Κυριακή, 13 Απριλίου 2014

ολιγόλεκτες μαρτυρίες



Τι το 'θελες
Το τρίπατο σπίτι στην εξοχή
Δεν ήξερες πως στα ψηλά πατώματα
Στήνουν τις αγχόνες τους οι πελαργοί!

*
Τους απολογισμούς μου
Τους κάνω πάντα το πρωί
Ίσως γι αυτό να κακιώνομαι με τα φεγγάρια
Και να διαβάζω τους στίχους μου
Μόνο σε περίκλειστα πηγάδια!

*
Σέβομαι το έντιμο πρόσωπο
Του θανάτου
Γι αυτό στο σπίτι μου
Ποτέ δεν είχα σπασμένα κάτοπτρα!

*
Ζητάς να βρεις το τίμιο νερό
Στην έρημο
Ενώ καλά γνωρίζεις
Πως ο έρωτας διάβηκε
Προσδεμένος σ' ένα καρβουνιάρικο!

*
Πριόνισες τον λόγο σου
Απ' όταν έπαψες να συνομιλείς
Με τ' αγάλματα!

*
Η μάνα σου βαριά πληγωμένη
Πριν ξεψυχήσει
Μερίμνησε για εσένα
Ένα στίχο
Γι' αυτό πάντα στην τσέπη σου
Έβρισκα ολόφρεσκους σπόρους καλεντούλας!

*
Στις τεθλασμένες
Που το υνί πέρασε στο κορμί μου
Γράφω τα ποιήματά μου!

*
Τα κιούπια
Που βάζαμε το λάδι
Τα χαρίσαμε στους κολίγους
Μας έμεινε μόνο η θράκα
Απ' τα καμμένα λιόδεντρα
Πως να χορτάσουμε;

*
Δεν έχουν αξία τα δάκρυα
Αν από πριν δεν ζυγιστούν
Στα παλλόμενα κύματα!

*
Πάντα επιθεωρούσες
Τα συρματόσκοινα
Πριν απλώσεις την μπουγάδα σου
Οι κινήσεις της ετοιμότητας
Δεν στο είπαν πως γαριάζουν πάντα την ψυχή!

*
Κοχλαστό το νερό
Μαύρη η σκιά
Κι εγώ στην μέση
Σε κρίση πανικού
Σχηματίζω το νούμερό σου!

*
Τώρα τα σπίτια μας
Τα κατοικούν ξένοι
Φυγάδες ήμασταν
Και τα σημάδια που βάλαμε
Δεν ήταν σταθερά
Πως να επιστρέψουμε;

*
Κι όμως βουρκώνουν
Τα βουνά
Όταν χαμοπετούν οι αετοί
Πηγή να βρουν
Και το λαιμό της ελαφίνας
Να αρπάξουν!

*
Ντύθηκα το δέρμα σου
Σκληρή να γίνει η ζωή
Να φοβηθώ
Μήπως κι έτσι απαρνηθώ
Τους κοχλίες της μνήμης
Που θρυμμάτισες!


Παρασκευή, 11 Απριλίου 2014

η εαρινή γενιά των ποιητών



Μικρή αδερφή μου η Άνοιξη
Πέρασε σήμερα από το περιβόλι μου
Άχθος βαρύ το έργο της
Κάλεσμα φωτός να φέρει στους επιτελείς της
Πόνημα καρδιάς οι στίχοι της
Δροσοσταλίδα να ρίξει στις ρίζες που αντιμάχονται την ξέρα
Πέρασε ολόλαμπρη σήμερα από το περιβόλι μου
Η Άνοιξη -Οδηγήτρα του νου
Να το σκεπάσει οργιαστικά με την ανθοφορία της
Να το κερδίσει καθολικά με το άρωμά της
Να το μυήσει στα θέλγητρα στα μάγια και στα ξόρκια
Τσαμπί από αγριομέλισσες έφερε
Τις μελλοντικές μου ώρες να χρυσίσει

