Τρίτη, 27 Μαρτίου 2012

το κατά συρροήν έγκλημα


Σε σκοτεινό δάσος περιπλανήθηκα
Του χτες αναλλοίωτος πεζοπόρος
Με ανοιχτή τη πληγή των αιτιάσεων
Στο δεξί μου πυρήνα
Διέφευγε ο μήλανθος του στόχου
Από τις σκούνες των πειρατών
Μάταια φιλονικούσα με το φως
Στο κολαστήριο με τα αναφιλητά
Προσκυνημένος ανθός στο πέτο της φλαμουριάς
Αντιστεκόμουν στο διάλογο της γης
Μονόχειρας ένας ποιητής ξερίζωνε 
Βραγιές με καλαμποκιές και άγριες φράουλες 
Χωριστές αποποιήσεις της πληγωμένης γης 
Καρποφορούσαν εξαρχής τις έκγονες
Απολαύσεις της σάρκας που δονούνταν
Από τις λόγχες της γλώσσας
Ερχόσουν κάτωχρος
Η φύση καλή κυρά των ανέμων
Έτεινε το βραχίωνα της στους αναρίθμητους
Εργώδεις εραστές της
Αγάπη μιας μέρας κόντρα
Στις βουλές των Τελώνων
Παραδίδονταν στο ματογυάλι
Του κοιμισμένου οδηγητή
Στο βυρσοδεψείο του βουρκωμένου ποταμού
Σμέρνα βουβή λάκτισμα του Αθανάτου
Πάνω στο κρυφό καημό της μελωδίας
Αντέγραφε τις συμφωνικές μεταλλάξεις
Του εμπύρετου κοχυλιού
Η εστία μικρή θαμνώδης
Κατέρρεε μπροστά στα μάτια των
Των σεισμικών ανατάσεων
Των Αμαρτύρητων βυθοσκόπων
Η ουράνια θύελλα απέστελλε
Στα πράσινα φουγάρα του καπνού
-Θαυμαστά ερωτικά ποιμνιοστάσια -
Ξεχασμένα λογίδρια μιας σκέψης ταπεινής
Κοιμούνταν το αίμα στο διάφανο μετάξι
Της πρωινής πολιορκητικής μηχανής
Στρατοί κυρίευαν τα στενά αλαλάζοντας
Συνθηματικές φλόγινες φράσεις
Στον δίολκο του ήλιου
Παρηγορητικές συρράξεις διέπρεπαν
Στην μετόπη του κουρσεμένου ναού
-Αποστάτες της κρυφοφίλητης αγκαλιάς-
Παιδιά εισέρχονταν ανυποψίαστα
Στους τροχούς της παγανιστικής τελετής
Έσυραν μαζί τους τα παλιά τους αναγνωστικά
Ένα παλαιό αριθμητήριο για τις ζυμώσεις της μέντας
Και το βιβλίο των ευχών
Αποκρουστικά μελετούσα την απρεπή ανάσα
Της υφέρπουσας μούσας των ραψωδών
Καταγινόμουν μαρτυρικός ακροατής
Της ερυθρίασης των νωτιαίων αυλακώσεων
Το κατά συρροήν έγκλημα διαπράττονταν
Στο χυτήριο του μαχόμενου Μανδραγόρα
Χωρίς αναλγητικό σε υποδέχτηκα
Κεντρί της μοίρας που αναδιφά τραύματα ψυχής    

Δευτέρα, 19 Μαρτίου 2012

συλλείτουργο


Κοσκίνισε την άμμο αιθέριος έφηβος
Τα χέρια συγκρατούσαν τον χρυσό
Ανάμεσα σε αντίσκηνα αθίγγανων
Που κατέβαζαν οι ποταμοί
(Ασίγαστη πνοή στο καρφί της ροής)
Βρήκε την φλέβα του σακατεμένη
Από την ανομβρία των φύλλων
Πράσινα φύλλα δίπλα
Στο παλιό γιοματάρι
Ανήμερα της γιορτής του Αγίας Θέκλας
Η καρδιά φωτίζονταν
Από τις τρεμάμενες φεγγαροφωλιές
Αποξεχνιόνταν σε σταθμούς τρένων
Παρέα με τα κοκαλιάρικα κλαδιά του ιβίσκου
Έτερψε -ώρα απογευματινή- την ηδονή των μυστών
Με γιρλάντες κεριών και με στεφάνες
Αποξηραμένων πηγαδιών

