Τετάρτη, 27 Ιουλίου 2011

γυμνός καθρέφτης


Σε γαληνεμένους  ουρανούς
Επιθεωρώ τα φτερά μου
Μοιάζω σαν της χειρομαντείας το πέπλο
Ριγμένο στο οπάλιο γαλάζιο των χειλιών σου
Ευήκοος οπαδός στης στέρνας το αρχηγείο
Μετέρχεμαι στα σταθερά ύδατα της ενοχής
Επικάθεται στο πλευρό μου απαλά
Το ατσάλινο σύρμα της ομίχλης
Ενοχοποιώντας το σκοτάδι της ώριμης πεταλίδας
Ατλάζι αιχμηρό δένει τις αποστάσεις
Ανάμεσα στις λέξεις που ιδρώνουν
Κρύο αβοκάντο και πιπερόριζα
Σε φώναξα με τα ονόματα του Βόρειου Σέλαος  
Και με της καμέλιας το δίπτυχο σεντόνι
Κανείς δεν εκπυρσοκρότησε το λευκό ήμαρ
Της παρατεταμένης εκδούλευσης σου
Παιδιά με ξενυχτισμένες βλεφαρίδες
Κρατούσαν στα χέρια διαβήτες και αιχμηρούς κανόνες
Παρακολουθούσες με μάτια σκιερά
Τον αδούλωτο έρωτα των νεαρών δρομέων
Αφουγκραζόσουν τις αλπικές νύμφες
Στο γκρίζο μετάξι του λυγερού Ταΰγετου
Έπαιρνες τον δρόμο του γυρισμού
Περπατούσες με πόδια γυμνά
Στο προσήλιο μονοπάτι της μαύρης ράχης
Έδενες ένα δεμάτι στάχυα
Στο κόσμο της αναφορικής λαγόνας
Μοναχός ακροβολιστής της ερήμου
Χανόσουν ξανά στα νεφοσκεπή ακρογιάλια
Εκπαίδευες τους ανύποπτους γλάρους
Πάνω στους αναμμένους δίαυλους της μυλόπετρας
Έβγαζες ήχους παράταιρους όλο αιδώ και λάμψη
Και φώτιζες την μικρή πλάνη της ασπαίρουσας ηλακάτης
Πριονίζοντας τις φεγγερές  στιγμές της θρυαλλίδας
Μπέρδευες το χρωματιστό νήμα της ουράνιας πολιτείας
Και για μια φορά μόνο σιγούσες μπροστά στο κανάλι
Της απαγορευμένης αλήθειας
Ησυχαστής και μετεωριστής της επίπεδης αγκάλης
Έζωνες στα χέρια σου το άρμα της άγλυκης ανίας
Σαν μικρός Θεός έμπαινες στη μάχη των Τιτάνων
Σκορπώντας ασημένια δαφνόφυλλα στης Πυθίας το τέμπλο
Σκούπιζες το δάκρυ μπροστά στο καθρέφτη
Της εξαγιασμένης λήθης γυμνός ατραπός της αντανάκλασης
Μετανοούσες προσπέφτοντας στο αλγεινό μαρτύριο των επωδών
Μιλούσες μια γλώσσα ακατάληπτη στο βωμό του αστερία
Λέξεις ποιητικής αδείας από τα κρυμμένα άσματα του πένθους
Που ακούραστα μελετούσες τις νύχτες των χορωδών αμπελουργών
Διάβαζες τα μελλούμενα στην αυστηρή ωμοπλάτη της φύσης
Σαν πράσινος γυμνός ακροβάτης στην παλέτα της πλατείας
Κυκλοφορούσες μικρές συλλογές ποιημάτων
Μέσα στους δικαστικούς χιτώνες της αποκάλυψης
Νερά και βρύα κρύβανε την όψη των αστερισμών
Μαλάκωναν την άτεγκτη σύνδεση των αρματοφορέων
Στον μαγικό κόσμο της άλογης λαγνείας
Μια επίθεση στο άσπιλο κρατίδιο του έρωτα
Απέβαινε κρυφά στους εαρινούς αναστεναγμούς των οργασμών
Θέα ακριβή της ανθισμένης γαζίας στο ερημοκλήσι του μακρινού κάβου
Άνοιγες τα κρυφά ευαγγέλια των πόθων
Και απήγγειλες την ουσία των μυστικών προσευχών
Στο κήπο με τις λιλιπούτειες ορχιδέες
Ιερουργός και ναύκληρος της μοναξιάς
Αποσιωπούσες τον μέγα όρκο των στιγμών
Στον ανοιχτό πόντο με τους ιεροκήρυκες της στάχτης
Πονούσε το σώμα του παρθενικού αίματος
Και στράγγιζε την οργή της έκλυτης πεταλούδας
Πάνω στο μεσοφόρι της ανίκητης Άνοιξης
Αργοπορούσες μπροστά στη χώρα των οφθαλμών
Και έπαιρνες την τελευταία αμαξοστοιχία της αγάπης
Με προορισμό άγνωστο χαώδη στο βάλτο της Αφαίας
Χωρίς ποτέ να απαριθμείς τα λάθη των κεραυνών
Και των σεπτών αδερφών τα πλατύγυρα καπέλα
Μόνος και άμεμπτος μπροστά στη καντηλήθρα
Της απρόσμενης λατρευτικής χρείας
Πρόδιδες την απομακρυσμένη ματιά της μνημοσύνης
Δίπλα στον άνισο αγώνα της πέτρινης γύμνιας
Που πάντα ακούσια κυοφορεί της αορτής το στερνό ταξίδι
Σε γαληνεμένους  ουρανούς
Επιθεωρώ τα φτερά μου
Μοιάζω σαν της χειρομαντείας το πέπλο
Ριγμένο στο οπάλιο γαλάζιο των χειλιών σου