Μικρή αδερφή μου η Άνοιξη την συνάντησα
Ένα πρωινό του Μάρτη
Να κάθεται στο ξύλινο παγκάκι του κήπου μου
Κάτω απ' τα γέρικα πλατάνια
Με καλημέρισε πασίχαρη
Κι έβγαλε απ' τον κόρφο της
Ένα μπουκέτο ολάνθιστες καμέλιες
Εγώ θα σε οδηγήσω σε κόσμους φωτεινούς μου είπε
Πάρε το δακτυλίδι μου φυλαχτό να το 'χεις
Γητειάς δακτυλίδι με το πετράδι του αμαζονίτη στο κέντρο
Γαλάζιο πετράδι σαν τις θείες κόρες των ματιών της
Όταν αυγάζει πάνω τους της μέρας το φως

Το δακτυλίδι αυτό να το φοράς
Κάθε πρώτη του Μάρτη
Τότε που τα παιδιά δένουν στο καρπό τους
Την κλωστή της γιορτής
Πήρα το δακτυλίδι περασμένο
Σε λεπτό ξύλο σφένδαμου
Κι ένιωσα ρόδο αλατιού ερυθρόμορφη λήκυθος ιέρεια της αναγέννησης
Μόνο τη πρώτη της Άνοιξης να το φοράς
Τις άλλες μέρες να το παραχώνεις
Στο ακρογιάλι με τα αρμυρίκια
Σε όρμους κλειστούς
Εκεί που η παλίρροια δεν απλώνει τα πέπλα της
Κι οι αχινοί δεν ματώνουν τα βότσαλα με αγκάθια σκληρά
Εκεί να το αφήνεις αμέριμνα να το γλυκαίνει
Η θάλασσα με της αρμύρας τον κρύσταλλο

Το δακτυλίδι αυτό θα σε οδηγήσει μ' ένα φύσημα
Στης Παραμυθίας τη χώρα
Στο οχυρό της Ποίησης θα σε πάει
Θα σου εξηγήσει εξαρχής την αλφαβήτα του Έρωτα
Και το πως να διαβάσεις πρώτος τα μυστικά κρωξίματα των γλάρων
Αδερφός σου θα γίνει ο Έρωτας
Πρώτη σου Αγάπη η Ποίηση
Νόστος γλυκύς η πορεία των γλάρων
Άστρο του Σείριου το παραμύθι να φωτίζει τις άγρυπνες νύχτες
Μόνο να ξέρεις με τον θάνατό σου
Θα το παραδώσεις σε μένα και πάλι
Να βρω τον εκλεκτό της φυλής μου
Σκυτάλη να πάρει και να μπει στης Ομορφιάς την χώρα

Γιατί εμείς ταγμένοι είμαστε
Την Εαρινή να φτιάξουμε Γενιά των Ποιητών
Σε πέτρινο πατητήρι τον ερυθρό να βγάλουμε οίνο της Αναγέννησης
Σε Εστίες να βρεθούμε  Μυθικές
Έτσι που να καπνίσουν και πάλι τα φουγάρα του Ήλιου θυμωμένα
Στους ουρανούς του Απρίλη!

Αυτή είναι η 1η συμμετοχή μου στο 3ο Συμπόσιο που διοργάνωσε άψογα
η αγαπημένη φίλη Αριστέα κι όπου είδαμε καταπληκτικές κι αξιοζήλευτες
συμμετοχές...όλα ήταν υπέροχα και μοναδικά!
Η ποίηση κέρδισε το στοίχημα κι όλοι νιώθουμε δικαιωμένοι!


Η χαρτογραφία της Άνοιξης



Ακροπατώ πάνω στης Άνοιξης
Το λευκό πέπλο
Και συμφιλιωμένη
Αποπνέω οργή σαν τραγωδός
Σε άηχα πλάτη
Σαν κύμβαλο θείο δονούμαι
Στο χέρι σεπτής ελαίας δοσμένος

Πιάνομαι στιγμιαία
Να μην πέσω
Από μια παπαρούνα
Ματώνω την παλάμη
Σχισμή βαθιά να μην ξεχνώ
Της ψυχής το νόστιμον ήμαρ

Ακουμπώ μια μαργαρίτα
Αναποφάσιστη
Και χάνω τον ειρμό
Στου έρωτα το αριθμητήριο
Πλάνητας ραβδοσκόπος
Γίνομαι και πηγαίνω στα μάκρη

Γεύομαι γύρη
Κι ανασταίνω
Τους κωδικούς της μνήμης
Που είχαν διαγραφεί
Και στη σκουριά είχαν πέσει
Υποταγμένοι στο απρόβλεπτο

