Πέμπτη, 30 Ιουλίου 2015

εν τη γεννέσει (χαϊκού)

Αποτέλεσμα εικόνας για (χαϊκού)

Πως ξεπέζεψες
Τ' άλογο και δεν σπάσαν
Οι λεπτοί βλαστοί

Σεληνόφωτο
Κι ακούς τον ιερέα
Ύμνους να ψάλλει

Αχυρόστρωμα
Που πάνω του ξάπλωσε
Ράθυμος έρως

Ήταν όμορφα
Σαν χείλη αφίλητα
Τα ρόδα της γης

Φυσάει βοριάς
Και στο συρματόπλεγμα
Ριγούν τα κράνη

Σκυφτός πέρασε
Ο τυφλός με το λύχνο
Κάμπτοντας το φως

Κάτω στους βυθούς
Ξαποσταίνει για λίγο
Σελήνης τροχός

Σκαρφαλωμένη
Σε βράχο απρόσιτο
Μια παπαρούνα...

Αλλάζεις μορφές
Καθώς βγαίνεις στο πάλκο
Κι όνομα άλλο

Νέος βαρκάρης
Μες στα νερά βυθίζει
Το γόνυ της γης

Κίτρινη βροχή
Κι ούτε μία μαρκίζα
Στον κόσμο στεγνή

Λάμπουν οι φάροι
Σαν Θεού αστερισμοί
Που πέσαν στη γη

Δρυοκολάπτης
Σε δέντρο γερασμένο,
Ανάσες δίνει

Κέλυφος άδειο
Τραγουδιστή τζίτζικα,
Μυρμηγκιών φωλιά

Γκρίζο βατράχι
Στο κάτοπτρο της λίμνης,
Χρυσό βάφεται

Σαλπάρει γοργά
Μια σκούνα στο πέλαγο,
Σαΐτα στο πέραν

Με το τσεμπέρι
Του σκιάχτρου ένας γκιώνης
Κρύβει το δάκρυ

Μες στην ομίχλη
Ανεβάζουν τ' αμπέλια
Διάφανους χυμούς

Βράδυ και πέμπει
Το σκυλί στο φεγγάρι
Ήχους της πείνας

Φεύγεις βιαστικά,
Κι ο έκπτωτος άγγελος
Σκότη συλλέγει

Ποτέ δεν ήρθες
Στην ουσία γνώρισα
Μια απουσία

Σπασμένη στα δυο
Η φτερούγα του γλάρου
Ταξίδια τάζει

Στη φυλακή μου
Ευρύχωρη η χαρά
Σήμα σου στέλνει

Κυλά το νερό
Στα παμπάλαια μέρη
Με όψη νέα

Σάββατο, 25 Ιουλίου 2015

για μια σποριά στάρι (αφήγημα)

Αποτέλεσμα εικόνας για για μια σποριά σιτάρι

Στο πεζούλι η γιαγιά
Σου ξεσπύριζε σποράκι - σποράκι
Τα κομμένα απ' τους αγρούς στάχυα
Με περηφάνια περίσσια αρχοντική
Διάνοιγε αυλακιές στα πέτρινα τριγύρω τοιχία
Να ξεγελιέται για λίγο μια πείνα αρχέγονη
Δική σου πείνα και πείνα των οικείων σου
Χαιρόσουν σαν να σε άγγιζε
Φτεράκι πεταλούδας στη γυμνή σου κνήμη
Στο πεζούλι σκυφτή η γιαγιά
Μαυροφορούσα με βαθιές τις ρυτίδες
Και τα χέρια δύσκαμπτα από τις ταλαιπώριες
Σου 'φερνε τον πλούτο του κόσμου
Μέσα σ' ένα κυριακάτικο μπακιρένιο πιάτο

Ποτέ όσο ζεις δεν θα ξεχάσεις τα χέρια της
Ακάματα σαν τους ποταμούς του χειμώνα
Το κάπως αφελές και θλιμμένο βλέμμα της
Μα τόσο στοργικό για την ζωή των ταπεινών
Εκείνες τις ρυτίδες που χάρτες γίνονταν
Να μαθαίνεις σπιθαμή - σπιθαμή τον κόσμο ολάκερο
Που δρόμοι γίνονταν να σε πηγαίνουν
Στης ευτυχίας τη χώρα πάνω σε άτι ολόλευκο
Μα πάνω απ' όλα θα θυμάσαι για πάντα
Το ελάχιστό της χαμόγελο
Που στο άνοιγμά του στόχευες το μεγαλείο της χαράς
Και την γευόσουν μ' απλότητα φυσική
Σαν όπως γευόσουν τα άστρα απ' το δέντρο της αυλής
Παρέα με τ' αδέρφια σου ντάλα καλοκαίρι

