Κυριακή, 29 Ιουλίου 2018

Αδιέξοδα μονοπάτια

Αποτέλεσμα εικόνας για σημύδες

Έπρεπε να φροντίζω την καρδιά μου, να τη νανουρίζω νωρίς να κοιμάται.
Πετούν χαμηλά τα πουλιά σήμερα,
κάποιοι λένε πως είναι σημάδι μιας επερχόμενης βροχής,
μα εγώ λέω πως είναι προμήνυμα μιας ξαφνικής θλίψης.
Ξυπνάς το πρωί,
αποφεύγεις να κοιτάξεις τον ουρανό, ξέρεις πως κάπου εκεί ψηλά
κυκλοφορούν άνθρωποι με μαύρους μανδύες,
κυκλοφορούν φονικά μαχαίρια που ξέρουν που ακριβώς να χτυπήσουν.
Μη δίνεις σημασία στα λόγια μου,
άνοιξα τη φιάλη και στην αψάδα της παραδόθηκα

Κοίτα τα χέρια μου πως λέπτυναν,
κοίτα τα πόδια μου πόσα μονοπάτια χαιρετούν.
Είμαι εδώ και εχθρεύομαι το φρέσκο αέρα.
Χτες στο παρκάκι ένας τρελός μαστίγωνε τα δέντρα,
τους φράκτες, τα αδέσποτα και τα στεκάμενα νερά.
Φοβήθηκα να πάω κοντά του,
ένιωθα αδύναμη μπροστά στο βλέμμα του,
σαν να με χτύπησε ξαφνικά ένας θερμός στρόβιλος.
Παράμερα στο παγκάκι αφημένα δυο ζευγάρια γάντια,
θέλησα να τα φορέσω ή να τα πάρω μαζί μου,
μα ήταν αδύνατον να τα πιάσω ζεμάταγαν σαν καμένη σάρκα.
Έφυγα κι ήθελα να πάρω αυτόν τον τρελό μαζί μου,
μα πως να αρθρώσω λέξεις, πως να βρω ένα δεύτερο εισιτήριο,
άλλωστε τα σκαλοπάτια μου σε σπασμένες κλίνες οδηγούν.

Κρέμονταν οι εφημερίδες,
σαν μαύρα πολυχρησιμοποιμένα ρούχα,
μπροστά από τις στάσεις των λεωφορείων.
Κάποιοι τις κοιτούσαν, κάποιοι με μένος τις ξέσκιζαν.
Υπάρχουν πολλοί τρόποι να υπάρχεις,
αλλά λίγοι να σε χωρούν, άπειροι να σε συνθλίβουν.
Να, όπως ξεφλουδίζεις ένα ώριμο καλαμπόκι
κι αποκαλύπτεις πολλαπλάσια τα σάπια δόντια να σε απειλούν.

Βιάζεσαι να βρεθείς στο καπνισμένο σκηνικό,
φοράς το σακάκι σου ανάποδα,
γεμάτες οι τσέπες σου με παλιές μου επιστολές,
φοβόσουν μην τις δουν αδιάκριτα βλέμματα.
Μια προφύλαξη μόνο δεν πήρες, να σφραγίσεις καλά το φάκελλο
με τα ποιήματα τα που σου είχα γράψει
κι έφυγαν στα τρίστρατα άλλους να συντροφεύουν,
σε άλλους να δείχνουν το σκαμμένο τους πρόσωπο.
Εκείνες οι σταγόνες στα μαλλιά τους είναι τα δάκρυα μου που γκρεμίστηκαν.
Μην τα ψάξεις, στις ρίζες τους τα κρατούν οι σημύδες
κι 'όσο αν θέλεις να τα περιμαζέψεις μια στρατιά αγγέλων τα διεκδικεί.

Κυριακή, 22 Ιουλίου 2018

Οι δρόμοι των ονείρων

Αποτέλεσμα εικόνας για Παλιό σκαρί

Κοιμήθηκα μ' ένα αστέρι απόψε,
ένα αστέρι που είχε αποδράσει
από τον καμβά ενός πίνακα του Μιρό.
Λαμπρό αστέρι ακτινωτό.
Είδα φεγγερά όνειρα:
ένα λιβάδι με ηλιοτρόπια, ένα ποδήλατο ασημένιο
και μια πλατεία πνιγμένη στο φως.
Υγρό το μαξιλάρι μου το πρωί.
Μόχθησα απ' τις τόσες πολλές διαδρομές.
Κάπου στα μισά συνάντησα κι εσένα,
ήσουν πάνω σε μια κληματαριά κι έκοβες σταφύλια
Μαύρα σταφύλια στο μέγεθός μιας μικρής ελιάς.
Δεν με κοίταξες, είχες τα μάτια γεμάτα θερινούς χυμούς
και στα χέρια κρατούσες λεπτό λεπίδι
κι έμοιαζε σαν να χαράκωνες της λήθης το σταχτόμαυρο κιούπι.

