Πέμπτη, 10 Απριλίου 2014

ορεινή σύρραξη




Σε ένα ορεινό χωριό της Ηπείρου
-Εκεί που η πέτρα αντιμάχεται
Όπως αξίνα γεωργού
Τα σπλάχνα της γης
Ληστρικό λημέρι να στήσει-
Κάπου στον περίβολο μιας εκκλησίας
Με καμάρες τρεις στην είσοδο
Είδα μιαν ολάνθιστη παιώνια
Να υπερπηδά ρωμαλέα σαν άλτης
Του θέρους την κάψα
Και να εγείρει περίτρανο άνθος στον κόσμο!

Βολεμένη η γύρη της σε κύκλο χρυσαφένιο
Σαν μπέρτα κίτρινη χωρικής
Πέταλα κόκκινα άλικο να βαφτεί
Το χράμι των βουνών
Εκεί που έσμιξε το αρματολίκι
Και το αντάρτικο γιορτάσι του έρωτα
Επηρμένη η παιώνια καυχήθηκε την αρματωσιά της
Μέσα στα ψυχρά κάτοπτρα του νερού
Μπροστά πηγαίνει τώρα ορθή
Στον πόλεμο με την ματαιοδοξία
Στην διαμάχη με τον ναρκισσισμό
Σύμμαχος στην ατέρμονη μάχη του ποιμένα
Να συνθέσει στην καλαμένια του φλογέρα
Την οκτάβα της αήττητης μοναξιάς
Υφαρπάζοντας στο δισάκι του κλεφτά
Τους πρωινούς κελαηδισμούς του πετροκότσυφα!

Εκεί παρέμεινε μοναχική και πλανεμένη
Στα πλάγια με τις πέρδικες
Την περιγελούσαν οι συντρόφισσες της
Στον περίβολο της εκκλησίας στητή αυτή
Μαζί με τα λευκά κρίνα της φτωχής Παναγίας
Τα αστρολούλουδα της γης
Τους κυματιστούς κισσούς
Και τις αειφόρες μπιγκόνιες με τα χάλκινα χέρια τα χλωμά!

Ήρθε βροχή έπιασε μπόρα
Ψυχανεμίστηκε η παιώνια τον κίνδυνο
Κι έκλεισε τα πέταλα της
Διαισθάνθηκε η παιώνια τον βοριά
Και αναδίπλωσε τα φύλλα της
Διέβλεψε η παιώνια την αστραπή
Και τράβηξε την ρίζα της
Σε πηγαδίσια βάθη
Τριγμοί να ακουστούν παγανιστικοί στο απέθαντο σύμπαν!

Πάνοπλη και ετοιμοπόλεμη
Με τόλμη και θάρρος
Βγήκε με κοντάρια στημόνες
Τον δράκο της βροχής να παλέψει
Που στα σήμαντρα κατοικούσε
Εκεί που τα χελιδόνια τερπνά
Οικοδομούσαν τα πλίθινα όνειρα τους
Πόλεμος άνισος
Και ο Αη Γιώργης ρακένδυτος
Χωρίς το άλογο του
Αποκοιμήθηκε άοπλος στα απόκρημνα σπήλαια της χαράδρας!

Κυρτή η παιώνια κι απέλπις
Ζήτησε πολεμοφόδια να της φέρουν
Συρμάτινες χορδές απ' του ουράνιου τόξου
Το βιολοντσέλο
Πλίνθους πύρινους απ' την σελήνη
Βέλη να φτιάξει φαρμακερά
Και με την σεληνόπετρα γαρμπίλι στέρεο
Οδοφράγματα να στήσει
Κι απελεύθερη πια να πολεμήσει
Τον κακό οιωνό του ξέθωρου σύννεφου!

Στον περίβολο της εκκλησίας απόψε
Άνθισε η σελίδα της Επανάστασης
Μόνο ένας ιερέας με το κομποσκοίνι του
Μετρούσε τις στερνές προσευχές
Που απηύθυνε στον δικό του Θεό
Συνθήκη κλείνοντας με τον Θάνατο
Την μικρή παιώνια την αγνόησε
Καθώς είχε διαβεί το Άγιο Πάσχα
Κι οι νεωκόροι είχαν κλαδέψει τις πασχαλιές
Τον επιτάφιο μυστικά να στολίσουν
Έτσι η μικρή παιώνια σαν ηγέτιδα των λουλουδιών
Σταυρώθηκε και αναστήθηκε
Μόνη εν μέσω του Θέρους
Προορισμένη μοιραία να ανεβάσει
Στα μάτια των παιδιών
Τα δάκρυα της ευτυχίας
Και στο κόκκινο ομπρελίνο της να στεγάσει
Τα εφήμερα μεγάλα όνειρα
Ενός λαού που μόνο τη κόψη του σπαθιού γνώρισε!

Γιατί η λευτεριά απαρχής κόσμου
Σε σχισμάδες βράχων
Τις αιματοβαμμένες υφαίνει σημαίες
Άλικες σημαίες στο χρώμα της παιώνιας
Που εσένα μόνο συλλογάται αναγεννώμενη κάθε αυγή!