Τρίτη 30 Ιουνίου 2026

Κοντά σου

Κοντά σου ζω τα θαύματα 
βρύση μαλαματένια 
κοντά σου φτάνω ουρανό 
και ζω παραμυθένια 

Ξερο κλαδάκι ήμουνα 
σε κάμπο παγωμένο
ήρθες και έβγαλα βλαστούς 
και τους ανθούς προσμένω 

Τι άλλο πια να καρτερώ 
όλα μου τα 'χεις δώσει
στολίδια και διαμαντικα 
μου τα 'χεις παραδώσει 

Βγαίνω στο φως περήφανη 
και σιγοτραγουδαω
παίρνω δροσιά απ' τα χείλη σου 
κι από χαρά γλεντάω 

Σε πανηγύρια μυθικά
απλώνω νέες ρίζες 
αστέρι γίνομαι της γης
κυοφορω ελπίδες 

Τι άλλο πια να καρτερώ 
όλα μου τα 'χεις δώσει
στολίδια και διαμαντικα 
μου τα 'χεις παραδώσει .

Τα μάτια σου όμηρο με πήραν

Τα μάτια σου περίκλειστες 
καγκελόπορτες 
που δεν τις διαπερνάει κανείς.
Θέλησα να τα διαβάσω 
να διαβώ το κατώφλι τους
μήπως και εξηγήσω την παθητικότητα τους
την απάθεια τους απέναντι στη χαρά
της πλεύσης. 
Απογοητεύτηκα όμως οικτρά. 
Φωτιές με ζώσανε,
εμπόδια  όμηρο με πήραν 
και μια καταιγίδα με κατακρήμνισε 
στο κενό. 
Δεν τα παράτησα. 
Φτιάχνω διχάλα να τά  πολεμήσω.
Παίρνω συρματόσκοινα
για να τα φυγαδεύσω μακριά 
από τις  αμαρτωλες σκιές
Ανοίγω διαύλους για να γλιτώσω από 
τις εικόνες εκείνες που 
φόβητρο γίνονται για τους αθώους της γης.
Νικημένη καταφεύγω 
τελευταία στις μαγγανείες
Καίω κάρβουνο.
Ασπάζομαι φριχτά τοτεμ.
Ακολουθώ πλοία που στις μπαγκαζιέρες τους 
κρύβουν πτώματα.
Μια νυχτερίδα με παρακολουθεί 
νυσταγμένη.
Την αποφεύγω σπρώχνοντας 
το σώμα μπροστά 
στο σιτοβολώνα της λήθης
που κάποτε σε αναίτιες εξεγέρσεις 
με είχε ωθήσει. 
Μένω στο τέλος να σε κοιτάζω 
γεμάτη πλησμονή.
Υποδιαιρώ το μηδέν και το αποτέλεσμα 
που βρίσκω με βγάζει από την αμηχανία. 
Ντέρτι μου να ζήσω κάποτε χωρίς 
να σε αναζητώ με εκείνο το βλέμμα 
του επαίτη που αναμασά 
τροφή μουχλιασμένη και διόλου 
δεν διαμαρτύρεται ούτε αντιδρά. 

Τετάρτη 24 Ιουνίου 2026

Άνευ λόγου

Ήταν αδύναμη η καρδιά
και δεν άντεξε. 
Στους τελευταίους παλμούς νικήθηκε 
κατά κράτος απο τη γροθιά 
του ανυπεράσπιστου γίγαντα
με τις χρωματιστές τιράντες. 
Αφομοιώθηκε. 

Ήταν μεγάλη η λύπη
τόνοι βαριοί το φορτίο της
και το απώθεσε στα καφάσια 
με τα εργαλεία του πατέρα. 
Δίπλα στην αξίνα, το κλαδευτήρι 
και τον κασμά.
Ξαλάφρωσε 

Ήταν απέραντα τα πελάγη
και φοβήθηκε.
Έτρεξε μακριά τους 
κι έφτασε
στην ανακουφιστικη κάμαρα
με τις παιδικές θαλασσογραφίες.
Δικαιώθηκε. 