Δευτέρα, 18 Ιουλίου 2011

δίδυμος κόσμος


Σε αγαπώ και σε περισφίγγω
Σαν τον φλοιό του ευκάλυπτου
Στην ψυχιατρική μονάδα της ευθαλούς νιότης
Αποσκιρτάς αργά από τις ρίζες
Του αιώνιου κισσού λοιδορώντας
Τους κρίκους των δακρύων και των ράντζων
Ρυθμίζω την ατελή αναπνοή σου
Και με παρωδία παραλλαγής
Εφημερεύω με σκονισμένα σαντάλια
Στην ψίχα  της άναρχης δενδροστοιχίας
Ταξιδεύω το αίμα σου στη πορφύρα της αλόης
Με δέρμα φτενό φαρμακωμένο από τη λησμοσύνη
Μέσα σε κάστρα με προφυλαγμένες πύλες
Διαμοιράζω επίτοκες λαβίδες εξουσίας
Στο αλσύλλιο της κατασκοπευτικής αρμάδας
Σαν άνθρωπος των πλασματικών δρόμων
Σε συναντώ στη περήφανη πλατεία
Στα αγάλματα του παλαιοπωλείου σε αντικρίζω
Αγάλματα με προτεταμένες κνήμες
Με εμφατικές καρδιές παλλόμενες
Υιοθετημένα από τα ανάγλυφα χέρια
Της λαμπρής παλάμης ενός ήλιου
Που πλαστογραφεί κίβδηλους αστερίες
Ευφυής νυγμός στον πάγο
Της γενέθλιας λιμνοθάλασσας
Χαρακώματα από νάρθηκες Αιγαιοπελαγίτικους
Κρύβουν τα ασπρόμαυρα καρτ ποστάλ
Με τα νοσταλγικά χαμόγελα της Άρτεμις
Κυνηγός στα συρματοπλέγματα της λειασμένης ψυχής
Που αποτυπώνει μικρούς μαίανδρους
Στα σκαλοπάτια της εμπόλεμης αγροικίας
Παλίρροιες και σκαμμένα χείλη στο ηλιακό
Στερέωμα προσγειώνουν τη θανατωμένη πατρίδα
Στην χρόνια απρέπεια των ερειπίων της
Τρομάζεις το μέγα κύμα στο λάκτισμα
Της δρεπανοφόρου σελήνης
Ανοίγεις τον επίλογο της αγάπης
Στο λήμμα της όμορφης τραγωδού
Και με σοφούς σελιδοδείκτες
Αντιστέκεσαι στους παγκόσμιους ουρανούς
Δραματικές αυγινές ανακρούσεις
Πλησιάζουν το πικρό άρωμα
Της εκτενούς εξομολόγησης
Η συνάντηση κανονίστηκε
Στο σταυροδρόμι του ελικοειδούς
Λαβύρινθου σαν να μην υπήρχαν ποτέ
Οι γεωμετρικές ακτίνες της παρτιτούρας
Ο πόνος καθέλκυε το καροτσάκι
Της ενδόμυχης προτομής
Κείμενα με ελλιπή στοιχεία στίξης
Περιέγραφαν τις σφραγίδες του ανικανοποίητου
Έπαιρνες τις σκιές του Θεοτοκόπουλου
Αγκαλιά μαζί με τα σκαιά πορτρέτα
Των αγαπημένων σου ποιητών
Άνοιγες τις κρύπτες της γλώσσας
Και συνέθετες μουσικά αποσπάσματα
Τέλειας θεατρικής λαγνείας
Μιλούσες για το γεγονός της φαιάς
Υπαρξιακής αντιπαλότητας των νόστων
