Κυριακή, 26 Ιουνίου 2016

αναχωρητής

Αποτέλεσμα εικόνας για αποχωρισμός

Πόσες φτερούγες αγγέλων κάηκαν
Σαν έφτασες σιμά τους;
Αναρωτιέμαι αν καμπύλωσαν
Τα σγουρά φρύδια των σύννεφων
Σαν είδαν την χαρακιά που είχες στο στέρνο
Βαθιά χαρακιά
Εκεί χωρούσε η αγάπη όλη
Τα μωρουδιακά χαμόγελα των τρελών
Οι κρίνοι που πρώτοι νοιώσαν το προμάντεμα
Κι αυτός ο κρίκος ο χρυσός του φεγγαριού
Μια χαρακιά ακριβή
Που τα ουράνια τόξα ζήλεψαν
Κι έσβησαν τις καμπύλες των προσευχών τους
Μετά τη βροχή

Κοντά σου τέμνονταν οι ράγες των τρένων
Φύσαγε ο μαΐστρος κι έπαιρνε τα ψαθάκια της θημωνιάς
Γέμιζε καλοκαίρι ο αγρός κι ο κήπος φιλιά
Μικρά χεράκια έσφιγγαν τα σαντάλια του Ερμή
Μην και θυμώσει η πλάση
Κι ανοίξει προσώρας η μαύρη πύλη του βοριά
Σαν καταπακτή

Κοντά σου μαγικά ηχούσαν οι χείμαρροι
Τα ηφαίστεια έστελναν πεντάγραμμα νέα
Στα παραθύρια μου
Κι εκείνος ο στυφός χυμός της ρώγας
Γλύκαινε χορταστικά
Στο στόμα του ήλιου

Πόσα χαμομήλια τ' ουρανού μάδησαν
Σαν είδαν τις ρίζες σου στην πυρά να λυγίζουν
Άρμα πύρινο που οι θρησκείες ύμνησαν
Κι ο ήλιος ανταποδοτικά του έδωσε χάδια
Πυρά και φόβος γερμένο στάχυ κι άνυδρη πλαγιά

Πόσες στέρνες των σύννεφων λάγγεψαν
Σαν είδαν το χαμόγελο σου να κείτεται νεκρό στον αέρα
Ωραίο χαμόγελο συγκρατημένο
Που πάνω του οι παλιάτσοι έγραφαν στίχους
Ωραίο χαμόγελο αισθαντικό
Αχνογελούσαν τα πελάγη της καλής Παναγίας
Τα βρύα έκρυβαν προστατευτικά τις πυγολαμπίδες
Όλος ο κόσμος μεθούσε κι έπαιρνε τ' αλέτρι
Να σκάψει εξαρχής τους ανθώνες της ψυχής
Της δικής σου ψυχής
Που ανεμόσκονη έγινε μια νύχτα γλυκιά
Και διαρκώς από τότε σκορπιέται
Στους πυλώνες της Άνοιξης
Να ομορφαίνει ο κόσμος
Σαν όπως ομόρφαινες κι εσύ την ώρα της αγάπης
Κι αναχωρούσες για τους νέους τόπους αλαφρωμένος

Δευτέρα, 20 Ιουνίου 2016

16 τρόποι να κοιτάς τις λέξεις

Αποτέλεσμα εικόνας για ανηφορικά μεθούν οι λέξεις

-Ξαφνικά ένας βλαστός
Ξεπρόβαλε απ' το μάρμαρο
Ήταν η καρδιά σου
Που άρχισε να ριζώνει

-Σκάλισα το μονόγραμμα σου
Στην άκρη της ασφάλτου
Οδοδείκτης να γίνει
Στα χαοτικά όνειρα μου

-Γλιστράει η τέμπερα
Στο κρύο πορτραίτο
Τέμνοντας σταυρωτά
Τα ματοτσίνορα σου
Τρέμοντες σταυροί
Αργά αναφύονται

-Σ' απαντώ στ' όνειρα μου
Κρύσταλλα να σκορπάς
Στην απέθαντη κόμη του θέρους
Λευκές πυραμίδες