Ήταν πολύ το δάκρυ και πνίγηκε. 
Ξιφούλκησε τον αέρα,
τάραξε τα ακίνητα νερά 
και ανάπνευσε βαθιά για μια στιγμή
μόνο. 
Απελευθερώθηκε.

Ήταν ατελείωτος ο δρόμος 
και κουράστηκε. 
Πήρε το άλογο, τράβηξε 
το χαλινάρι κι έφυγε μακριά. 
Η κουρτίνα των μαλλιών της
ξεχύθηκε στον άνεμο προς την κατεύθυνση 
της φτωχής συνοικίας που αγαπούσε. 
Πετούσε. 

Ήταν σκληρή η πέτρα 
κι αγκομάχησε μέχρι να την συντρίψει. 
Πέταξε τα χαλίκια στο δρόμο,
ήξερε πως από εκεί θα περνούσε 
ο αγαπημένος με το άσπρο φαρί
και το χρυσό δακτυλίδι στον αντίχειρα.
Χαμογέλασε. 

Ήταν ολόγιομο το φεγγάρι 
και ζαλίστηκε. 
Πήρε τη σφεντόνα κι άρχισε 
να το πολιορκεί.
Όταν τέλειωσαν τα εφόδια διαπίστωσε 
πως όλη την ώρα δεν σημάδευε
το φεγγάρι αλλά το πρόσωπο
της αποθαμένης μητέρας. 
Τότε δάκρυσε. 
Είχε χρόνια να κλάψει.
Μούσκεψε το προσκεφάλι της.
Μίκρυνε σταδιακά το περίβλημα 
του πόνου κι ένα πουλί έφυγε 
μέσα από τα στήθια της.
Ένιωσε καθαρά το σκίρτημα 
της φτερούγας του στο κορμί της.
Κάτι σαν γραντζούνισμα. 
Ήταν πια ευτυχισμένη άνευ λόγου και αιτίας. 

Τρίτη 23 Ιουνίου 2026

Ο ματαιόδοξος

Ο μονόλογος μου δεν σου είπε 
τίποτα.
Μου γύρισες την πλατή.
Ούτε μια λέξη, ούτε ένα νεύμα
ούτε ένα υποστατικό να πλαγιάσω.
Στενό πηγάδι ο λαιμός μου
σου αντιγύρισε κουβέντες
καθώς απομακρυνόσουν 
κρατώντας τα στιβανια της απουσίας
μαζί με δύο πληγωμενα περιστέρια 
που κάποτε είχες για ταχυδρόμους. 
Πάει καιρός που τα εξαφάνισα 
εκείνα τα μηνύματα άλλωστε 
πότε δεν έτρεξες να βρεις
τη χαραμάδα πού ζούσα.
Έτσι κύλησαν τα χρόνια ,
χιονονυφαδα που αργοσβήνει 
στον τοίχο που αγαπηθήκαμε. 

Το τραύμα

Προσκυνώ τη χάρη σου.
Τα πράσινα μάτια που λαμπύριζαν 
πετώντας φωτιές δίπλα 
στο μαγκάλι που έμεινε αναμένο 
μια νύχτα του Γενάρη θυμιατίζοντας 
την ατμόσφαιρα με δηλητηριώδεις 
τουλίπες καπνού. 
Ήρθα και σε έσωσα. 
Βρεγμένο πανί κρατούσα στο χέρι. 
Πήρες βαθιά ανάσα. 
Γλυτώσαμε μου είπες. 
Άνοιξα διάπλατα την πόρτα
και φύγαμε πιασμένοι από της νύχτας 
το πόμολο. 
Φύγαμε μακριά σε μια πορεία 
που θα ζήλευε κι αυτός ακόμα 
ο πρόωρος θάνατος. 
(Κι ας είχαμε απεμπολήσει απο παλιά 
την κρύα ανάσα του.)
Βρήκαμε βάρκα,, βρήκαμε θάλασσα 
και ω του θαύματος βρήκαμε το κλειδί 
εκείνο που είχε παραχώσει η μάνα 
στο ύψωμα με το ρωμαλέο καραγάτσι 
Προσκυνώ τη χάρη σου.
Τώρα σε έχω δικό μου, τραύμα που έχει
επιμολυνθεί.κι εγώ το φροντίζω
με της γαζίας τους ανθούς.

