Κυριακή 10 Μαρτίου 2024

Συνθηκολόγηση

Είχα την αίσθηση πως
κάποιος ήταν μες το δωμάτιο.
Κάτι σαν σούρσιμο ακούστηκε
και νομίζω πως βήματα εντόμου
αφουγκράστηκα πάνω στο παχύ χαλί.
Και ναι, δεν λάθεψα.
Ήσουν εσύ ιδρωμένος ακόμα
από το ταξίδι, αναστατωμένος
από το πυρ ομαδόν των άστρων.
Ήρθες για άλλη μια φορά
πάνω στο σταχτί σου άλογο.
Άκουσα το χλιμίντρισμα του.
Μόνο πρόσεχε, μην το δένεις
μακριά, τώρα τελευταία
περνούν αγέλες λύκων και
μια πεινασμένη αρκούδα ήρθε
προχτές και μού ζήτησε γάλα.
Είχε ένα βλέμμα γυάλινο
δολοφόνου ή μάλλον είχε μια
άδεια ματιά δραπέτη που
ξενοκοιμάται στο βουνό με τις φτέρες.

Φοβάμαι γι αυτό, το άλογο σου λέω,
φοβάμαι και για σένα.
Έρχεσαι ανυπεράσπιστος.
Εγώ όμως σε προσέχω και
σε κλείνω στην χούφτα μου.
Εδώ σε φέρνω ζωντανό.
Τι κι αν σε βλέπω σαν μέσα
απ' όνειρο καταφέρνω να σε αγγίζω.
Δεν ξέρω πώς, μην το ρωτάς.
Είσαι όμορφα ντυμένος,
μόνο που έκανες πάλι το ίδιο λάθος
και δεν άλλαξες παπούτσια.
Τα σανδάλια που φοράς είναι
από εκείνο το παιδικό θεατρικό
που είχα παίξει, πάλιωσαν
και δες τα δεν εφαρμόζουν
στο πόδι καλά, θα σκοντάψεις.
Την επόμενη φορά βάλε
εκείνα τα ταμπά λουστρίνια
που μισοτιμής πήραμε στην
αγορά, δεύτερο χέρι ήταν.

Πόσο σου πήγαιναν!
Ήταν δύο νούμερα μεγαλύτερα
σού έκαναν όμως μια χαρά.
Εκείνος που τα είχε πριν
από εσένα τα είχε προσέξει,
δεν τα στραβοπάτησε, είχε
ελαφίσιο πέλμα σαν το δικό σου
και χωρίς κανένα ίχνος πλατυποδίας.
Αυτά να βάζεις.
Επιμένω στα παπούτσια
όπως βλέπεις με το πείσμα
μικρού παιδιού γιατί αν χαθώ κάποτε
με αυτά θέλω να μ' αναζητήσεις.
Μόνο σε αυτά τα βήματα
ξέρω να υπακούω,
όμοιο στρατιωτάκι σε παρέλαση
καρναβαλιστών σε έτη αλλοτινά.
Καταδικά μας.