Σάββατο, 9 Απριλίου 2016

ο μικρός αλιέας

Αποτέλεσμα εικόνας για αγαπούν τα ποιήματα τα τάματα;

Κύριο σκοπό δεν είχε το ποίημα
Μονάχα κάποιες επισημάνσεις
Παράταιρες κρατούσε στις επωδούς
Σαν το διακεκομμένο κελαηδισμό
Των πουλιών που βρέθηκαν
Χωρίς ταίρι μετά το κυνήγι
Ή μάλλον σαν την προσευχή
Που την έκοψε στη μέση ξαφνικά
Ο πιο δυνατός τριγμός της έωλης γης

Διάτρητο έμεινε το Άγιο βήμα
Να χορταριάζει κάτω από την πορφύρα
Φτέρες και πυκνόφυλλα πολυρίζια
Παλαιική πορφύρα
Εκεί που το μικρό παιδί του αλιέα
Εκστατικό στέκονταν
Να καταμετρά των προγόνων του
Τα χρυσά αναθήματα
Με δάκτυλα μαυρισμένα απ' το κοντύλι
Μ' ένα σπασμένο πινακάκι στο στήθος
Να συντονίζεται με τους παλμούς
Του ματωμένου χώματος

Βραχιόλια περίτεχνα χρυσές καδένες
Κι εκείνο το επάργυρο ρολόι
Της γερόντισσας θείας του
Με τους δείκτες κολλημένους
Από χρόνια στη δεκάτη νυχτερινή
Δέκα και τα δάκτυλα της ψυχής
Αδύνατον να καταμετρηθούν οι ώρες
Οι ώρες που στο ανοιχτό πιθάρι του λαδιού
Επέπλεαν σαν τις αναρίθμητες σταγόνες
Της καλοκαιρινής βροχής
Πάνω στο πάγκο του επαρχιακού σφαγείου
Μιας βροχής ξαφνικής
Που ούτε καν κι αυτοί οι ιεροσκόποι
Προέβλεψαν τον ερχομό της

Αγαπούν τα ποιήματα
Τα ξεκούρδιστα ρολόγια;
Ρώτησα θαρρετά τα ψαροπούλια
Που απάγκιαζαν στα λαξευτά βράχια των ακτών
Κρωγμοί αινιγματικοί η απάντηση τους
Επιπόλαια τιτιβίσματα πριν την τελική πτήση
Στα υπέρθυρα της φυλακής
Αγαπούν τα παιδιά τα ατελή ποιήματα
Αυτά που αφιερώθηκαν
Σε κλειστά ερημοκλήσια κι ορφάνεψαν;

Τα ποιήματα με τη γαλάζια χάντρα στο λαιμό
Που μόνασαν ευτυχή σε αρχαίους βίβλους
Ματαιόδοξα σαν τα χέρια των τσιγγάνων
Μπροστά στη λαμπράδα της εστίας
Να γυρίζουν της φυγής τη σελίδα
Αδημονώντας ο φεγγίτης να ανοίξει
Κι η στέγη να διαβάσει
Τα αρχέτυπα μυστικά τους μονοπάτια

Λίγο πριν τη γιορτή πληροφορήθηκα
Πως ο αλιέας έχασε τον μοναχογιό του
Στο παζάρι με τις πλωτούς δρόμους
Έκτοτε βυθισμένοι απόμειναν
Κάτω από τα πολυρίζια και τις φτέρες
Οι στίχοι που συνέθεσαν οι τελευταίοι μελωδοί
Και τα μικρά επίχρυσα καντήλια
Απουσία ξεψυχούσαν μαυρισμένα
Πάνω σε τοίχους τραχείς
(Με τις φλόγες ασκημένες στα μικρά θαύματα)
Τα καντήλια της άσβεστης μνήμης
Που ακούραστα οι ποιητές τα διαπότιζαν
Τις ασέληνες νύχτες του Γενάρη
Με θάλλουσες βυζαντινές νότες
Και χωρία άγνωστων γραφών

Τρεμόπαιζε χαίνουσα η ζωή 
Στη σκιά της φλόγας μετουσιωμένη σε θάνατο!