Κι ύστερα σιωπούσες ψηλαφώντας
Τις ραφές του καλοκαιρινού πουκάμισου
Έστηνες στην ριπή του ύψους σου
Τα αστάθμητα χωρία των αινιγμάτων
Προκαλώντας το δικαίωμα της Άνοιξης να εισέλθει
Στα ενδημικά δεινά και στα πελαγίσια σκοτάδια
Αμόλυντος τυμβωρύχος της σκιάς
Σε σταθμούς ιστορικών μαρτυρολογίων
Υπεράσπιζες τη λάμα της ερωτικής κατάδυσης
Σαν ξαφνικό ξέσπασμα πυρκαγιάς
Που αποσοβείται από τη σκέψη παρθενικής κατάρας
Και ζητά άσυλο μες στη παρειά
Του πλουμιστού παγονιού στο κήπο της εξορίας
Εδώ σε βρίσκω παρέα με τους στρεβλούς
Ανεμοδείκτες σου τα ανυπόγραφα φέιγ βολάν
Και με τις εξωμήτριες θεάσεις της ασημένιας ελιάς
Χτίζεται το όραμα σου στο βαμβάκι του νεκρού
Ζητά να επικοινωνήσει με την συνύπαρξη των λυγμών
Και με των αειθαλών ρόδων το φτεροκόπημα
Σε αναζητώ στους ύμνους των εραστών
Και στα ρέκβιεμ των μαραμένων φύλλων
Ανασηκώνει η γη το έλκος της νυχτερινής αλχημείας
Και προσμετρά την ύπνωση της μαγείας
Μέσα στη λήθη που φυγοδικεί τα πάθη του ροδίτη
Μόνο εσύ ισορροπείς στα στόματα των λεόντων
Κραδαίνοντας τους κρεμαστούς κήπους της αλληλουχίας
Τα μπρούτζινα χέρια σου είναι η διαδοχή της αέρινης σάρκας
Που αναριγά στο κώνειο χρώμα της ήβης
Ιβίσκοι σε περιθάλπουν στο μελίρρυτο ιστό του θανάτου
Συμπλεγματικοί άγγελοι τίκτονται στη ψυχοσύνθεση
Της αμαρτωλής θωριάς των κρυστάλλων
Σταλαγμίτες γοητεύονται από το ανάρριχτο βλέμμα
Της φαιδρής απεικόνισης προτάσσοντας δευτερόλεπτα
Στο αιώνιο βιβλίο της βιωματικής αλήθειας
Η εκστρατεία στο Δούρειο Ίππο μετέρχεται
Στα κόκκινα στίφη των λαβωμένων χαρταετών
Το όνομα σου μια κουκκίδα μικρή στο χάρτη
Του μυστικού ειδώλου ένα λατρευτικό ερώτημα
Στην λέξη σε αγαπώ ένα πέρασμα στη φτερούγα
Του αετόμορφου βράχου πριν ο βρυχηθμός του σιρόκου
Συνεπάρει στους συμπαντικούς του ώμους το λιγοστό χιόνι
Σαν σεπτή λεία του τεμαχισμένου σώματος
Ρίχτηκες στο θεόμορφο πηγάδι του Έρωτα
Σε αγαπώ και σε περισφίγγω
Σαν τον φλοιό του ευκάλυπτου  
Στην ψυχιατρική μονάδα της ευθαλούς λατρείας
Κατοικώ στην Αχερουσία σου πηγή 
Σαν κωμωδός στο χειμαδιό της ανθρωποθυσίας 
Με λειψά βήματα πλάθω τον δίδυμο κόσμο σου