-Σαν κλόουν θλιμμένος
Σ' ανούσια παράσταση
Ο πόνος που δράμει
Στην κοίλη της γης

- Στα μαύρα βότσαλα
Έπεσαν του φεγγαριού
Οι εννέα μούσες νεκρές

-Στην πληγή του θέρους
Κρύφτηκε η σπαλέτα του ήλιου
Παρασημοφορημένη

-Κομμένα φτερά
Και πώς να συλλέξεις
Τα μύρα των αιθέρων;

-Χρόνια προετοίμαζες τη μέρα
Που βουβά θα ριγούσες
Μπρος σ' ένα άδειο ψαθάκι

-Πλησίασες τον αντίχειρα
Στα πόδια του σκιάχτρου
Προειδοποιώντας τους ουρανούς
Για τον επικείμενο κατακλυσμό

-Είχαν σύναξη οχληρή
Στον κήπο τ' αγάλματα
Πριν φανεί η εποχή
Με τους μυστικούς έρωτες

-Με δυο βελανίδια για μάτια
Το 'σκασε στο δάσος ο σκίουρος
Προτάσσοντας το αβλαβές

-Ακίδες στα χέρια
Στο λίκνο σταυρώθηκαν
Οι πρώιμοι ροδώνες...
Στη χάση του ο κόσμος

-Σαν έφυγες
Οι φωλιές των περιστεριών
Γέμισαν τρωκτικά
Φίδια οι αυλοί

-Είδες ποτέ τη νύχτα
Να έρπει στα πηγάδια
Σαν άλλος σκοτεινός μάγος
Πριν στεφτεί τροπαιούχος;

-Στομώνει τ' αλέτρι
Χρόνια καρτέραγε
Μια πορεία στα χρυσά γεννήματα
Μια φρενήρη φυγή

Κυριακή, 12 Ιουνίου 2016

οι χώροι του "ανέφικτου"

Αποτέλεσμα εικόνας για μαγικά χωριά

Είναι κάτι χωριά απομονωμένα
Που δίπλα στ' αγριεμένα κύματα
Αιώνες στέκουν βουβά
Σαν κύλικες
Θαμμένοι στη γη
Χωρίς εκκλησίες και καμπαναριά
Μόνο με σκούρους τσίγκους
Ασπρόμαυρα βότσαλα
Και πετρόχτιστα μνημεία
Στ' αμπέλια θάβουν τους νεκρούς τους
Στις ασημοελιές προσφέρουν τα τάματα
Και στα μικρά ρυάκια βαφτίζουν
Τα παιδιά τους μ' ονόματα κρίνων και πουλιών

Οι άνδρες είναι ταξιδευτές
Και κάποιοι άλλοι πολεμιστές γενναίοι
Φορούν πανοπλίες
Αμπέχονα από τρίχα ζαρκαδιών
Και μαύρα τσόχινα παπούτσια
Που δένουν ως το γόνατο
Αγαπούν τις γυναίκες
Τα κόκκινα κεράσια
Τις κληματαριές
Τον ίσκιο των κυπαρισσιών
Εκεί τα μυστικά τους εκεί οι βλέψεις τους
Και οι μεγάλες τους προσδοκίες

Οι γυναίκες είναι άξιες κεντήστρες
Κι ακούραστες υφάντρες
Λινό χασέδες και βαμβάκι η ζωή τους
Πολύχρωμα νήματα και κλωστές οι πλευρές τους
Έχουν αυλές ολάνθιστες με ζουμπούλια
Που ανθούν ολοχρονίς σε χρώματα λιλά
Με κατσικίσια δέρματα φτιάχνουν
Τα στολίδια τους
Μενταγιόν βραχιόλια δακτυλίδια
Με αχάτη των βουνών τα καλύπτουν
Τα σχέδια των ινδιάνων αγαπούν
Τα προγονικά κειμήλια αντιγράφουν
Τις συμβουλές των μάγων ακολουθούν
Στις θυσίες και στα τελετουργικά τους