Κι αν ήταν δύσκολα τα χρόνια και σκληρά
Μια σποριά στάρι σου ήταν αρκετή
Για να πλάθεις όνειρα χρωματιστά
Όπως τους ανεμόμυλους τους παιδικούς
Που στα παζάρια του τόπου σου χάζευες
Και τόσο απέλπιδα ποθούσες ν' αποκτήσεις
Σαν τους ανεμόμυλους
Αγαπημένος αυτός ο στρόβιλος σε συνέπαιρνε
Αγαπημένος κι αυτός ο μετεωρισμός σε ακολουθούσε
Γρήγορα όμως επέστρεφες ξανά εκεί
Παρηγοριόσουν με τα λίγα ξανθωπά σποράκια
Απ' το μεσάλι της γιαγιάς σου
Κι αν ένα σπουργίτι εμμονικά σε περιτριγύριζε
Συντράπεζο το έκανες στη γιορτή σου
"Γιατί είναι άπρεπο να μην αγαπάς και να μην συντρέχεις
Ό,τι η γη κλείνει στις χούφτες της και το θρέφει"
Λόγια της γιαγιάς, θυμοσοφία αιώνων
Που το κύτταρο σου με αχορτασιά αφομοίωσε
Να έχει το μέλλον κληρονομιά να πάρει από εσένα



Κυριακή, 19 Ιουλίου 2015

χαϊκού ενατένισης

Αποτέλεσμα εικόνας για χαϊκού ενατένισης

Σκληρός ο πάγος
Στα ακρόνυχα του βράχου
Πως αργολιώνει

Στα υπαίθρια
Καφέ, τα φύλλα γυρνάς
Μιας νέας ζωής

Στα χείλη λάμνουν
Τα λόγια σαν βαρκούλες
Που δεν έφυγαν

Φεύγει το τρένο
Κι οι ράγες αντιγράφουν
Ψυχρό τ' αντίο

Κόκκινος δράκος
Σαν δραπέτης ξεφεύγει
Σε βουνού σπηλιά

Στέλνεις μήνυμα
Αηδόνι της άνοιξης
Κι ανθούν οι κλώνοι

Πάνω στην πέτρα
Όρκο δίνεις στον ήλιο
Κυκλάμινό μου

Στ' αλπικά μέρη
Φυλάνε τα ρυάκια
Ζεστό το δάκρυ

Σε κορμό ελιάς
Στάθηκε το τζιτζίκι
Γνώση να πάρει

Αργούν τα πλοία
Να φτάσουν στο λιμάνι
Κλείσαν οι μπασιές

Μόλις ξυπνήσεις
Φόρα τα πέπλα στο φως
Και νύμφη γίνε

Στην όχθη σκύβεις
Σκαρί που λαβώθηκες
Βαριά στο κύμα

Γυρεύεις βοτάνια
Στις σχισμές της χαράδρας
Της φύσης θεούς

Άλικα βάφει
Τα σιταροχώραφα
Μια παπαρούνα

Πυγολαμπίδα
Χαμηλά πως φωτίζεις
Της χλόης σπαθί

Σκίζεις το βράχο
Ακούραστα δουλεύεις
Νερό θεϊκό

Μάκρυνες πολύ
Άστρο που σε ήθελα
Για οδηγό μου

Γέρνει το κερί
Στην βία του ανέμου
Και αργοσβήνει

Αγέρας φυσά
Κι ο αχυρένιος σκούφος
Του σκιάχτρου κλαίει

Μες στο ξέφωτο
Οι ανεμώνες βγάζουν
Φωτίτσες θαμπές

Χρυσό το λίκνο
Που μέσα γεννήθηκε
Στίχος λυγμικός

Θυμάσαι το χτες
Τότε που ανέβαινες
Σε ήλιου τροχιές;