Μυρίζω το γάντι
Της βαθυπράσινης φτελιάς
Και το υδρογόνο της λήθης
Διαπερνά τους ιστούς μου
Σαν βέλος κυνηγού
Στο απραγματοποίητο της ιστορίας

Γεύομαι χαμοκέρασα
Απ' της αθωότητας το κτήμα
Και αναδιατάσσω
Τις ρίζες μου
Σε κύκλιους σχηματισμούς
Τόπο χαρίζοντας
Σε ήλιους δοξαστικούς
Τη στιγμή στο αίεν να αποθεώσουν

Ακροπατώ πάνω στης Άνοιξης
Την χρυσή φτερούγα
Και στους αιθέρες ξανοίγομαι
Περιστερώνα ζητώντας
Στου σύννεφου το τέμπλο
Το μήνυμα να φέρω
Στον κόσμο των αθανάτων
Να ανθίσει η μυρτιά κι η βάγια
Στον λοβό του πεθαμένου
Σαν κλάμα μωρού

Εγγίζω την πύλη της θάλασσας
Και τα μάρμαρα καίνε
Γραμμή καμιά δεν χαράσσω
Παρά μονάχα
Την σμίλη μου φέρω
Στης καρδιάς την πέτρα
Και οι στίχοι με καταπνίγουν
Σαν επωμίδα κισσού
Σε νησιώτικο σπήλιο

Επιθεωρώ τις φλέβες
Της πατρίδας μου
Και ανέστιος νιώθω
Μικρός ο τόπος και φτενός
Τις οριογραμμές καταργώ
Που το όνειρο έφραξαν
Μιας αέναης Αναγέννησης
Επαναπατρίζομαι στο λυκόφως
Και στεριώνω την γη μου
Σε άχρονα πλάτη

Ηγούμαι της επανάστασης
Των λουλουδιών
Και της Εκάτης αναρροφώ
Τους χυμούς
Θεάζω τους πυρσούς μου
Και μονάχη ορθούμαι
Σε χερσονήσους λατρείας
Να ανακόψω την πορεία
Των σκοτεινών στρατευμάτων
Στον χάρτη της εμφύλιας εμπλοκής

Πολιορκώ απρόσιτες φωλιές
Που αγριοπούλια κατοικούν
Και τους οιωνούς ξεχωρίζω
Φέρνοντας χρησμούς
Στο πηγάδι των στεναγμών
Κι όποιος τους λύσει
Επάξια τον ανακηρρύσσω
Σε ταγό και βασιλέα του ύψους

Γιατί εκεί στα μέγιστα ύψη
Η Άνοιξη θα βρεθεί
Να πλαγιάσει και πάλι
Σε κλίνη ολύμπια
Με τον σκληρό Απρίλη
Και μες στη μέθη
Ενός έρωτα λάγνου
Τους νέους να καρπίσει βλαστούς
Τους αμάραντους
Και τον λόγο του ανθρώπου
Το πρώτο του μίλημα
Σε ουράνια στρώματα
Με την νέα κιβωτό να εποικίσει!

Αυτή είναι η 2η συμμετοχή μου στο 3ο Συμπόσιο που διοργάνωσε άψογα
η αγαπημένη φίλη Αριστέα κι όπου είδαμε καταπληκτικές κι αξιοζήλευτες
συμμετοχές...όλα ήταν υπέροχα και μοναδικά!
Η ποίηση κέρδισε το στοίχημα κι όλοι νιώθουμε δικαιωμένοι!


Πέμπτη, 10 Απριλίου 2014

ορεινή σύρραξη




Σε ένα ορεινό χωριό της Ηπείρου
-Εκεί που η πέτρα αντιμάχεται
Όπως αξίνα γεωργού
Τα σπλάχνα της γης
Ληστρικό λημέρι να στήσει-
Κάπου στον περίβολο μιας εκκλησίας
Με καμάρες τρεις στην είσοδο
Είδα μιαν ολάνθιστη παιώνια
Να υπερπηδά ρωμαλέα σαν άλτης
Του θέρους την κάψα
Και να εγείρει περίτρανο άνθος στον κόσμο!