Στον Θανάση   

Κυριακή, 10 Ιουλίου 2011

ο όρκος των οιωνοσκόπων


Μέσα στην άδεια πλατεία
Ξεράθηκε ο πόνος και ο φόβος των στίχων
Γέμισαν ενδύματα ακριβά ζητιάνων
Τα εγκαταλελειμμένα παγκάκια
Οι φανοστάτες βυθίστηκαν
Στην οργή της αλκοολικής μάσκας
Γέρικες πικροδάφνες μελετούσαν
Την ανάστροφη παλάμη της σελήνης
Έβγαζαν τα παλιομοδίτικα καπέλα τους
Τα πελάγια έπη των ημερολογίων
Τα σήμαντρα της παρακείμενης εκκλησίας
Παραδίδονταν στη βοή των ωριαίων λόγων
Τα μάτια της Αγίας αγκυροβολούσαν
Πάνω στο άγγιγμα του Μέγα Σκιαθίτη
Δάκρυζαν τα παιδιά αντικρίζοντας
Το ηλιακό πένθος της Κνωσού
Οι μανάδες έπλεναν αποβραδίς τις χλαίνες
Και τα ιμάτια του σκοτωμένου λίθου
Ετοίμαζαν αχνιστή ψαρόσουπα και τη πρόσφεραν
Στο κόκκινο και το μαύρο κιονόκρανο
Οι μέθυσοι και οι νεκρές πόρνες κρατούσαν
Τα παρθενικά χείλη του δειλού ακροβάτη
Έπιαναν χέρι χέρι τα φιλεύσπλαχνα όνειρα
Και καταδύονταν στην θρηνητική λαχτάρα
Του αγοραίου έρωτα σπαταλώντας
Μικρά κουτιά σπίρτων δίπλα
Στην καθηλωμένη ταμπακιέρα
Το τσιγάρο στο χέρι του πρωτόπειρου ποιητή
Μεταλάμβανε την πίσσα της μοναξιάς
Έστριβε με υγρό τσιγαρόχαρτο το πορτρέτο
Της αναθηματικής στήλης τις πρωινές ώρες
Το λεωφορείο αργούσε να περάσει και οι επιβάτες
Έστηναν στις στάσεις δρομείς κρυστάλλινους
Πικρούς καφέδες σερβίριζαν οι άνθρωποι
Των ισημερινών ελλείψει του παλαιού πένθους
Οι νεκροί ψαράδες ξεψάριζαν τα δίχτυα τους
Στήνοντας τα αποκαθηλωμένα αγάλματα της γοργόνας
Οι σχεδίες στους ταρσανάδες παρακολουθούσαν
Τα μαστορικά χέρια του μετέωρου πελάγους
Καρυδότσουφλα και γρι γρι σάλπαραν
Στο παλίμψηστο ερωτικό βίο του παρελθόντος αιώνα
Οι ταξιδιώτες με τα αβαρή φτερά κυνηγούσαν
Αδέσποτες πικρές μνήμες στην απόχρωση της λήθης
Κρατούσαν τα ακυρωμένα εισιτήρια σε αρωματικούς φακέλλους
Και ιχνηλατούσαν τα ακρωτηριασμένα
Εκμαγεία της λευκής γαρδένιας
Το χώμα ανέβαζε τις ρίζες ψηλά
Για να εισακούσουν εκ νέου τη καταδίκη τους
Ο όρκος των οιωνοσκόπων
Καταλύονταν μπροστά σε λάμπα ανίχνευσης
Απαντούσαν σε νέα αινίγματα και σαν νέοι Θεοί
Κατέφευγαν στη λαμπρή αρχαία βιβλιοθήκη των νερών
Λίμναζαν οι πόθοι στους ταμιευτήρες των μύρων
Και αχνόφεγγαν οι νυχτερινές θύρες
Των λυδικών Φυλακών
Οι νυχτοφύλακες έθεταν σε διαθεσιμότητα
Τα πολιορκημένα αστρικά συμπλέγματα
Τα κλειδιά της Ανατολής ξεχασμένα
Πλάι στο βωμό της ανευρυσματικής Πατρίδας
Περίμεναν τις μαινάδες με τα φασματικά περιδέραια
Για να κουρντίσουν τα κλειδοκύμβαλα των Μουσείων
Η νύχτα έστελνε ξανθές πευκοβελόνες
Στη κόρη με τα φαιά πέλματα αποπληρώνοντας το φιλί
Η ξεχασμένη φρουρά της πύλης έπαιζε τραπουλόχαρτα
Με τους γηγενείς ήρωες των παραμυθιών
Χάραζαν μια πινελιά στον ουρανό
Για να ζωντανέψουν τον ραδιοφωνικό θρύλο
Ρεμπέτες έπαιρναν αγκαλιά επιγραμματικές φωτιές
Και με αυτογνωσία πλησίαζαν τα κρυοπαγήματα του  έρωτα
Επαναστάτες αναδιφούσαν από τον συνθηματικό ήλιο
Τις καιόμενες ορντινάντσες με μια γλώσσα σμιλευμένη
Καραδοκούσαν σε πλατείες οι μουσικοί
Μεταφράζοντας την Αλεξανδρινή ανθολογία
Φυγόκεντρες δυνάμεις κατέρχονταν
Τους νόμους της φθοράς πάνω σε ασημένιες γενειάδες
Αναθεωρώντας ξενόφερτα είδωλα λατρείας
Στο μαγνάδι της μυθοπλασίας λαοί
Με ψαλιδισμένα φτερά ενδοσκοπούσαν μικρές ρομφαίες
Έφερναν στο φως την αιχμηρή Παλατινή γραμματεία
Και με αφορισμούς υποδέχονταν το λεύκινο μυστικό
Παραμελώντας τις δραματικές εκκλήσεις
Του Αθάνατου τραγοπόδαρου σύμβολο της ιερής κουφοξυλιάς
Άσματα και ρίμες συνέθεταν οι μύστες της άρπας
Συνεπικουρούμενοι  από την ένδεια των αδερφών
Ο πλακούντας της γης βούλιαζε
Στην αρτηρία της λάσπης
Μόνο ένας μοναχός κρατούσε το ισοκράτημα
Του μελίρρυτου ψαλμού  σαν καρδιά θεατρική
Γέμιζε η πλατεία γυναίκες που χωρίστηκαν το οξυγόνο
Απαριθμώντας το πόνο και το φόβο στις μελωδίες των τζιτζικιών