Μες στο κελί σου
Ανάβεις θυμίαμα:
Ξόδεμα ψυχής

Λευκό γιασεμί
Στη μάντρα που ακουμπάς
Αρμούς μυραίνεις

Μες στους ποταμούς
Ξεπλένεις τα δάκρυα
Θάλασσα πικρή


Δευτέρα, 13 Ιουλίου 2015

Σκισμένο χαρτί

Αποτέλεσμα εικόνας για σκισμένο χαρτί

Μ' ένα απλό χαρτί κάποτε
Σαν κι αυτό που τα παιδιά χαρταετούς φτιάχνουν
Έχτιζες κόσμους διάφανους
Πόλεις περίλαμπρες
Με γελαστά πρόσωπα
Και επάλξεις πολλές
Από εκεί
Να αντικρίζεις τα σύννεφα
Ν' ακουμπάς στα γόνατα τους
Μαζί τους να φεύγεις στα ψηλά
Μ΄ένα χαρτί μόνο
Με μέθοδο τέλεια
Άπλωνες θάλασσες
Τρικάταρτους στόλους
Μυθικές αγάπες
Στολίδια της καρδιάς
Μ' ένα χαρτί μόνο
Επιχειρούσες
Την είσοδο σου
Στα φυλάκια της ψυχής
Να κουρνιάσεις εκεί όπως μικρό πουλί λαβωμένο

Μ' ένα χαρτί κάποτε
Έφτιαχνες δρόμους φαρδιούς
Να ξεκινάς το ταξίδι
Για τα δροσερά προάστια
Που μάγοι και μούσες τα κατοικούν
Μ' ένα χαρτί μόνο
Φοινικιές έβαζες
Στων κήπων τις πλευρές
Δίπλα στα συντριβάνια
Ίσκιους παχιούς έφερνες
Να ξεκουράζονται
Τα παιδιά μετά το παιχνίδι
Να μιλούν χωρίς ντροπή
Με τα γυμνά αγάλματα
Συμφωνίες να κλείνουν μαζί τους
Μυστικές
Μ' ένα χαρτί μόνο
Διαφέντευες
Τις θάλασσες και τα πλεούμενα
Πέταγες το ψαθάκι ψηλά
Απ' το βράχο της πατρίδας
Κι αυτό χάνονταν πέρα από της Παναγίας τα περιβόλια

Τώρα
Που τα κεριά πλήθυναν
Κι ευχητήριες κάρτες
Δεν έχουν πια παραλήπτη
Τώρα
Που τα παιδιά δεν φορούν
Πολύχρωμες γιρλάντες
Και καπελίνα τρελά
Κανένα χαρτί δεν σε βγάζει
Όπως παλιά
Στου ποιήματος την κόψη
Να ποθήσεις σαν τρελός
Μια γυροβολιά στου θανάτου το γιατάκι
Κανένα χαρτί δεν σε πάει
Στων ανέμων τα στιβαρά χέρια
Να αγαπήσεις τα θαύματα
Βουβός και μόνος έμεινες
Να ξεδιπλώνεις
Τσαλακωμένες σημαίες
Δρόμος χωρίς τα άγουρα φιλιά των εφήβων

Μ' ένα εισιτήριο στη τσέπη
Σκισμένο από χέρι αγαπημένο
Μ' ένα χαρτί σκισμένο
Με υπογραφές και βούλες επίσημες
Κινείσαι άβολα στις παρυφές του χρόνου
Ξεκούρδιστη κιθάρα
Σε χέρια πληγωμένα από της μοναξιάς το κεντρί
Το μόνο που σου μένει λοιπόν
Χωρίς άλλο
Είναι να αποφασίσεις
Να ξαναβρείς το βηματισμό σου
Εκείνον που θα σε φέρει
Στα μυθικά οροπέδια
Δίπλα στα πεύκα να ενώσεις
Την αλυσίδα της ιστορίας
Την αλυσίδα που σπασμένη τη θέλησαν οι επιλήσμονες