Παρασκευή 19 Ιουνίου 2026

Αφορισμός

Φορέσαμε προχτές ξανά 
του έρωτα στεφάνι 
την ώρα που στα πέλαγα 
κλαίγαν οι κορμοράνοι 

Θρηνούσαν τα μικράκια τους
που έχασαν μια μέρα 
τότε που οι ναύτες της ακτής 
έπαιζαν τη φλογέρα 

Τ' αγκάθια μας αγκύλωναν
και έτρεχε το πύον
μαζί με το αί­μα το πηχτό 
που εβόα σαν ηχείο 

Όλα τριγύρω πνίγονταν
στο αίμα και στο δάκρυ 
βροχή ξεκίνησε ψιλή 
στης γης όλα τα μάκρη 

Ο έρωτας μας κάγχαζε 
πως γνώριζε τα πάντα 
και πήρε τα βαριά κλειδιά 
και τα 'κρυψε στη γλάστρα 

Τ' αγκάθια μας αγκύλωναν
και έτρεχε το πύον
μαζί με το αί­μα το πηχτό 
που εβόα σαν ηχείο. 

Τετάρτη 17 Ιουνίου 2026

Το ταξίδι

Γύρισες πίσω και με είδες 
αμάραντο λουλούδι 
κι ήσουν ωραίος σαν αστραπή 
του όρθρου μου τραγούδι 

Μελάνια είχες στα χέρια
από 'να ποίημα που χες γράψει 
ζωντάνευες τα πεφταστέρια 
γλιστρούσες σαν το μετάξι 

Σε πήρα στα δυο μου χέρια 
κι έλαμψαν οι στράτες 
σε πήγα στ' ουρανού τα καλοκαίρια 
σε 'φτασα ως τις παράγκες 

Εκεί που ηχούν του πόθου τα τραγούδια 
και απ' τις φλέβες βγαίνει αίμα 
ομορφαινες σε 'βγαζα σεργιάνι 
στου φεγγαριού το στερνό γέρμα 

Με κοίταξες με μάτια που αστράφταν 
από του έρωτα τις μνήμες 
σου έδωσα χάρτινο όνομα 
σε άγγιξα στις κνήμες 

Σε πήρα στα δυο μου χέρια 
κι έλαμψαν οι στράτες 
σε πήγα στ' ουρανού τα καλοκαίρια 
σε 'φτασα ως τις παράγκες.

Τρίτη 16 Ιουνίου 2026

Ο βυθός

Σπατάλησα τα νιάτα μου 
σε έργα και ημέρες 
βαθιά ήτανε τα νερά
σπασμένες οι αντένες 

Το σώμα μου βυθίστηκε 
σωσίβιο δεν είχα 
έχασα γη και ουρανό 
έψαξα δεν σε βρήκα 

Μόνο εσύ θα μπόραγες 
τον κόσμο να κινήσεις
και να με βγάλεις στον αφρό 
ή να με αφανίσεις 

Εσύ να φύγεις θέλησες 
παραδερνα στο κύμα 
στιγμή δεν με συμπόνεσες 
πήρα την κατρακύλα 

Απ' το βυθό που βρίσκομαι 
σου στέλνω τα φιλιά μου 
ποτέ κι αν δεν μ' αγάπησες 
θα σ' έχω στην καρδιά μου 

Μόνο εσύ θα μπόραγες 
τον κόσμο να κινήσεις
και να με βγάλεις στα ρηχά 
ή να με αφανίσεις 

