Παρασκευή, 2 Οκτωβρίου 2009

το φωτοστέφανο της ματιάς

Τα μάτια μου ανέτειλαν σήμερα
Ωσάν δυο αραχνοΰφαντα σάβανα
Κύλησαν στην υγρή σέλα της πεδιάδας
Ξεμάκρυνε το βλέμμα σαν ένα ρυτιδωμένο
Γέρικο βαγόνι
Αιώνια διαπάλη του καρπού
Που ακολουθεί την αλλόκοσμη μοίρα
Του έφηβου νεκρού
Υγρή η σέλα της πεδιάδας
Ξέβγαζε τα μαύρα πουκάμισα
Της οροσειράς στην κοιλάδα των καταρτιών
Πρύμνη σπασμένη του Ποταμού
Που με τόξα ξορκίζει τις φρενήρεις ελπίδες της πέτρας
Λαξεύω τα δάχτυλά μου με τη Δρόσο
Της φιλοδοξίας των νεκρών
Μη μιλάς για αθανασία
Δύο σάβανα και στα αποκαλυπτήρια μάτια
Βιάστηκε το πρελούντιο κορμί της Άνοιξης
-Η ενοχή είναι το χολερικό
Σταχολόγημα του ανθρώπινου ιδρώτα-
Έτσι ζύγωσα τους εξάγωνους φακούς
Του θανάτου χωρίς να σκοντάψω
Σας παραπλάνησα με κρύο Αντίο