Σάββατο, 11 Ιουλίου 2015

χαϊκού διαφαινόμενης έκπληξης



Κανένα ίχνος
στη φωνή του τζίτζικα
ότι πεθάνει

Ματσούο Μπασό

Καυτή άσφαλτος
Αδέσποτα τραγούδια
Φρενάρουν πάνω

Στα σκαλοπάτια
Σειρές με βασιλικά:
Του θέρους καμβάς

Τρέμουσα φλόγα
Της Ημισελήνου φως
Κάμπτει τα όκια

Πέφτει το δείλι
Μια πεταλούδα ψάχνει
Ψυχές στα νέφη

Σε δέντρο κυρτό
Χρυσά τα ροδάκινα
Μελώνουν στο φως

Μια μέδουσα ζει
Στης άγριας θύμησης
Τις μέσα τροχιές

Αν δεις στο σκότος
Φιγούρα αιθέρια
Προσκάλεσε την

Σε χορού δίπλες
Ανοιχτά τα μαντήλια
Διπλώνουν σφυγμούς

Λαξευτή πέτρα
Επάνω της κάθισε
Βαρύς ο σπίνος

Βρήκες τη φλέβα
Του δέντρου ανοιγμένη
Και της μίλησες

Μες στο πηγάδι
Αστράφτει κοιμισμένο
Πλοκάμι νερού

Στην καμινάδα
Φώλιασε ο χειμώνας
Αποδιωγμένος

Γυρνά στ' αμπέλια
Με ξέπλεκα τα μαλλιά
Της μέθης στίχος

Αν βρεις στο δρόμο
Σαντάλια ταιριασμένα
Στρίψε το κέρμα

Ο γαλαξίας
Βαμβακερά απλώνει
Σεντόνια υγρά

Κι αν έρθεις αργά
Θα έχω φυλαγμένο
Νωπό το φιλί

Κρυφτούλι παίζει
Ανάμεσα στις ροδιές
Άπιαστος στίχος

Μαδά τα ρόδα
Στα πόδια του Ιούνη
Σκληρά ο χρόνος

Ήρθε βρεγμένο
Του Απρίλη το άρμα
Στης γης το κορμί

Πως καμακώνει
Τον βράχο πεισμωμένα
Ουρά χταποδιού

Χρυσό ζωνάρι
Μου πέταξε ο ήλιος
Τη γη να μετρώ

Ρίξε τα χαρτιά
Της μοίρας μαγισσάκι
Ο Ρήγας κερνά

Ατιμασμένοι
Πως φύγαν οι άγγελοι
Απ' το πλευρό μας

Το πεπρωμένο
Έβαψε το ιστίο
Του μικρού ψαρά


Παρασκευή, 10 Ιουλίου 2015

κόρη θαλασσινή



Κατέβαινες στη θάλασσα
Με το μαντήλι ανάγερτο στα μαλλιά
Με την φούστα τρυπημένη απ' τις λόγχες του ήλιου
Και της ημισελήνου τις σκοτεινές πόρπες
Σε είπανε θαλασσογέννητη φυκιάδα
Ερωμένη της τρικυμίας και του γραίγου
Κορίτσι εσύ που απίστησες της γης
Και στα υγρά πελάγη ανακάλυψες
Την μεγάλη γραφή του πρώτου έρωτα
Σ' ένα κοχύλι που εμπιστευτικά σου μίλησε

Κόρη των κοραλλιών
Βασανιστικά με χέρια υγρής επιθυμίας
Σε ψηλάφιζα στα όνειρά μου
Υπόσταση έδινα στο απροσδιόριστο
Στο κάλλος σου μύστης γονάτιζα
Κι ιεροφάντης σε οδηγούσα στους ναούς
Των ακρωτηρίων χοϊκά να βαφτιστείς
Αρκεί που σ' έβλεπα
Αρκεί που σε άγγιζα
Αρκεί που εισχωρούσα στους βυθούς της ουτοπίας σου

Μικρή θαλασσινή
Με τον μαΐστρο σύντροφο κι αγαπητικό
Με τα λόγια του κύματος θα σε γνωρίσω
Με των βράχων την καρτερία θα σε προσμένω
Με των γλάρων τα φτερά
Θα επιχειρήσω το ταξίδι μου στα ύφαλα σου
Κι αν είναι να σε απαντήσω
Κι αν είναι να σε προσπεράσω
Κι αν είναι να αποξεχαστώ στον δρόμο
Θα είναι για μια και μόνο στιγμή

Εγώ αιωνιότητες θα φτιάχνω
Να εμπεριέχουν την ουσία σου
Ναυαγός θα γίνω να προσεγγίζω τους ιστούς σου
Και καπετάνιος με πλήρωμα αξιόμαχο
Να εκστρατεύω στις ακτές σου
Γιατί η αγάπη μου σπάει τους κώδικες των οριζόντων
Μηδενίζει τις κύκλιες αποστάσεις
Κηλιδώνει τη φούστα σου με το αίμα της ηδονής
Θυσιάζεται για ένα μόνο σου φίλημα
Κι ας είναι να το πάρω από τη σφοδρή παλίρροια των χειλιών σου
Των χειλιών που ποτέ δεν χάρηκα

Κόρη της στιλπνής γυαλάδας των μαρμάρων
Ουράνια φρεγάτα των σύννεφων
Άγκυρα ρίξε στην καρδιά μου
Απ' τα απαλά σκοτάδια του γαλαξία
Που τόσο υπερβατά μα και πιστά εσύ τους δόθηκες!

