Κυριακή, 13 Απριλίου 2014

Ολιγόλεκτες μαρτυρίες



Τι το 'θελες
Το τρίπατο σπίτι στην εξοχή
Δεν ήξερες πως στα ψηλά πατώματα
Στήνουν αγχόνες οι πελαργοί

*
Τους απολογισμούς μου
Τους κάνω πάντα το πρωί
Ίσως γι αυτό κακιώνω με τα φεγγάρια
Και διαβάζω τους στίχους μου
Μόνο στα περίκλειστα πηγάδια

*
Σέβομαι το έντιμο πρόσωπο
Του θανάτου
Γι αυτό στο σπίτι μου
Πάντα είχα σκεπασμένα τα κάτοπτρα

*
Ζητάς να βρεις το γάργαρο νερό
Στην έρημο
Ενώ καλά γνωρίζεις
Πως ο έρωτας διάβηκε
Ανεβασμένος σ' ένα καρβουνιάρικο

*
Πριόνισες τον λόγο σου
Απ' όταν έπαψες να συνομιλείς
Με τ' αγάλματα

*
Η μάνα σου βαριά πληγωμένη
Πριν ξεψυχήσει
Μερίμνησε για εσένα
Ένα στίχο
Γι' αυτό πάντα στην τσέπη σου
Έβρισκα ολόφρεσκους σπόρους καλεντούλας

*
Στις τεθλασμένες
Που το υνί πέρασε στο κορμί μου
Γράφω τα ποιήματά μου

*
Τα κιούπια
Που βάζαμε το λάδι
Τα χαρίσαμε στους κολίγους
Μας έμεινε μόνο η θράκα
Απ' τα καμμένα λιόδεντρα
Πως να χορτάσουμε;

*
Δεν έχουν αξία τα δάκρυα
Αν από πριν δεν ζυγιστούν
Στα παλλόμενα κύματα

*
Πάντα επιθεωρούσες
Τα συρματόσκοινα
Πριν απλώσεις την μπουγάδα σου
Οι κινήσεις της ετοιμότητας
Δεν στο είπαν πως γαριάζουν πάντα τη ψυχή

*
Κοχλαστό το νερό
Μαύρη η σκιά
Κι εγώ στην μέση
Σε κρίση πανικού
Σχηματίζω το νούμερό σου

*
Τώρα τα σπίτια μας
Τα κατοικούν ξένοι
Φυγάδες είμαστε
Και τα σημάδια που βάλαμε
Δεν ήταν σταθερά
Πως να επιστρέψουμε;

*
Κι όμως βουρκώνουν
Τα βουνά
Όταν χαμοπετούν οι αετοί
Πηγή να βρουν καθάρια
Και το λαιμό της ελαφίνας
Να αρπάξουν

*
Ντύθηκα το δέρμα σου
Σκληρή να γίνει η ζωή
Να οπλιστώ σαν αστακός
Μήπως κι έτσι αποκρούσω
Τις σειρήνες της μνήμης
Που με έδεναν μαζί σου


Παρασκευή, 11 Απριλίου 2014

Η εαρινή γενιά των ποιητών



Μικρή αδερφή μου η Άνοιξη
Πέρασε σήμερα από το περιβόλι μου
Άχθος σκληρό το έργο της
Κάλεσμα φωτός να φέρει στους εκλεκτούς της
Πόνημα καρδιάς οι στίχοι της
Δροσοσταλίδες να ρίξει στις ρίζες που αντιμάχονται την ξέρα
Πέρασε ολόλαμπρη σήμερα από το περιβόλι μου
Να το σκεπάσει οργιαστικά με την ανθοφορία της
Να το κερδίσει καθολικά με το άρωμά της
Να το μυήσει στα θέλγητρα στα μάγια και στα ξόρκια
Τσαμπί από αγριομέλισσες έφερε μαζί της
Τις μελλοντικές μου μέρες να χρυσίσει