Το πρωί είχα στα μαλλιά μου ένα αθάνατο φως.
Συγύρισα τις δίχρωμες ορτανσίες,
ανέβασα στα σκαλοπάτια δυο άγουρα μήλα,
δρόσισα τα φύλλα της κλαίουσας με πρωινή δροσιά,
πήρα μια κορδέλα κι έδεσα τα μυστικά μου.
Από παιδί είχα πολλά μυστικά,
στο ημερολόγιο μου ζωγράφιζα τουλίπες, κρινάκια της άμμου
και λυγερές κληματσίδες.
Ακόμα υπάρχει αυτό το ημερολόγιο,
ποτέ δεν το ανοίγω, τυφλό το αφήνω να τρέχει στις νύχτες,
να σβήνει τα κεριά της εισόδου,
να παίρνει τη σκόνη απ' τα βιβλία μ' ένα χρυσό φτερό,
να εμπεριέχει άρρητα λόγια και οβάλ καθρεφτάκια
Αναμνήσεις θα μου πεις,
χρωματιστά χαρτάκια στο ξύλινο τέμπλο
μιας αλειτούργητης μνήμης που στο βάθος πονά,
μην το εξετάζεις.

Χτες το απόγευμα άπλωσα τα σεντόνια στο ερημικό σπίτι,
όχι για να καλύψω τα έπιπλα, ξέρω να συνομιλώ με τους νεκρούς,
χωρίς να φοβάμαι,είναι τόσο αθώοι.
Απλά θέλησα να βγάλω στην επιφάνεια το απεριόριστο των στιγμών μας.
Ευωδίαζαν λεβάντα και λιωμένη καραμέλα.
Γέμισε το σπίτι γλυκές νότες παιδικής επιδερμίδας.
Ύστερα τα άπλωσα στις κρεμάστρες της εισόδου
κι ήταν σαν να ταξίδευα με χίλια πλοιάρια ανοιχτά της θάλασσας.
Βρέθηκα σε νησιά ακατοίκητα, σε σπηλιές με χάλκινες γοργόνες,
σε ακρωτήρια με αφρισμένα τα μυώδη μπράτσα.
Πόσο θα ήθελα να βρω ναυαγούς ή έστω μια πειρατική λέμβο,
διαύλους να μου υποδείξουν
Ολομόναχη πήγαινα με αναρριχτό στους ώμους το σακάκι σου.
Αν κάποτε ρθεις θα σου μιλήσω γι αυτά τα ταξίδια,
μόνο μη ξεχάσεις να μου φέρεις εκείνο το κεχριμπαρένιο κομπολόι
που ταιριάζει με τα δάκτυλα μου.
Ξοπίσω στην αυλή έχω  κρύψει τα εισιτήρια κι ένα χάρτινο αστέρι,
μην ξεχαστείς.
Πένθησαν οι σελίδες μου απ' τα πολλά αγκυροβόλια.
Μόνο εσύ μπορείς με τα σκοτωμένα σου χέρια τα σκαριά μου να βυθίσεις. 

Πέμπτη, 19 Ιουλίου 2018

Χωρίς ερώτηση

Αποτέλεσμα εικόνας για Σελίδα

Γύρισε φύλλο η ζωή μετά από εσένα.
Κιτρινισμένοι τοίχοι, θολά τοπία,σκιεροί βράχοι,
περιχαρακώνουν τα μάτια μου.
Χτες πήγα να μαζέψω άγριες ορχιδέες,
απόκρημνος τόπος, πετρώδης.
Πρόσεχα τα βήματα μου λες και κάποιος
με είχε πάρει στο κατόπι.
Στα όνειρά μου βλέπω πως πάντα
κατεβαίνω ρεματιές γεμάτες οξιές.
Ονοματίζω με σπάνια ονόματα τ' άγνωστα άνθη,
Τα συλλέγω προσεκτικά και τα ακουμπώ στην ποδιά μου.
Έπειτα λαχταρώ να βρεθώ ξυστά στο δροσερό ρυάκι,
Γυμνώνω τα πόδια μου κι είναι σαν να διεισδύω στο άχρονο,
κρουστά νερά, απάτητες πέτρες αιχμηρές, παλλόμενες καλαμιές.
Ματώνω το φέρεμά μου, ματώνω την άγρια όψη της θλίψης.
Ξαναβρίσκω το νόμισμα τυλιγμένο σε μια εφημερίδα παλαιική.