Πέμπτη, 7 Ιουλίου 2011

φώτο μνήμες


Στην σήτα της ελιάς
Κατακαλόκαιρο
Βρήκα ένα αηδόνι
Να ψηλαφεί
Τις απαγορευμένες
Μελωδίες των ερτζιανών
Είχε σπασμένη
Τη μικρή χτένα
Των φτερών του
Και τσιμπολογούσε
Ουρανό
Συμπαντικό θαύμα
Το τραγούδι του                
Έφτυνε φτηνά
λιοκούκουτσα
Στο χώμα
Της αειθαλούς
Φοινικιάς

Ρυμοτομούσες
Τις αιώρες
Του σκοταδιού
Έσπαγες ένα ρόδι
Για να αναμετρηθείς
Με τους ανυπόδητους
Νάνους
Με τα μικροσκοπικά
Σκουφάκια
Οι ευχές
Αποχαρακτήριζαν
Το πρόσωπο σου
Στεφάνι λυγισμένο
Στο γόνατο
Της ανεμικής
Ανεμώνης

Τα μούρα
Κρατούσαν αγκαλιές
Αρωμάτων
Στο μαντήλι
Των θεραπαινίδων
Είναι δουλειά
Των γλάρων
Να εκκολάψουν
Το σπόρο
Της γηραιάς
Φλαμουριάς

Πέρασε
Το εφτάφωτο
Λεωφορείο
Με τους στιγματισμένους
Επιβάτες
Στο λούκι
Της πόλης
Κρέμασες
Τα λευκά σου
Εσώρουχα
Με το πικρό
Άρωμα
Της παπαρούνας

Οι ώμοι σου
Καλυμμένοι
Την ώχρα
Των φτηνών
Ξενοδοχείων
Στο ραντεβού
Με τους λεύκινους
Κύκνους
Κρατούσες
Τη σπασμένη
Καρδιά
Του επουράνιου
Κρίνου