Στη μεσιανή κάμαρα ακούγονταν
Ο ρόγχος του νωπού σπέρματος
Σώματα υγρά παραδομένα στα πλήθια
Οράματα της σεπτής σινδόνης
Η προοπτική της ισημερίας
Χάνονταν στις σκέπες του πράσινου
Βελούδου -επόπτες μοίραζαν τίτλους τιμής-
Το λουλακί μάτι του ταύρου
Πετάριζε στροβίλους ζωής
Στον μικρόκοσμο της πλατείας
Ο λαχνός σύρονταν από το καπέλο
Σαν περγαμηνή από τη σάρκα της παλίρροιας  
Μελαμψά κορίτσια αποτύπωναν
Ξεχασμένες επιγραφές
Στα τροχήλατα μάτια των αγαλμάτων
Όταν περάσει ο κυματισμός
Του αιώνιου πεύκου πάνω στην κόμη
Του λευκού γιαλού θα επιστρέψω
Στη κρυψώνα με το παγωμένο νεκρό

Έχω φυλάξει για τις στρατιές
Των μελαγχολικών ματιών
Λίγο απόσταγμα από τα δέντρα
Της ρουφήχτρας -η απόσταση εκμηδενίζει
Το χαμηλό πέταγμα των κορακιών-
Γρήγορα απαρίθμησε τα σκαλοπάτια
Στην αυλή με τους μεταλλικούς κίονες
Βάζοντας φρουρούς τα σιωπηλά γκέμια
Της λησμονημένης Αμαζόνας
Το φως καραδοκεί πάνω στο κάτοπτρο
Του φιδίσιου ρυακιού
Λευκαίνει τις σκοτεινές σπηλιές
Με το διαμαντένιο νήμα της αστραπής
Λουλακί το μάτι του ταύρου σπαράσσεται
Ολοφυρμοί στο αέτωμα της πατρίδας
Σημαίες στο λοφίσκο της δεξαμενής
Υποστέλλουν το χάλκινο φρύδι
Της νυχτερινής ελεγείας

Μεταπτώσεις του κόκκινου θόλου
Στους ναούς των υμνωδών ψαράδων
Δίχτυα βαριά αυγινό ξεφάντωμα
Στο μονοπάτι της άγριας πέστροφας
Πουκάμισο φαρδύ ριγμένο
Στους αρμούς των κυμάτων
Μαζί με τον στίχο που περιέσωσες
Από τους επιδρομείς της λάβας
Μοναδικό σου καταφύγιο
Οι τριγμοί της πέτρας
Πάνω στις έγκλειστες παραφυάδες
Της δικής σου φυλακής   