Αγόρασα φτενά παπούτσια να σου αρέσουν,
Φόρεσα το καπνισμένο πουκάμισο της λήθης
Ευρύχωρο, απαλό σαν παιδικό χεράκι απλωμένο.
Έτσι σιγά - σιγά ξαναγυρίζω τις σελίδες σου.
Αποστηθίζω τα κεφάλαια της ζωής που σου άρεσαν,
(βουτιές στη μουσική, βουτιές στο περίπου)
Κρατώ την αναπνοή μου σαν να βρίσκομαι κάτω από το νερό.
Τα βράγχια μου είναι απαραίτητα.
Μια γοργόνα με κοιτά καχύποπτα.
Κι αν προσμένει μια ερώτηση καινούρια,
εγώ δεν έχω καμία να της πω.
Μόνο στα κοχύλια εμπιστεύομαι τις λέξεις.
Μεταφράζω ήχους, τα καταφέρνω
Στην επιφάνεια ζει ένας πληγωμένος ναυαγός.
Τον προσκαλώ στη γιορτή μου,
μου φέρνει δώρα και μια ακριβή ευχή.
Δεν θα στην αποκαλύψω.
Οι ευχές χάνουν την αξία τους,
αν τις ζυγιάζεις στα γυμνά μπράτσα του εφήμερου.

Ο πατέρας είχε πάντα δίκιο
κι αν έλαβε μέρος σε μάχες δεν λάβωσε κανένα.
Έκαψε το χέρι του το μπαρούτι,
πάντα σημάδευε προς τα μέσα,
ποτέ δεν υπήρξε δίβουλος.
Του άρεσε να οργώνει τις πεζούλες,
να κρύβει το στάρι στις αποθήκες των φτωχών,
να περνά στη βίβλο κομμάτια της ζωής του.
Όταν κάποτε με πήρε στην αγκαλιά του, του θύμωσα.
Είχε τραχιά χέρα και σκληρούς μυώνες
Αποτραβήχτηκα φοβισμένη αλλά είχα αρπάξει κρυφά μια φλογίτσα.
Δεν του το μαρτύρησα.
Από τότε μια ενοχή με ακολουθεί.
Μια αμφιβολία αν πραγματικά υπήρξε κι αν με άγγιξε ποτέ έστω για λίγο.
Κάθε βράδυ περιποιούμαι αυτή τη φλογίτσα
Μια μέρα μάλιστα την έκλεισα στα μάτια μου,
έλαμπα σαν βραδινός αστερισμός στην αυλή του πατρικού.
Μεγάλωνα κάθε μέρα κι από έναν χρόνο.
Πέντε χρονών κι είχα κιόλας άσπρα μαλλιά.
Ο πατέρας ποτέ δεν άσπρισε όπως κι εσύ άλλωστε.
Έτσι μπορώ να σε θυμάμαι νέο κι αρυτίδωτο,
σαν μια κορασίδα χωρίς ίχνη στα ακροδάκτυλα.
Μια σελίδα μόνο θα 'θελα δικιά σου ακόμα.
Εκεί να ακουμπήσω τον ώμο μου, αδειανό να αφήσω το ποτήρι
με το γλυκό λικέρ της αγάπης να με ζεσταίνει.

Κυριακή, 15 Ιουλίου 2018

Λευκός καβαλάρης

Αποτέλεσμα εικόνας για μετά τη βροχή

Έγειρες στο χώμα και κοιμήθηκες.
Υγρό χώμα, με κακοτράχαλο κρανίο.
Μόλις είχε βρέξει.
Δυνατή βροχή, απρόβλεπτη.
Δεν φοβήθηκες τη λάσπη κι εκείνα το καρφάκια
της βροχής σιωπηρά τα αγνόησες.
Δίπλα σου περιπατητές με πολύχρωμες ομπρέλες,
σκισμένα αδιάβροχα και τσόχινα γάντια,
σε προσπερνούσαν χωρίς να σε δουν,
(κάποιοι μάλιστα κινδύνεψαν να σε πατήσουν)
Μακάριος ύπνος.
Ρίζες έβγαλαν τα χέρια σου
και τα μαλλιά σου γέμισαν γκριζογάλανες πεταλούδες
Κι εγώ λευκή αλκυόνα,
εμμονικά ψηλάφιζα το σφυγμό σου,
καθώς μια ζωή στους δρόμους σου πορεύτηκα
και στη σκιά των βλεφάρων σου είδα να ξεψυχούν λευκές οι νύχτες.

