Σάββατο 17 Ιανουαρίου 2026

Οι πικροί χειμώνες

Αρχόντισσα στη βρύση σου
λίγο νεράκι πίνω
ξεράθηκαν τα χείλη μου 
σαν το κεράκι σβήνω

Κεράκι που στον κόρφο μου
το είχα να μην σβήσει 
ανάλαφρα τρεμόπαιζε 
κι ο κήπος σου είχε ανθίσει 

Λίγα λουλούδια μάζεψα 
τουλίπες κι ανεμώνες 
μα στον χιονιά με σκορπισες
και στους πικρούς χειμώνες

Αρχόντισσα μένω εδώ 
κι η πόρτα έχει κλείσει
τα μάνταλα είναι βαριά 
ζωή ποιος θα χαρίσει 

Στα δυο σκορπιέμαι χάνομαι 
ζητώ την αγκαλιά σου 
τα απάτητα τα μέρη σου
και τη λαμπρή θωριά σου

Λίγα λουλούδια μάζεψα 
τουλίπες κι ανεμώνες 
μα στον χιονιά με σκορπισες
και στους πικρούς χειμώνες




Η κάθοδος των αστεριών

Οι δρόμοι μείναν ξάγρυπνοι 
μας έδειρε ο χιονιάς 
παντού τρύπιο το στέγαστρο 
σφυρίζει ο βοριάς 

Διπλό στρώμα σου έστρωσα 
σεντόνι κεντημένο
να ζεσταθεί η ανάσα σου 
τ" όνομα τ' αγιασμένο 

Η κάθοδος των αστεριών 
σαΐτες στα δυο μάτια 
σ' ανέβασαν στους ουρανούς 
αδειάσαν τα δωμάτια 

Εγώ σε ακολούθησαν 
μ' ένα ραβδί στο χέρι 
τη συννεφιά σού έδιωξα 
κρυφό βρήκα λημέρι 

Εκεί μέσα πλαγιάσαμε 
κι οι λάμιες ξαγρυπνούσαν 
τον έρωτα λατρέψαμε 
ρούχα δεν μας χωρούσαν 

Η κάθοδος των αστεριών 
σαΐτες στα δυο μάτια 
σ' ανέβασαν στους ουρανούς 
αδειάσαν τα δωμάτια.