Τα παιδιά αν και λιγοστά
Κατακλύζουν σαν σμήνη τις ρηχές όχθες
Ορχήστρες φτιάχνουν με ασκούς
Πετραδάκια και ξυλόφωνα
Καλαμένια πλέκουν καλάθια
Υφασμάτινα φτιάχνουν παιχνίδια
Και κάθε λιόγερμα
Γεμίζουν με άμμο μικρά αγγεία
Σαν να θέλουν αμέτρητες να γίνουν οι χαρές
Πλούσια τα αποτυπώματα της ζωής
Ρευστά να κυλούν οι μύθοι των νερών
Στις τρύπιες ράχες των λειμώνων
Άγκυρες και κοχύλια σκαλίζουν στα μπράτσα
Έτσι που οι μικρές αχιβάδες των βυθών
Αβίαστα να σκεπάζουν τον ύπνο τους
Και συνωμοτικά να απιθώνουν στιχάκια
Στα νοτερά προσκεφάλια των βράχων

Είναι κάτι μέρη που ο χάρτης τα ξέχασε
Οι δρόμοι δεν τα βρίσκουν
Κι οι καβαλάρηδες περιπαιχτικά τα αγνοούν
Μέρη δικά μας αβεβήλωτα
Που κάθε Μεγάλη Παρασκευή
Περιφέρουν στα στενά τους
Αντί για επιτάφιους
Ολάνθιστα άρματα και ξόανα γιορτής
Εκστατικά οι γέροντες τα ραίνουν
Με οίνους και ύμνους διονυσιακούς
Να μεθά η μέρα
Κι η νύχτα να γιορτάζει
Με κρόταλα κι αχτίδες πυγολαμπίδων

Είναι της ποίησης χωριά
Που καλά τα φυλάει ο Θεός
Ξένο μάτι να μην τα δει
Κακόβουλο χέρι να μην τ' αγγίξει
Απρόσιτοι να μείνουν παράδεισοι
Κοιτίδες να γίνουν αγάπης
Στωικά να μας επιστρέφουν το ανέφικτο
Που μες στα όνειρα σαν ζύμη φουσκώνει
Τον κόσμο όλον να θρέψει
Με φως και τραγούδι
Μελωδικός να γίνει ο σκοπός
Κι ο λόγος κροτίδα λευκή
Βροντερά να λάμψει στα στήθη....
Της ποίησης τα δικά μας ασκητήρια!

Συμμετέχει στο δρώμενο της αγαπημένης φίλης Αριστέας
με θέμα: "Κοινωνία Ώρα Αγάπης" 

Σάββατο, 4 Ιουνίου 2016

το σπίρτο

Αποτέλεσμα εικόνας για φλόγες

Ξαφνικά ένα εκτυφλωτικό φως κι ένας εκκωφαντικός κρότος έκρυψε
το σπίτι Χάθηκαν ολότελα οι μαργαρίτες οι τριανταφυλλιές και τα
μοσχομπίζελα Η ογδοντάχρονη μάνα με τα κλαμένα μάτια και τα
αχνογέλαστα χείλη Κι η ασβεστωμένη μάντρα που ποτέ δεν της
πήραν του έρωτα μυστικό χάθηκε κι αυτή στην κραυγή της πόλης 
Έτριψε τα μάτια με το παιδικό της μαντήλι Το φύλαγε πάντα στην
τσέπη της Αποκούμπι του φόβου της
Σαν να της φάνηκε πως ακόμα κρατούσε πάνω του τη μυρωδιά
απ' το λουλάκι την αψάδα από την αλισίβα το κάμα απ' τον ιδρώτα

-Μάνα! τι άνεμοι πέρασαν απ' τα μικροσκοπικά σου χέρια;
Παλάμες αργασμένες Ρόζοι σκληροί που μόνο στο μαύρο σου τσεμπέρι
μιλούσαν Πως να τρυφερέψουν κλειστοί οι ουρανοί
-Αχ μάνα πόσο εύκολα συμμάχησες με την αξίνα και με την οργή
της ασπαλαθιάς και πόσο ο καιρός ασυμπόνεστα ξέχασε να σου δώσει
το μερτικό σου...μια κιμωλία να χρωματίσεις τα μαύρα σκίνα του κήπου!

