Τρίτη, 28 Μαρτίου 2017

Η μάχη των ρόδων

Αποτέλεσμα εικόνας για εκατόφυλλα τριαντάφυλλα

Γεμίζω τις φλέβες μου με χυμούς
Από εκείνους που ενδυναμώνουν
Τις εκατόφυλλες τριανταφυλλιές
Κάνοντάς τες πλούσια την άνοιξη να ανθίζουν
Και μες στις ξερολιθιές επιθετικά να μπερδεύονται
Σαν τις στρατιές των άτακτων αγγέλων
Πριν την κυριακάτικη προσευχή στο παρεκκλήσι
Γεμίζω τις φλέβες μου με βρόχινο νερό
Ανθοφορεί το σώμα ιάμβους
Ευωδιάζει το τρίχωμα ουρανό
Συσπώνται γοργά οι κοιλίες της καρδιάς
Μέθη γεμίζουν τα κύτταρα
Πολλαπλασιάζονται ριγούν μεστώνουν
Την έλευση των δροσοσταλίδων αναμένουν
Έναν έρωτα χοϊκό κι ανίκητο να υμνήσουν

Σήμερα στον κήπο μου
Έκανε περατζάδα ένα λαβωμένο σπουργίτι
Ράμφιζε το χώμα
Ξεχορτάριαζε τα νεκρά καύκαλα
Ένας σπουργίτης μοναχικός
Δίπλα στο πέτρινο πηγάδι
Ήχος νερού
Κελαηδισμοί
Φτερουγίσματα
Και ρόδα πολλά ρόδα                
Ένας ολάνθιστος όχτος με ρόδα
Ν' απλώνει η ευτυχία τα μπρισίμια της γιαγιάς
Να καλαφατίζει ο χρόνος της ζωής το μερεμέτι
Κι εγώ να συνομιλώ μαζί τους παρηγορητικά
Πετραδάκια να πετάω στον πόνο
Να λαβώνω τις κρύες λαμαρίνες της λήθης
Αλαφρωμένη
Στο χαμόγελο του φεγγαριού ν' ακουμπώ το δείκτη
Σώπασε μη μιλάς
Κοιμάται η Ροδάνθη πλάι στο βάθρο του αγάλματος

Γεμίζω τα υψώματα με διχάλες παιδικές
Ψέματα μου είπανε οι μοίρες
Κοινό ήταν το όνομά τους
Περιφρονητικό το βλέμμα τους
Κι εκείνος ο πανάρχαιος κρίκος
Που στις ανασκαφές βρήκα
Έκρυβε όλη της γης τη σοφία
Και μου τον άρπαξαν
Μα εγώ θα γεμίσω τις φλέβες μου με σκούρο αίμα
Κι ύστερα εξαγνισμένη θα μπω στην πομπή
Τι κι αν γκρεμίστηκε το ιερατείο
Τι κι αν λεηλατήθηκε η σκηνή των θεάτρων
Μπροστά θα σταθώ στο στηθαίο των αναμνήσεων
Να καταθέσω την οργή των λέξεων
Εκείνες που ψέλλιζε το πεινασμένο παιδί
Μπροστά στην κορνίζα της μάνας του
"Ήρθε η ώρα να σηκωθείς άνθισαν τα ρόδα στα παρτέρια"
Σώπασε μη μιλάς
Κοιμάται η Ροδάνθη πλάι στο βάθρο του αγάλματος