Έλαβε μέρος στο 8ο Συμπόσιο της φίλης Αριστέας
όπου είδαμε πολλές αξιόλογες συμμετοχές και την ποίηση
πανηγυρικά να κρατά το χορό της αέναης δημιουργίας


Τη θάλασσα πετροβολούσα



Τα πέτρινα σκαλοπάτια
Σ' έβγαζαν στη θάλασσα
Σκληροί βράχοι γούβες αλατιού
Σανίδες φαγωμένες
Φέτες - φέτες το φεγγάρι βυθισμένο στα ρηχά
Όπως ο χάρτινος ανεμόμυλος
Του παιδιού με τ' αμίλητο βλέμμα
Στα στεκάμενα νερά της αυλής
Μαβής ορίζοντας
Παλιά σκαριά παροπλισμένα απ' την σκουριά
Και τη σαΐτα του χρόνου
Εικόνες θλίψης σε τύλιγαν
Αντιστεκόσουν
Χτυπούσες με σαγήνη τα χέρια
Έψαχνες τις κρυφές διαδρομές των τρυγητάδων
Για την απλωσιά τραβούσες
Φύραινε η αρμύρα τα ασβεστωμένα σπίτια
Απόσταινες λίγο μέστωνες
Τα σκαλοπάτια της θύμησης
Σ' έβγαζαν στους κίτρινους δρόμους ενός άγουρου θέρους

Τα φιδωτά μονοπάτια
Σ' έφερναν στα καρνάγια
Ιδρωμένοι εργάτες
Ήχοι μονότονοι του σφυριού
Χρώματα έντονα να επιπλέουν διαλυμένα στο γαλάζιο
Όπως οι θολωμένοι πίνακες του Gordeev
Έψαχνες ιστίο εύκαιρο
Ταξίδια ονειρευόσουν
Ένα γλάρο για συντροφιά ζητούσες
Ένα σφύριγμα μπουρούς μια όρθια πλώρη
Για μπάρκα μιλούσες
Διογκώνονταν οι ρίζες στα πέλματα
Ρίζωνες στο χώμα γύρευες ουρανό
Τα μονοπάτια της ζωής
Σε γυρνούσαν πίσω
Τότε που παιδί μικρό πετροβολούσες της θάλασσας την μαγγανεία

Οι ελεύθεροι δρόμοι
Σε πήγαιναν σε πλωτές πολιτείες
Γυμνές γοργόνες
Ναυαγοί με χαραγμένα πρόσωπα
Παζάρια της σάρκας ίσκιοι διάτρητοι
Κι ένας ήλιος παντοκράτορας
Να σε φέρνει στα σκαλοπάτια του
Δυσθεώρητα ύψη φοβόσουν
Ξέφευγες με τα γόνατα πληγωμένα
Κρατιόσουν από ρίζες από σφεντάμια από αγάλματα
Από τη φούστα της καλής σου
Γύρευες ένα πλοίο με πολλά φινιστρίνια
Ένα ψαθάκι με άρωμα απ' τη γη
Κάποιον φίλο να σε γνοιαστεί
Λαχταρούσες το φιλί της μητέρας
Οι δρόμοι της αγρύπνιας
Σε πήγαιναν στους κρύους διαδρόμους της λήθης
Σε μια νησίδα απομακρυσμένη και στου πατέρα το πικρό φευγιό

Έλαβε μέρος στο 8ο Συμπόσιο της φίλης Αριστέας
όπου είδαμε πολλές αξιόλογες συμμετοχές και την ποίηση
πανηγυρικά να κρατά το χορό της αέναης δημιουργίας





Δευτέρα, 6 Ιουλίου 2015

ολιγόλεκτα




Στην καρδιά του λουλουδιού
    θα αφήσω μιαν ανάσα...
Κι όταν πας να το μυρίσεις
    ολόδική σου θα γίνω.

*
Στους λεπτούς στήμονες απόθεσα
    τις πιο ακριβές μου λέξεις
λεπτοδουλεμένες στο εργαστήριο
            της ψυχής
    Κι ήταν τόσο μαγικές:
"Ομορφιά σε προσμένω"


Έλαβαν μέρος στο δρώμενο "Ολιγόλεκτα"  της Μαρίας Ν
στη σελίδας που διαθέτει: "Μια ματιά στον ήλιο με τα γιορτινά"
όπου όλες οι συμμετοχές διακρίνονταν από μια λυρική πλούσια
κι ευφάνταστη λακωνικότητα!