Έγειρες στο χώμα και κοιμήθηκες.
Χωρίς ένα στιλέτο στο χέρι,
χωρίς μια κραυγή στα μελανά σου χείλη.
Δεν άλλαξες πλευρό ούτε στιγμή.
Δεν σε ενοχλούσε ο βουερός κυκλώνας,
αγκίστρια είχες στην καρδιά μπηγμένα.
Στο άγνωστο βυθιζόσουν
κι εγώ φάρους σχεδίαζα στο κορμί σου.
Αχνογελούσες και ταξίδευες.
Πάντα ταξίδευες.
Κάθε μέρα κατακτούσες κι από μία άλλη πόλη.
Μεγαλουργούσες όπως μεγαλουργούν τα δέντρα το καλοκαίρι,
με τα χιλιάδες τζιτζίκια να το επιβεβαιώνουν.

Πλάι σου δυο βότσαλα αρμυρά.
Πόσο θα ήθελα πάνω τους να ζωγραφίσω:
έναν αρχαίο ξίφος, έναν κύκνο, μια γραμμή ονείρων
ή έστω ένα αγριοκυκλάμινο
από δύσβατο μονοπάτι πλάι στη θάλασσα.
Μακάρι να είχα χρώματα, διάθεση κι αντοχή.
Πονάει το πινέλο όπως πονάει το καμτσίκι
στα πλευρά του γέρικου αλόγου.
Γλιστρούν τα χρώματα και χάνονται,
αν δεν τα φυλάξει η μνήμη στις πάνινες τσέπες της.
Δεν σε ξύπνησα, δεν σου είπα τραγούδια.
Απλά σε απόθεσα στη γη γαληνεμένο.
Μου έφτανε πως ήσουν κοντά μου
και πως αξημέρωτα θα ξανοιγόσουν
στα αρχαία κτίσματα της πόλης ίδιος λευκός καβαλάρης.

Πέμπτη, 12 Ιουλίου 2018

Αντικλείδια

Αποτέλεσμα εικόνας για δέντρα

Ξεράθηκαν τα λουλούδια στους αγρούς
μικρή μου αγάπη, καλοκαίριασε.
Φόρτσα ο άνεμος σκίζει τα ιστία μας,
κουρελιάζει τα μαντήλια που αγαπήσαμε.
Που να απαγκιάσω;
Δεν βρίσκω τόπο απάνεμο.
Εσύ παράμερα να μου λες πως στο μουράγιο
οι φανοστάτες έστελναν διακριτικά σήματα στους νεκρούς
Μισώ τις ανούσιες αλήθειες!
Αγάπη του απερχόμενου χειμώνα.
Αγάπη των χαμηλωμένων ματιών.
Αγάπη με την ανεστραμμένη παλάμη
και το καλοσυνάτο χαμόγελο.
Δεν σε ξέχασα...
Στις ρωγμές του αντίχειρά σου χορεύω τα βράδια.

Θα 'ρθουν μέρες που με κομμένη ανάσα
θα ψάχνω έναν ίσκιο,
μια πλατωσιά να ρίξω τα ψίχουλα.
Τα πετεινά θα τσιμπολογούν αμέριμνα
κι εσύ αργοπορημένος
θα βουλιάζεις,
θα σκορπίζεσαι σαν ψιχίο,
θα περιπλανιέσαι στα αδιέξοδα
των μικρών διαψεύσεων,
μακάριος.
Αστερισμός που έχασε το φως του,
μικρό μαγνάδι που στο σκότος ξετυλίχτηκε,
ξεραμένο φύλλο στο φυτολόγιο του ερημίτη ξεχασμένο.
Σ' αναζήτησα στης γιορτής μου τη μέρα,
μα δεν ήρθες.

Καλοκαίριασε
κι εγώ στο συρτάρι μου κρατάω ζωντανό
ένα επιλήσμον φιλί.
Δες με σε κατοικώ.
Δες με ξεσκονίζω τα τοιχία.
Στο παλιό παγκάκι ο ζητιάνος
μου έδωσε μια αρμαθιά αντικλείδια
Η λεύκα με συντρόφευε.(Τι κορμοστασιά!).
Παράμερα εσύ ξιφουλκούσες μιαν απειλή,
πες μου ένα τραγούδι μου ψιθύρισες με συστολή.
Δεν υπάκουσα.
Άναψα ένα σπίρτο και σε πολιορκούσα.
Μην παίζεις κρυφτούλι...ξέρεις φαίνεσαι.
Στις ρωγμές του αντίχειρά σου παίζω ακορντεόν.
Βγάλε το καπέλο, μας χρωστάει ο κόσμος πολλά ψέματα ακόμα!

