Παρασκευή, 1 Ιουλίου 2011

ο θαλερός ορίζοντας των μύρων


Λυγίζω το κορμί ώσπου να πάρει
Τη μορφή του εαρινού βέλους
Στα μέρη με τα θαλασσινά χαλίκια
Καταδύομαι αίφνης στο φως
Καταδρομέας της ανοιχτής ηλιόπορτας
Στον ναό της αγάπης εισέρχομαι
Αισθάνομαι την διαύγεια της αγνότητας 
Σαν ένας άμωμος κοπετός που αναδύεται
Από το λαμπερό ποτάμι του Ιλισού    
Απόμερα περίμενα το καιρό
Του φρυγμένου βλέμματος
Να αναστήσει ξανά 
Την ηχώ του πολικού σήματος 
Η σπορά και η σοφία της βροχής
Σπαράζονταν ηδονικά πάνω
Στο ονειρώδες φέγγος
Της αρχαίας φτέρης
Ο ερημίτης κανάκευε
Της γεωμετρίας τον ήλιο
Και τον χαρταετό
Με τα κουρελιασμένα ζύγια

Μηχανεύτηκα τα ανήσυχα χορικά
Της τεμαχισμένης σελήνης
Και απρόθυμος μετείχα
Στην κατερήμωση του αξιοδάκρυτου
Δράκου με τους μπλε χιτώνες
Μέσα στα κλήματα είδα
Τον έγχρωμο θόρυβο της πόλης
Να καταλύει τον άγγελο της προτομής
Η έκταση του γρύλου έφερε
Την περγαμηνή της πραγματικής
Σταύρωσης
Πυρσοφόρος Θεός λείαινα
Του αίγαγρου την αχνιστή χλόη  

Ξεθύμαιναν άσκοπα στο φως 
Τα διχασμένα πτηνά του έρωτα
Μέσα στη κόκκινη βαλίτσα
Οι λεγεωνάριοι απόθεταν με ευλάβεια
Ένα σβωλαράκι χρυσής προσωπίδας
Και τις νησίδες του Πάδου
Αθώα η σκέψη ακροβολούσε
Τα τάματα με τα ερωτευμένα μάτια
Στο χορταριασμένο εικονοστάσιο
Σκηνίτης της αλήθειας σκόπευα
Του αμέθυστου τη διαιρεμένη δόξα
Φύλαγα τον αγέρωχο πάταγο
Της κιθάρας στη δόμηση της νόησης
Οι χορδές συμμετείχαν στο παιχνίδισμα
Της αχαλίνωτης κίνησης της ωδής  
Πλησίαζα τη σκάλα του σκοταδιού
Με προτεταμένα τα ακροδάκτυλα
Συναντώντας τα φτερά της κοιτίδας
Να με περιβάλλουν αέναα   

Κομματιασμένα τα μέλη μου
Σε δροσερό θάνατο
Μαδούσαν
Την ηδονική ράχη του όρκου
Βρήκα το ευαγγέλιο μέσα στα φυλλώματα
Μαζί με την γλυκιά ευωδιά
Των ακοίμητων αγγέλων
Βυθίστηκα στο θαλάμι του σύννεφου
Καρτερώντας τα μάτια του φόνου
Να με αποσπάσουν από το ρίγος
Των κεραυνοβολημένων ερπετών
Μια ζώνη με απωθούσε
Από τη πύλη της λησμονιάς
Έμεινα μόνος 
Μεταλαμβάνοντας
Την σκληρότητα του τροχού
Στην αιχμηρή αιθρία της φωτιάς
Ολόρθος στάθηκα να κοιτώ 
Σαν γέρος ερυθρόδερμος 
Που λύνει το γόρδιο κόμπο του μάγου 
Προς δόξα της φυλής του 

Ακμάζει ακόμα το κορμί της γυναίκας 
Στο θαλερό ορίζοντα των μύρων
Μην οξύνεις τη λύτρωση 
Των σμαραγδένιων ρόδων
Παραδόσου στα χέρια των ληστών  
Στάσου ικέτης μπροστά 
Στο καπνό του ποιήματος 
Μέχρι να κοπάσει ο κίνδυνος 
Και η κραυγή του γκρίζου 
Φεγγαρόφωτου που απέρχεται
Σιωπηλά κοιτώντας
Το θαλασσινό αέτωμα
Στου έρωτα τη σπηλαιώδη κοίτη   

Επενδύσου τον λευκό τύφο 
Του άλγους και χάραξε 
Με λαμπερά ξυράφια 
Τον όρθρο της ηλιακής έκλειψης 
Ρίχνοντας με το χέρι ανθόνερο 
Στο οπάλιο ψηφίο της ερήμου 
Έρχεται ο εντολοδόχος αδερφός 
Με τους αναμμένους δαυλούς 
"Ενθάδε κείται ο ιστός της Ανδρομέδας"
Λυγίζω το κορμί ώσπου να πάρει
Τη μορφή του εαρινού βέλους
Στα μέρη με τα θαλασσινά χαλίκια
Καταδύομαι αίφνης στο φως
Καταδρομέας της ανοιχτής ηλιόπορτας
Στον ναό της αγάπης εισέρχομαι
Αισθάνομαι την διαύγεια της αγνότητας
Σαν ένας άμωμος κοπετός που αναδύεται
Από το λαμπερό ποτάμι του Ιλισού