Μικρή αδερφή μου η Άνοιξη την συνάντησα
Ένα πρωινό του Μάρτη
Να κάθεται στο ξύλινο παγκάκι του κήπου μου
Κάτω απ' τα γέρικα πλατάνια
Με καλημέρισε πασίχαρη
Κι έβγαλε απ' τον κόρφο της
Ένα μπουκέτο ολάνθιστες καμέλιες
Εγώ θα σε οδηγήσω σε κόσμους φωτεινούς μου είπε
Πάρε το δακτυλίδι μου φυλαχτό να το 'χεις
Γητειάς δακτυλίδι με το πετράδι του αμαζονίτη στο κέντρο
Γαλάζιο πετράδι σαν τις κόρες των ματιών της
Όταν αυγάζει πάνω τους της μέρας το φως

Το δακτυλίδι αυτό να το φοράς
Κάθε πρώτη του Μάρτη
Τότε που τα παιδιά δένουν στο καρπό τους
Την κλωστή της γιορτής
Πήρα το δακτυλίδι περασμένο
Σε λεπτό ξύλο σφένδαμου
Κι ένιωσα σαν ερυθρόμορφη λήκυθος
Μόνο την πρώτη μέρα της Άνοιξης να το φοράς
Τις άλλες μέρες να το παραχώνεις
Στο ακρογιάλι με τα αρμυρίκια
Σε όρμους κλειστούς
Εκεί που η παλίρροια δεν απλώνει τα πέπλα της
Κι οι αχινοί δεν ματώνουν τα βότσαλα με αγκάθια σκληρά
Εκεί να το αφήνεις να το γλυκαίνει
Η θάλασσα με της αρμύρας το χτένι

Το δακτυλίδι αυτό θα σε οδηγήσει μ' ένα φύσημα
Στης παραμυθίας τη χώρα
Στο οχυρό της ποίησης θα σε πάει
Θα σου εξηγήσει εξαρχής την αλφαβήτα του έρωτα
Το πως να διαβάζεις τα κρωξίματα των γλάρων
Αδερφός σου θα γίνει ο έρωτας
Πρώτη σου αγάπη η ποίηση
Νόστος γλυκύς η πορεία των γλάρων
Μόνο να ξέρεις με τον χαμό σου
Θα το παραδώσεις σε μένα και πάλι
Να βρω τον εκλεκτό της φυλής μου
Τη σκυτάλη να πάρει για της ομορφιάς την χώρα

Γιατί εμείς ταγμένοι είμαστε
Την εαρινή να φτιάξουμε γενιά των ποιητών
Στο πατητήρι τον ερυθρό να βγάλουμε οίνο της αναγέννησης
Σε εστίες να βρεθούμε μυθικές
Έτσι που να καπνίσουν τα φουγάρα του ήλιου
Στους ουρανούς του Απρίλη θυμωμένα

Αυτή είναι η 1η συμμετοχή μου στο 3ο Συμπόσιο που διοργάνωσε άψογα
η αγαπημένη φίλη Αριστέα κι όπου είδαμε καταπληκτικές κι αξιοζήλευτες
συμμετοχές...όλα ήταν υπέροχα και μοναδικά!
Η ποίηση κέρδισε το στοίχημα κι όλοι νιώθουμε δικαιωμένοι!


Η χαρτογραφία της Άνοιξης



Ακροπατώ πάνω στης Άνοιξης
Το αραχνοΰφαντο πέπλο
Ζω οργιαστικά
Σαν τραγωδός σε αρχαία σκηνή
Αλλάζω συνεχώς ρόλους
Μέχρι ολόλευκο να γίνω όστρακο
Απ' εκεί να ακούς τη φωνή μου
Γεμίζω το μαντήλι μου με ηδονές
Κύμβαλο θείο αντηχώ στις ξερολιθιές

Πιάνομαι στιγμιαία
Να μην πέσω
Από μια παπαρούνα
Ματώνω την παλάμη
Ματώνω της μέρας ταν καρπό
Σχισμή βαθιά να μην ξεχνώ
Της αγάπης το νόστιμον ήμαρ