Στα όνειρά μου ζω το περίπου.
Περίπου γαλήνια,
Περίπου ωραία.
Περίπου ασφαλής.
Στα στέκια που συχνάζω σβήστηκαν οι αριθμοί:
Όλα στο άγνωστο να ζουν, όλα στο κατόπιν, όλα στο μεταξύ μας.
Τα ρούχα μου πάλιωσαν, η ζώνη μου με σφίγγει.
Βουτάω στα νερά, εξαγνίζομαι.
Αδειάζω το μπουκάλι με τα μύρα στο ποτάμι.
Θυμάμαι τα λόγια του ποιητή,
μάταια αναζητώ τη βιογραφία των ματιών του,
ποιος την υφάρπαξε;
Οι φοινικιές αρρώστησαν φέτος.
Στη Σαχάρα οι ιθαγενείς κοιμούνται σε ύπτια στάση.
Έλα!
Καμηλιέρης να προβάλεις μπροστά μου.
Μόνο ένα άγγιγμα σου μου φτάνει
για να πετάξω στις διάφανες πολιτείες,
εκεί που τα παιδιά ιερουργούν στις εκκλησίες.
Δεν θα μας νικήσουν.....  

Τρίτη, 3 Ιουλίου 2018

Συνομιλίες με το κύμα

Αποτέλεσμα εικόνας για κύμα

Πότε θα επιστρέψεις στα γήινα;
Σε ένα παράλληλο σύμπαν ζεις.
Κάθε βράδυ κόβεις με το μαχαίρι
έναν φρεσκοψημένο άρτο.
Καλείς τα σπουργίτια, καλείς τους κορμοράνους,
πάντα είχες περίσσια την καρδιά και το αίμα.
Τα δάκτυλά σου μελένια όπως κι οι σκέψεις σου.
Στρώνεις το χαλάκι της εισόδου
να διαβούν οι μοίρες, μαζί με τον άσπρο καβαλάρη.
Μια τσιγγάνα σου διαβάζει ένα παραμύθι
μα εσύ αποστηθίζεις του ανέμου τις γκρίζες λέξεις.
Ανέφελα θα είναι τα μάτια σου
και με καθάριο βλέμμα θα με πηγαίνεις στους πορθμούς.
Αλλά εγώ όμως όπως πάντα θα αργώ,
ξέρεις οι ώρες δεν μου έκαναν ποτέ το χατήρι φίλες μου να γίνουν.

Στο προσκεφάλι του ύπνου μου κάνεις κατάληψη.
Ο βοριάς, είναι το χέρι σου,
ο νοτιάς, είναι η καρδιά σου
(Πόσο την προσέχω!).
Στα όνειρά μου τραβάς μαυριτάνικο μαχαίρι.
Μη απωθείς, σε θέλω.
Με αγνοείς, σου ανοίγομαι.
Είναι βαρύ το κλίμα εδώ πέρα.
Χτες είδα ένα λαβωμένο περιστέρι στο καρτέρι μου.
Μην ήταν η ψυχή σου που βημάτιζε πάνω στον κύκλο;
Η ψυχή σου ήταν σίγουρα, που το χώμα κοσκίνιζε...
Τα χρυσά μου βραχιόλια σε μαρτύρησαν
κι ο βραδινός άγγελος στο αυτί μου το ψιθύρισε.

Στην αποβάθρα έτοιμες οι βαλίτσες,
το πλοίο θα σαλπάρει στην ώρα του.
Φεγγαρόλουστα θα είναι τα βράδια στην Κίμωλο,
θα μας ξυπνά το κύμα
κι οι γλάροι θα μας κερνούν πρωινά όνειρα.
Εκεί στο ενύπνιο θα σε φιλώ και θα σε καμαρώνω,
διάρκεια να έχει η μέρα μας, διάρκεια να έχουν οι ενοχές μας.
Μακριά να μας πηγαίνει ο στίχος.
Δεν χρειαζόμαστε δίχτυα μήτε όχημα.
Εμείς φυλάξαμε λίγο απ' το κοσκινισμένο χώμα
και το κλείσαμε στα φυλακτά μας.

Έλα με των κυμάτων τις χορογραφίες να με κεράσεις, αιθάλη και αρμυρό νερό.