Έπλεκες
Τα μαλλιά σου
Τον κότσο
Των Παριζιάνων
Το τακούνι χτυπούσε
Στο δρόμο
Σοκάκι
Ασβεστωμένο
Με κιμωλία
Χάρτινος
Ο πίνακας
Στο χρώμα
Του σπαρακτικού
Κισσού

Το χαρμόσυνο
Γεγονός
Της γέννησης
Συνδυάστηκε
Με την ανατίναξη
Της καμίνου
Στο γυλιό
Του κουρδιστού
Ήλιου
Προεξείχε
Το θλιβερό
Κεφάλι
Της ερωτευμένης
Μαργαρίτας

Χώλαινε
Το πόδι
Του θανάτου
Στο λούνα παρκ
Των αεικίνητων
Μαρμάρων
Η κόρη
Με το σπασμένο
Καθρεφτάκι
Έτεμνε δεξιά
Την σελήνη
Σαν τους ακτινωτούς
Μίσχους
Του βουβού
Γιασεμιού

Η βουή
Της πόλης
Έρχονταν
Από μακριά
Στη κάμαρα
Σαν ξεσπόριασμα
Αραποσιτιού
Το κλειδί
Κομμένο σε φέτες
Η αμπάρα
Λιτή κι απέριττη
Σαν σκοτεινή
Πυξίδα
Βορινής
Αρμπαρόριζας

Στον ματωμένο
Γάμο
Η ιέρεια της γης
Μαδούσε
Το σοφό
Κεφάλι
Του ηλίανθου
Ο παρανύμφιος
Έρωτας
Σκορπούσε
Πεταλίδες
Και τα φαρμακερά
Βέλη
Του σκιερού
Κάκτου

Πρασίνισε
Το πέλαγος
Στις Ανοιξιάτικες
Στοές
Στα ξάρτια
Του τυφώνα
Τρύπωναν
Αποδημητικές
Μνήμες
Λαχουράτο
Το βλέφαρο
Σκορπούσε
Ικμάδες
Φρεσκοκομμένης
Μέντας

Άναβαν του νου
Οι μώλοι
Γιρλάντες λαμπρές
και ταπεινά
Πεφταστέρια
Ακοίμητο
Το ημισέληνο
Όνειρο
Κυοφορούσε
Ριζιμιές
Ακροβασίες
Πάνω στο χνώτο
Και το θρήνο
Της νεογνικής
Λεύκας

Λυόμενο σπίτι
Στην ακροποταμιά
Κρύβει
Στα τοιχία του
Αστραφτερές
Πέστροφες
Ανεβαίνουν
Κατά μήκος
Της πρυμναίας
Δοκού
Γλυφό νερό
Κεντρίζει
Τον ομφάλιο λώρο
Του απρόσιτου
Αθάνατου