Ακουμπώ μια μαργαρίτα
Αναποφάσιστη
Και χάνω το μέτρημα
Στου έρωτα το αριθμητήριο
Πλάνητας ραβδοσκόπος
Πηγαίνω στις ξέρες
Φλέβα χτυπάω
Υγρό να ντυθώ ένδυμα

Γεύομαι της γύρης την κίτρινη πούδρα
Κι ανασταίνω με ένα φύσημα
Της μνήμης τους κωδικούς
Που είχαν σβηστεί
Και στη σκουριά είχαν πέσει
Σαν πρόσωπα ξένα
Στην κορνίζα της λήθης ξεχασμένα

Μυρίζω το γάντι
Της βαθυπράσινης φτελιάς
Και το οξυγόνο
Διαπερνά τους ιστούς μου
Σαν βέλος ινδιάνου
Ξεκρίνω τους στόχους
Στο δάσος της ιστορίας εισχωρώ
Και σε κορμούς πληθαίνω

Γεύομαι χαμοκέρασα
Απ' της αθωότητας το κτήμα
Και περιπλέκω
Τις ρίζες μου
Σε κύκλιους σχηματισμούς
Τόπο παραχωρώ
Σε ήλιους δοξαστικούς
Φωτεινά να γίνουν τα νερά του έρωτα

Αναρριχώμαι πάνω στης Άνοιξης
Τη χρυσή φτερούγα
Και στους αιθέρες ξανοίγομαι
Περιστερώνα ζητώντας
Στου σύννεφου το τέμπλο
Το μήνυμα να φέρω
Στον κόσμο των αθανάτων
Να ανθίσει η μυρτιά κι η βάγια
Στον λοβό του πεθαμένου
Σαν γέλιο μωρού

Αγγίζω την πύλη της θάλασσας
Και τα μάρμαρα καίνε
Γραμμή καμιά δεν χαράζω
Παρά μονάχα
Τη σμίλη μου φέρνω
Στης καρδιάς την πέτρα
Κι οι στίχοι με πνίγουν
Σαν φυλλωσιά κισσού
Σε νησιώτικο σπήλιο ανεξερεύνητο

Επιθεωρώ τις φλέβες
Της πατρίδας μου
Και ανέστιος νιώθω περατάρης
Μικρός ο τόπος και φτενός
Τις οριογραμμές καταργώ
Νέα εδάφη προσαρτώ
Επαναπατρίζομαι στο λυκόφως
Και στεριώνω την γη μου
Στα άχρονα πλάτη της δόξας

Ηγούμαι της επανάστασης
Των λουλουδιών
Και της Εκάτης απορροφώ
Τους πικρούς χυμούς
Κρατώ τους πυρσούς μου
Και μονάχη ορθούμαι
Σε χερσονήσους λατρείας
Να διακόψω την πορεία
Των σκοτεινών στρατευμάτων
Στον κάτω κόσμου τα απωθώ

Πολιορκώ απρόσιτες φωλιές
Που αγριοπούλια κατοικούν
Και τους οιωνούς ξεχωρίζω
Κρωξίματα κι άγραφοι νόμοι
Χρησμούς φέρνω
Απ' το πηγάδι των στεναγμών
Κι όποιος τους λύσει
Επάξια τον ανακηρύσσω
Εκλεκτό βασιλέα του ύψους

Γιατί εκεί στα μέγιστα ύψη
Η Άνοιξη θα βρεθεί
Να πλαγιάσει και πάλι
Σε κλίνη ολύμπια
Με τον σκληρό Απρίλη
Και μες στη μέθη
Ενός έρωτα λάγνου
Τους νέους να καρπίσει βλαστούς
Τους αμάραντους
Και τον λόγο του ανθρώπου
Το πρώτο του μίλημα
Στην νέα κιβωτό να ακουμπήσει
Χώρο να βρουν οι σελίδες που δεν μας χώρεσαν

Αυτή είναι η 2η συμμετοχή μου στο 3ο Συμπόσιο που διοργάνωσε άψογα
η αγαπημένη φίλη Αριστέα κι όπου είδαμε καταπληκτικές κι αξιοζήλευτες
συμμετοχές...όλα ήταν υπέροχα και μοναδικά!
Η ποίηση κέρδισε το στοίχημα κι όλοι νιώθουμε δικαιωμένοι!