Σάββατο 13 Ιουνίου 2026

Σε κερδίζω χάνοντας σε

Αφιερωμένο στην παρέα της Ν. Φιλαδέλφειας 

Μες στον καμβά της φύσης 
είσαι αστέρι λαμπερό 
είσαι η δροσιά του Μάη 
που φτάνει ως τον ουρανό 

Πόσα δεν πήρα σκαλοπάτια 
ώσπου να σε κερδίσω 
του παραδείσου τις στιγμές 
κοντά σου για να ζήσω

Σε κερδίζω χάνοντας σε
ακόμα κι όταν φεύγεις 
και δάκρυ γίνομαι χαράς 
όταν με συντροφεύεις 

Σου πλέκω με χρυσοκλωστή
ένα μακρύ φουστάνι 
να μοιάζεις σαν τη χαραυγή 
και σαν της γης γεράνι 

Στις μουσικές σου κρύβομαι 
στα γλέντια σου χορεύω 
και με μαντήλι στο λαιμό 
στη νιότη σου πιστεύω 

Σε κερδίζω χάνοντας σε
ακόμα κι όταν φεύγεις 
και δάκρυ γίνομαι χαράς 
όταν με συντροφεύεις. 

Παρασκευή 12 Ιουνίου 2026

Οι χάντρες

Στ' αγκάθια μέσα κρύβεσαι 
πέτρας στήνεις κονάκι 
και στην καρδιά που ξαγρυπνά
πικρό στάζεις φαρμάκι 

Οι νύχτες σε ζηλεύουνε 
κι άστρα πετούν στο διάβα
βγαίνεις αψύς καμαρωτός 
τρόμο σκορπάς και λάβα 

Προσεύχομαι να 'σαι καλά 
κι ας με ποτιζεις δάκρυ 
να φτάνει η φήμη σου παντού 
όπου δεν φτάνει μάτι 

Σε βρίσκουν άγγελοι γυμνοί 
στολή καινούργια θέλουν 
κρουστά φτερά για να πετούν 
μηνύματα να στέλνουν 

Σε βρίσκει κι ο αρχαντος Θεός 
και σου κρεμάει χάντρες 
δώρα πολύτιμα ακριβά 
να περπατάς στις Πλάτρες 

Προσεύχομαι να 'σαι καλά 
κι ας με ποτιζεις δάκρυ 
να φτάνει η φήμη σου παντού 
όπου δεν φτάνει μάτι.


Το σήμαντρο

Του έρωτα το σήμαντρο 
απόψε θα χτυπήσω 
γλυκόλαλη θα 'χει φωνή
κι αέρα πελαγίσιο 

Να έρχονται να προσκυνούν 
όλες της γη οι μούσες
μελαχρινες μα και ξανθές 
της ομορφιάς οι ρουσες 

Αποσταμένος να 'ρχεσαι εσύ
με την καρδιά σφιγμένη 
ευχές τραγούδια να σκορπάς 
σ' όλη την οικουμένη 

Να κόβω δάφνες και μυρτιές 
να μπαίνω μες στα δάση
να σου στολίζω τ' όνειρο 
πριν ή ψυχή ξεχάσει 

Πριν αποδράσει στα χλωμά 
του κόσμου παραθύρια 
και γίνει ίσκιος και καημός 
μπορντούρα από σταφύλια 

Αποσταμένος να 'ρχεσαι εσύ
με την καρδιά σφιγμένη 
ευχές τραγούδια να σκορπάς 
σ' όλη την οικουμένη.