Βολεμένη η γύρη της σε κύκλο χρυσαφένιο
Σαν μπέρτα κίτρινη χωρικής
Πέταλα κόκκινα άλικο να βαφτεί
Το χράμι των βουνών
Εκεί που έσμιξε το αρματολίκι
Και το αντάρτικο γιορτάσι του έρωτα
Επηρμένη η παιώνια καυχήθηκε την αρματωσιά της
Μέσα στα ψυχρά κάτοπτρα του νερού
Μπροστά πηγαίνει τώρα ορθή
Στον πόλεμο με την ματαιοδοξία
Στην διαμάχη με τον ναρκισσισμό
Σύμμαχος στην ατέρμονη μάχη του ποιμένα
Να συνθέσει στην καλαμένια του φλογέρα
Την οκτάβα της αήττητης μοναξιάς
Υφαρπάζοντας στο δισάκι του κλεφτά
Τους πρωινούς κελαηδισμούς του πετροκότσυφα!

Εκεί παρέμεινε μοναχική και πλανεμένη
Στα πλάγια με τις πέρδικες
Την περιγελούσαν οι συντρόφισσες της
Στον περίβολο της εκκλησίας στητή αυτή
Μαζί με τα λευκά κρίνα της φτωχής Παναγίας
Τα αστρολούλουδα της γης
Τους κυματιστούς κισσούς
Και τις αειφόρες μπιγκόνιες με τα χάλκινα χέρια τα χλωμά!

Ήρθε βροχή έπιασε μπόρα
Ψυχανεμίστηκε η παιώνια τον κίνδυνο
Κι έκλεισε τα πέταλα της
Διαισθάνθηκε η παιώνια τον βοριά
Και αναδίπλωσε τα φύλλα της
Διέβλεψε η παιώνια την αστραπή
Και τράβηξε την ρίζα της
Σε πηγαδίσια βάθη
Τριγμοί να ακουστούν παγανιστικοί στο απέθαντο σύμπαν!

Πάνοπλη και ετοιμοπόλεμη
Με τόλμη και θάρρος
Βγήκε με κοντάρια στημόνες
Τον δράκο της βροχής να παλέψει
Που στα σήμαντρα κατοικούσε
Εκεί που τα χελιδόνια τερπνά
Οικοδομούσαν τα πλίθινα όνειρα τους
Πόλεμος άνισος
Και ο Αη Γιώργης ρακένδυτος
Χωρίς το άλογο του
Αποκοιμήθηκε άοπλος στα απόκρημνα σπήλαια της χαράδρας!

Κυρτή η παιώνια κι απέλπις
Ζήτησε πολεμοφόδια να της φέρουν
Συρμάτινες χορδές απ' του ουράνιου τόξου
Το βιολοντσέλο
Πλίνθους πύρινους απ' την σελήνη
Βέλη να φτιάξει φαρμακερά
Και με την σεληνόπετρα γαρμπίλι στέρεο
Οδοφράγματα να στήσει
Κι απελεύθερη πια να πολεμήσει
Τον κακό οιωνό του ξέθωρου σύννεφου!

Στον περίβολο της εκκλησίας απόψε
Άνθισε η σελίδα της Επανάστασης
Μόνο ένας ιερέας με το κομποσκοίνι του
Μετρούσε τις στερνές προσευχές
Που απηύθυνε στον δικό του Θεό
Συνθήκη κλείνοντας με τον Θάνατο
Την μικρή παιώνια την αγνόησε
Καθώς είχε διαβεί το Άγιο Πάσχα
Κι οι νεωκόροι είχαν κλαδέψει τις πασχαλιές
Τον επιτάφιο μυστικά να στολίσουν
Έτσι η μικρή παιώνια σαν ηγέτιδα των λουλουδιών
Σταυρώθηκε και αναστήθηκε
Μόνη εν μέσω του Θέρους
Προορισμένη μοιραία να ανεβάσει
Στα μάτια των παιδιών
Τα δάκρυα της ευτυχίας
Και στο κόκκινο ομπρελίνο της να στεγάσει
Τα εφήμερα μεγάλα όνειρα
Ενός λαού που μόνο τη κόψη του σπαθιού γνώρισε!

Γιατί η λευτεριά απαρχής κόσμου
Σε σχισμάδες βράχων
Τις αιματοβαμμένες υφαίνει σημαίες
Άλικες σημαίες στο χρώμα της παιώνιας
Που εσένα μόνο συλλογάται αναγεννώμενη κάθε αυγή!