Πέμπτη, 10 Απριλίου 2014

Ορεινή σύρραξη




Σε ένα ορεινό χωριό της Ηπείρου
Εκεί που η πέτρα αντιμάχεται το χώμα
Στον περίβολο μιας εκκλησίας
Με καμάρες τρεις πετρόκτιστες
Είδα μιαν ολάνθιστη παιώνια
Να υπερπηδά σαν άλτης
Του θέρους την κάψα
Και να εγείρει το άνθος της στον κόσμο

Γύρω - γύρω γύρη χρυσαφένια
Σαν μπέρτα κίτρινη χωρικής
Πέταλα άλικα στο χρώμα του μούστου
Πορφυρό να βαφτεί
Το φρύδι των βουνών
Εκεί που έσμιξε το αρματολίκι
Με το γιορτάσι του έρωτα

Στον περίβολο της εκκλησίας
Στητή αυτή μαζί με τα λευκά κρίνα της Παναγίας
Συνομιλεί με τους Αγίους
Με τους κυματιστούς κισσούς
Και τους αθώους αγγέλους
Στις ολονυχτίες

Ήρθε βροχή έπιασε μπόρα
Αισθάνθηκε η παιώνια τον κίνδυνο
Κι έκλεισε τα πέταλα της
Ένιωσε η παιώνια τον βοριά
Και αναδίπλωσε τα φύλλα της
Διέβλεψε η παιώνια την αστραπή
Και τράβηξε την ρίζα της στα βάθη της πέτρας

Πάνοπλη και ετοιμοπόλεμη
Με τόλμη και θάρρος
Βγήκε με κοντάρια στήμονες
Τον δράκο της βροχής να παλέψει
Που στα σήμαντρα κατοικούσε
Εκεί που τα χελιδόνια
Οικοδομούσαν τα πλίθινα όνειρα τους
Πόλεμος άνισος
Και ο Αη Γιώργης ρακένδυτος
Χωρίς το άλογο του
Αποκοιμήθηκε άοπλος στα απόκρημνα σπήλαια

Κυρτή η παιώνια κι απέλπις
Ζήτησε πολεμοφόδια να της φέρουν
Συρμάτινες χορδές απ' του ουράνιου τόξου
Το βιολοντσέλο
Πλίνθους πύρινους απ' την σελήνη
Βέλη να φτιάξει φαρμακερά
Και με την σεληνόπετρες
Οδοφράγματα να στήσει
Τους κρουνούς τ' ουρανού να αντιμετωπίσει

Στον περίβολο της εκκλησίας απόψε
Άνθισε η σελίδα της Επανάστασης
Μόνο ένας ιερέας με το κομποσκοίνι του
Μετρούσε τις στερνές προσευχές
Που απηύθυνε στον δικό του Θεό
Την μικρή παιώνια την αγνόησε
Καθώς είχε διαβεί το Άγιο Πάσχα
Κι οι νεωκόροι είχαν κλαδέψει τις πασχαλιές
Τον επιτάφιο να στολίσουν
Έτσι η μικρή παιώνια σαν ηγέτιδα των λουλουδιών
Σταυρώθηκε και αναστήθηκε
Μόνη εν μέσω του Θέρους
Προορισμένη να ανεβάσει στα μάτια των παιδιών
Τα δάκρυα της ευτυχίας
Και στο κόκκινο ομπρελίνο της να στεγάσει
Τα εφήμερα μεγάλα όνειρα
Ενός λαού που μόνο την κόψη του σπαθιού γνώρισε