Σάββατο, 2 Ιουλίου 2011

οι άνθρωποι των μουσώνων


Σας μίλησα στο παρελθόν για το απόβροχο της Κυριακής
Μέρα στιλβωμένη του Μάη να λαμπυρίζει
Στα πόδια των αθλητών όμοια με κουπιά στο τρεχαντήρι
Με τη τυποποιημένη ονομασία "Άκανθος Παναγία"
Έφερες πληγές από σαϊτιά στο μεσαύλι του στήθους
Στεκόσουν στο μπαλκόνι με τα ολάνθιστα νυχτολούλουδα
Λιβάνιζε ο αέρας το αποχυμωτήριο του αίματος
Ο φευγαλέος γλάρος έλυνε τα πανιά στα ιστιοφόρα
Έπλεαν ελεύθερα στον αχαρτογράφητο σκόπελο του πόντου
Οι ναύτες καρδιακοί φίλοι των νόστων απομάκρυναν
Το λεβητοστάσιο και τις μικρά μοιρογνωμόνια του ασύρματου
Έμειναν ορφανοί οι άνθρωποι των μουσώνων
Χωρίς περιστροφές άνοιγαν τα κιτρινισμένα παλίμψηστα
Διάβαζαν δυνατά τους ευτυχείς στίχους των νεκρών ποιητών
Αφιερωμένοι στις μικρές ερωμένες με τα λουλουδάτα φορέματα
Το αγκάθι παρέσερνε στην αιχμή τους δακτύλιους της Δύσης
Στου Παπαφράγκα τα σπηλαιολίθια λείαναν οι φαροφύλακες τις κηροδεσιές
Κρεμούσαν τα τάματα στα ριγωτά πουκάμισα των Αγίων
Θαύματα μεγάλα δημοσιοποιούσαν οι θύσανοι των σκίνων
Τα αρμυρίκια βάφτιζαν με αρχαιοελληνικά ονόματα τους όρμους
Αθηνά και Λυδία Ελένη και Άρτεμις Ηλέκτρα και Εκάβη
Οι λουόμενοι καβαλίκευαν τη μέθεξη των Αχράντων ωρών
Έστηναν ρομφαίες και προτομές στο κέλυφος των γυαλιστερών
Κρατούσαν παράξενα αερόστατα στα χέρια που ταξίδευαν
Στα ουρανομήκη εκτάρια της αφυπνισμένης ερήμου
Η άμμος κολλούσε στα γόνατα και υφάρπαζε την αναπνοή
Οι ταμιευτήρες του φωτός χρύσιζαν στο δακτυλίδι της κόρης
Διαμαντικά και πέρλες φορούσαν οι άγγελοι
Με τους πάλλευκους κρίνους και κρυφογελούσαν σαν νεογνά
Έρχονταν το μεσημέρι σχεδίαζες πάνω στη παλάμη σου
Με κάρβουνο εξαπτέρυγους ήλιους και μεθυσμένες σελήνες
Τα παιδιά κεντούσαν στα χράμια του έρωτα το φαιό στεφάνι
Κλυδωνίζονταν από το βάρος οι πολύχρωμοι αρμοί των χαρταετών
Χόρευαν πεντοζάλη οι αγροικίες των θαλερών ψαράδων
Η τεμνόμενη πεταλούδα περιγελούσε σκισμένες ιχνογραφίες
Βγαίναν από τα σοκάκια της πόλης οι μάγισσες με τα σκιερά πέπλα
Η Σαλώμη επενδύονταν τις ενοχές της μπροστά στα αναμμένα κεριά
Καβαφικές συναντήσεις καθόριζαν τα ωράρια των καφενέδων
Η χαρμολύπη χάριζε στους ελάχιστους εκλεκτούς της το ρακί της γιορτής
Γιρλάντες όμοιες με λαιμοδέτες παρεισφρούσαν στα άλκιμα μέλη
Της ηλιόλουστης νεράιδας στένευε το χρεμέτισμα του αλόγου στη πηγή
Δυο κίονες ξιφουλκούσαν τα αποξηραμένα δαφνόφυλλα του μαρμαροκονίας
Έφευγαν τα χρόνια μπροστά κρατώντας το καροτσάκι της λήθης
Η καρδιά έβρισκε το ρυθμό της μέσα στο πάταγο της ηλεκτρικής γης
Βάραιναν οι θημωνιές με τα άγουρα στάχυα στον μυστικό αχυρώνα
Όλες οι λέξεις αποτίναζαν τα μακρυά τους μανίκια κι έπλεκαν ζωνάρια
Στου κάτω κόσμου την Αχερουσία αγκάλη Απήγανος και κρύα μέντα
Το εισιτήριο για τις βραχώδεις περιοχές κλεισμένο στης σωτήριας πληγής το κλειδί
Στην Φαίδρα Φις  

Παρασκευή, 1 Ιουλίου 2011

ο θαλερός ορίζοντας των μύρων


Λυγίζω το κορμί ώσπου να πάρει
Τη μορφή του εαρινού βέλους
Στα μέρη με τα θαλασσινά χαλίκια
Καταδύομαι αίφνης στο φως
Καταδρομέας της ανοιχτής ηλιόπορτας
Στον ναό της αγάπης εισέρχομαι
Αισθάνομαι την διαύγεια της αγνότητας 
Σαν ένας άμωμος κοπετός που αναδύεται
Από το λαμπερό ποτάμι του Ιλισού    
Απόμερα περίμενα το καιρό
Του φρυγμένου βλέμματος
Να αναστήσει ξανά 
Την ηχώ του πολικού σήματος 
Η σπορά και η σοφία της βροχής
Σπαράζονταν ηδονικά πάνω
Στο ονειρώδες φέγγος
Της αρχαίας φτέρης
Ο ερημίτης κανάκευε
Της γεωμετρίας τον ήλιο
Και τον χαρταετό
Με τα κουρελιασμένα ζύγια