Σ' έσκαψε ο χρόνος μετά το θάνατο του πατέρα Έσκυψε το κορμί σου
σαν όπως σκύβει παραπατώντας ο μεθυσμένος στα σκαλοπάτια του
καπηλειού
Δεν τον ημπόρεσε αυτόν το θάνατο Μεγάλος έρωτας Μακρινά ξαδέρφια
οι δυο τους Στέγνωσε η μάνα Τραβήχτηκε απ' τη ζωή Έκλεισε την πόρτα
στους γειτόνους και μόνο στο μεροκάματο έστρεψε τη σκέψη της στο
αγώι και στα δυο της ορφανά
Μεγαλώσαμε μες την καταφρόνια και την ορφάνια με τη μάνα να
γδέρνει τα μνήματα και κάθε απόγευμα στο σπίτι να ανάβει εμπρός
στη νυφική φωτογραφία το καντήλι αποθέτωντας ευλαβικά ένα
ματσάκι άνθη κατά το πλείστον μαργαρίτες στη μνήμη του
Που τις έβρισκες βρε μάνα μες το καταχείμωνο τις μαργαρίτες
όταν όλα γύρω χείμαζαν νεκρά;
Αχ μάνα! Ποτέ δεν μας πήγες στα εαρινά σου περβόλια εκείνα
που μες στην καρδιά καλά κρυμμένα τα φύλαγες κακές γλώσσες
μη τα μολύνουν

Τι να ήταν αυτή η σκοτεινιά; Ο καιρός στου Απρίλη το ευωδιαστό
μίσχο δεν προμήνυε καταιγίδα Έλαμπε ο ήλιος μέχρι πριν λίγο στο
κάδρο τ' ουρανού όπως έλαμπε το χρυσό σου χαμόγελο ανακουφισμένο
μετά την πάστρα στην αυλή του παλατιού σου
Όταν συνήλθε μετά το πρώτο σοκ είδε τις φλόγες να καταπίνουν το σπίτι
Είδε τον ουρανό να μεριάζει να διαβούν δυο ψυχές σφιχταγκαλιασμένες
με κίτρινα στεφάνια στα μαλλιά Άγγελοι έμοιαζαν αληθινοί
Όταν τελείωσε το κακό κι οι φλόγες απόστασαν πια να καίνε το πρώτο
που αντίκρισε σαν μπήκε στο σπίτι ήταν ένα μάτσο ολόφρεσκες
μαργαρίτες δίπλα στα άψυχα χέρια της μάνας της κι έπειτα εκείνη τη
νυφική φωτογραφία θάνατο να καπνίζει
Στο γκάζι ένα μπρίκι Ετοίμαζε φαίνεται το βραδινό της γεύμα Μια
κούπα τσάι του βουνού και μια φρυγανιά όπως συνήθιζε Οκτώ η ώρα
το βράδυ Την ώρα εκείνη ακριβώς που άναβε επί πενήντα συναπτά
έτη το καντήλι
-Αχ μάνα έφυγες αναπαμένη κι αβαρής σαν φτερό
Έφταιξε το αίμα είπε το χωριό κι αυτό ήταν που την εκδικήθηκε!

Στο ξόδι της όλοι κρατούσαν κίτρινες μαργαρίτες από εκείνες τις
ολόφρεσκες της καρδιάς που ανθούν ολοχρονίς και ποτέ δεν χειμάζουν
Οι μαργαρίτες σου μάνα που κρυφά με μύησαν σ' ένα αδιάψευστο
μέχρι τέλους σ'αγαπώ!

Έλαβε μέρος στο δρώμενο "Παίζοντας με τις λέξεις" που με αξιοσύνη
διοργάνωσε η αγαπημένη φίλη me(maria)