Κυριακή, 18 Μαρτίου 2012

το σύνορο της γης


Απίθωσε το χέρι της στη σκιά που διέγραφε
Η λάμπα θυέλλης πάνω στον ασβεστωμένο τοίχο
Της παρθενικής κάμαρας με τα έξοχα μανουάλια
Λευκή μια καρδιά αποκαλύπτονταν ρυθμικά
Πάνω στο νοτερό χνούδι της αφής του ασπάλαθου
Πλησίαζαν οι ήχοι -ετοιμοθάνατα πρελούδια των στεναγμών-
Παραληρώντας μαρτυρικές καταθέσεις και χρονοβόρες εικασίες
Ιδανικών αυτόχειρων ανεβασμένων πάνω στις διασταυρώσεις
Των εξοχικών τάφρων της Λαυρεωτικής κώμης
Αποστολική η σιωπή βάραινε στα βλέφαρα
Μεταφέροντας που και που κρότους οξείς
Από τις συγχορδίες των γλάρων πάνω
Στις κλακέτες των απρόσιτων πυθμένων
Απόγευμα Κυριακής με σύντομες παύσεις
Στις γρασαρισμένες αυλακιές των δίσκων του γραμμοφώνου
Αναβοούσε η τετράκλωνη λάβα του Έρωτα
Στο σύνορο της γης -πέρα από το Σταυρωμένο όριο του πόθου-
Αντάμα με τον οργιώδη χείμαρρο των ηφαιστείων
Σύρονταν λυσίκομες κόρες με τα σταυροκάρφια της μοίρας στον μηρό
Εκούσια να μαρτυρούν στο μέλλον ανεκπλήρωτες αναβάσεις
Στο απαγορευμένο χωρίο της λαγγεμένης σάρκας των εραστών
Τυφλός ο οδηγός εξερευνούσε τα ίχνη του προγονικού χάρτη
Στο παράπλευρο ανάχωμα του κάστρου
Ασθμαίνοντας αργά πεζοπορούσε με μετέωρα βήματα
Ανάμεσα σε πυργίσκους ομίχλης και σε ρείκια ανεμοθύελλας
Κοντοζύγωνε ο χρόνος της τελικής αναμέτρησης με τις ριπές του στήθους
Το σκηνικό διαπλέκονταν αχνά στις ανασυρτές αίθουσες της μνήμης
Ένα ορειχάλκινο άγαλμα πλαγιοκοπούσε λίθινους αυλούς
 Η Αχερουσία η πηγή στάλαζε αρώματα λιγωτικά
Άγγιζε το άροτρο ελαιογραφίες φτωχών ζωγράφων
Στο μύθο της πέτρας παραδιδόσουν αμαχητί
Αφουγκραζόσουν το πετάλιο άλγος των ακτημόνων
Φωτοστέφανα  περίτμητα στο άγιο περιβόλι των παθών
Ανακαλούσαν το βρεγμένο περιστέρι με τα αμφίσημα μηνύματα
Ο έρωτας μεστός ροδίτης στα κοχλαστά χείλη των εφήβων
Κι ο θάνατος λυτρωτικό νεφέλωμα στο οριζόντιο δοκάρι της ερήμου
Πεταμένο το ζάρι του νεκρού πάνω στο λευκό ιστίο της ψυχής
Περιστοιχίζονταν από τις μυθικές χαράξεις μιας απελθούσας τρικυμίας
Ευρύς ο πόντος ξιφουλκούσε πανάγιες μορφές εξεγερμένων ναυαγών
Η θάλασσα αναπαριστούσε στις σπηλιές της το οργιώδη θυμό του πεπρωμένου
Λευκές μέδουσες ατίθασες ανεμώνες και μοιχαλίδες νύχτες
Ξεσκέπαζαν τις ιταμές προθήκες των λευκασμένων οστών
Βομβούσε η μέλισσα των αγρών στα υπέρθυρα των λογισμών
Σκέψεις λυτρωτικές εφορμούσαν από στόματα ετοιμοθάνατων
Η λύκαινα ζέσταινε τη χαίτη της απόκρημνης κρανιάς
Η μικρή Σαμάνθα κράταγε το ίσο στους ψαλμούς της ανώγειας Άνοιξης
Φύτρωναν οι μυθικές πέτρες και καρποφορούσαν σουσάμι και αγριοστάφυλλα
Ο οπλισμένος αστακός βαρύθυμος διάβαινε το άγιο βήμα του ιχνηλάτη
Οι πληγές έκλεισαν κι οι μάγισσες έπαιρναν το λεωφορείο για το σκοτεινό δάσος
Μέσα στη κάμαρα οι καθρέπτες απιστούσαν με τις ασύμμετρες υδρίες
Ήρθε ο καιρός για τον μεγάλο απολογισμό τα στάχυα μέστωναν στο μέτωπο της λήθης 
Μη καρτερέψεις τη κλαγγή της φθίνουσας ομορφιάς
Στις φλέβες σου κυλά ο αιμάτινος εφιάλτης των απόρθητων στενών  
Παρηγορήσου στις ακτινωτές ανακλάσεις του ειδώλου σου πάνω στο μνήμα του υακίνθου
Που μια εσπέρα λάβωσες με το δαμασκηνό σπαθί της μοιρασιάς
Οι γενιές των άστρων θα σε μνημονεύουν στο χαρτογραφημένο συναξάρι του έρωτα