Μηχανεύτηκα τα ανήσυχα χορικά
Της τεμαχισμένης σελήνης
Και απρόθυμος μετείχα
Στην κατερήμωση του αξιοδάκρυτου
Δράκου με τους μπλε χιτώνες
Μέσα στα κλήματα είδα
Τον έγχρωμο θόρυβο της πόλης
Να καταλύει τον άγγελο της προτομής
Η έκταση του γρύλου έφερε
Την περγαμηνή της πραγματικής
Σταύρωσης
Πυρσοφόρος Θεός λείαινα
Του αίγαγρου την αχνιστή χλόη  

Ξεθύμαιναν άσκοπα στο φως 
Τα διχασμένα πτηνά του έρωτα
Μέσα στη κόκκινη βαλίτσα
Οι λεγεωνάριοι απόθεταν με ευλάβεια
Ένα σβωλαράκι χρυσής προσωπίδας
Και τις νησίδες του Πάδου
Αθώα η σκέψη ακροβολούσε
Τα τάματα με τα ερωτευμένα μάτια
Στο χορταριασμένο εικονοστάσιο
Σκηνίτης της αλήθειας σκόπευα
Του αμέθυστου τη διαιρεμένη δόξα
Φύλαγα τον αγέρωχο πάταγο
Της κιθάρας στη δόμηση της νόησης
Οι χορδές συμμετείχαν στο παιχνίδισμα
Της αχαλίνωτης κίνησης της ωδής  
Πλησίαζα τη σκάλα του σκοταδιού
Με προτεταμένα τα ακροδάκτυλα
Συναντώντας τα φτερά της κοιτίδας
Να με περιβάλλουν αέναα   

Κομματιασμένα τα μέλη μου
Σε δροσερό θάνατο
Μαδούσαν
Την ηδονική ράχη του όρκου
Βρήκα το ευαγγέλιο μέσα στα φυλλώματα
Μαζί με την γλυκιά ευωδιά
Των ακοίμητων αγγέλων
Βυθίστηκα στο θαλάμι του σύννεφου
Καρτερώντας τα μάτια του φόνου
Να με αποσπάσουν από το ρίγος
Των κεραυνοβολημένων ερπετών
Μια ζώνη με απωθούσε
Από τη πύλη της λησμονιάς
Έμεινα μόνος 
Μεταλαμβάνοντας
Την σκληρότητα του τροχού
Στην αιχμηρή αιθρία της φωτιάς
Ολόρθος στάθηκα να κοιτώ 
Σαν γέρος ερυθρόδερμος 
Που λύνει το γόρδιο κόμπο του μάγου 
Προς δόξα της φυλής του 

Ακμάζει ακόμα το κορμί της γυναίκας 
Στο θαλερό ορίζοντα των μύρων
Μην οξύνεις τη λύτρωση 
Των σμαραγδένιων ρόδων
Παραδόσου στα χέρια των ληστών  
Στάσου ικέτης μπροστά 
Στο καπνό του ποιήματος 
Μέχρι να κοπάσει ο κίνδυνος 
Και η κραυγή του γκρίζου 
Φεγγαρόφωτου που απέρχεται
Σιωπηλά κοιτώντας
Το θαλασσινό αέτωμα
Στου έρωτα τη σπηλαιώδη κοίτη   

Επενδύσου τον λευκό τύφο 
Του άλγους και χάραξε 
Με λαμπερά ξυράφια 
Τον όρθρο της ηλιακής έκλειψης 
Ρίχνοντας με το χέρι ανθόνερο 
Στο οπάλιο ψηφίο της ερήμου 
Έρχεται ο εντολοδόχος αδερφός 
Με τους αναμμένους δαυλούς 
"Ενθάδε κείται ο ιστός της Ανδρομέδας"
Λυγίζω το κορμί ώσπου να πάρει
Τη μορφή του εαρινού βέλους
Στα μέρη με τα θαλασσινά χαλίκια
Καταδύομαι αίφνης στο φως
Καταδρομέας της ανοιχτής ηλιόπορτας
Στον ναό της αγάπης εισέρχομαι
Αισθάνομαι την διαύγεια της αγνότητας
Σαν ένας άμωμος κοπετός που αναδύεται
Από το λαμπερό ποτάμι του Ιλισού