαγιά μάζευε την αυγή 
Κι έφτιαχνε το λικέρ της Κυριακής
Πόσο επιθυμούσες να τα κόψεις 
Στο πέτο σου να τα στεριώσεις
Πόσο ήθελες να τα μαδήσεις 
Στου τσαγιού σου την άχνα να αναδυθούν 
Πόσο ήθελες να τα κοιτάς 
Στων ματιών σου το πλέγμα να καρφωθούν
Κόκκινα εκατόφυλλα τριαντάφυλλα 
Ολοχρονίς να βγαίνουν στον κήπο σαν υπόσχεση 

Ώσπου μια μέρα ήρθε βοριάς ξεροβόρι καταιγίδα 
Σκιάχτηκαν τα φύλλα
Μούχρωσαν τα πέταλα 
Λύγισαν τ' αγκάθια κι οι ρίζες βάρυναν 
Τι συμφορά!
Ο κήπος λασπωμένη λίμνη 
Τριμμένο γυαλί στα μάτια μου
Διπλός πέλεκυς κεραυνού στην καρδιά 
Κι εσύ περιπατητής με τα χέρια ανοικτά 
Να μ' αποχαιρετάς με κίτρινους φθίνοντες φθόγγους  

Κι απόμεινα μόνη μετά το απόβροχο 
Να στοιβάζω στις άκριες νεκρές τριανταφυλλιές 
Να ματώνω απ' αγκάθια σκληρά 
Να χτυπιέμαι από κλαδιά έρποντα 
Ακούγοντας τα βήματά σου να ξεμακραίνουν
Ακούγοντας κρότους ξερούς 
Μπροστά να πηγαίνεις
Χωρίς ποτέ να κοιτάζεις πίσω
Ερωτευμένος με τα αμάραντα ρόδα της νύχτας 
Σαν κι αυτά που αφθονούν στις χώρες των ποιητών
Και των καταδίκων... Τα μαύρα ρόδα των ενοράσεων!