Οι ζαριές

Οι βουκαμβίλιες άνθισαν 
το θέρος εδώ μένει 
τζιτζίκια ακούγονται παντού 
κι ο γλάρος επιμένει 

Οι τροχαλίες του καιρού 
δέσαν στ' ακροθαλάσσι 
οι υποσχέσεις δόθηκαν 
μοσχοβολά η πλάση 

Στα σινεμά τ' αγιόκλημα
νοτίζει τις αγκάλες 
δίπλα του ο βασιλικός 
μνήμες ξυπνά μεγάλες 

Έρχονται στο κατάστρωμα 
δυο δυο τα ζευγαράκα 
και με τον μπάτη συζητούν 
με βάρδιες στα μπαράκια 

Είναι ο ήλιος αρχηγός
κι αρχάγγελος η δύση 
ανάβει ο κόσμος πυρκαγιές 
παίζει ζαριές η φύση 

Στα σινεμά τ' αγιόκλημα
νοτίζει τις αγκάλες 
δίπλα του ο βασιλικός 
μνήμες ξυπνά μεγάλες.

Γαλάζια χάντρα

Με τη φωνή μου δυνατά
σου είπα έλα πάλι 
φωλιά να φτιάξουμε στη γη
σ' έρημο ακρογιάλι 

Να 'χει τις πόρτες στο νοτιά 
βοριά να μην φοβάται 
να 'χει κι ένα σήμαντρο 
γιορτές για να θυμάται 

Να βγαίνει κάθε χαραυγή 
μ' άστρα στις χούφτες μέσα 
να λάμπει να φεγγοβολά 
δύναμη να' χει μπέσα 

Να το ζηλεύουν οι ουρανοί 
κόσμος να το θαυμάζει 
νερό τα άνθη να κερνά 
να πνίγει το μαράζι 

Από χαρά να τραγουδά 
με βότσαλα να παίζει 
χάντρα γαλάζια να φορά
να στρώνει το τραπέζι 

Να βγαίνει κάθε χαραυγή 
μ' άστρα στις χούφτες μέσα 
να λάμπει να φεγγοβολά 
δύναμη να' χει μπέσα.

Πέμπτη 11 Ιουνίου 2026

Ο όρκος

Φοβήθηκα το δειλινό 
όταν ο ήλιος πέφτει 
και γρατζουνά το χείλη του 
κοιτώντας τον καθρέφτη 

Φοβήθηκα πήγα κοντά 
κι είπα να τον σηκώσω
για να του γιάνω την πληγή
αψέντι να του δώσω 

Όλες του κόσμου τις χαρές 
μπροστά του να του πάω 
δύο κλώνια δεντρολίβανο 
που τόσο αγαπάω 

Να γίνουμε αδερφοποιτοί
φιλί να τον κεράσω 
καφέ από τη χόβολη 
νερό από το δάσος 

Με κοίταξε και δάκρυσα
του φώναξα θυμήσου 
στου θέρους τ' άσπρα μνήματα 
που μου λεγες ορκίσου

Όλες του κόσμου τις χαρές 
μπροστά του να του πάω 
δύο κλώνια δεντρολίβανο 
που τόσο αγαπάω.

Οι κάμαρες των ποιητών

Οι ποιητές προτιμούν τις στενές 
και χωρίς παράθυρα κάμαρες.
Αποφεύγουν τα άνετα και ηλιόλουστα
δωμάτια μην τυχόν γίνουν η αιτία 
και ξεδιπλωθεί το χαλί της έμπνευσης τους
σπάταλα και χάσουν έτσι τον ειρμό, το μετρό 
και τη μουσικότητα των στίχων τους.
Φοβούμενοι κι όχι αδίκως την παραζάλη 
των άσκοπων μετακινήσεων που θα τους
εκτροχιάσει στο κενο σαν τα ασυγκράτητα τρένα 
στον κατήφορο.
Παίρνουν μεταχειρισμένες εφημερίδες 
και κλείνουν και την πιο μικρή χαραμάδα.
Η έκθεση στον ήλιο λένε θέλει πολλή 
περίσκεψη και σύνεση.
Αδύναμα από τα γραπτά όπως έχουν 
μάτια θα βλαφτεί η όραση τους 
ο τρόπος που αντικρίζουν ένα λουλούδι,
ένα ταπεινό έντομο ή μια καλλίγραμμη 
κοπέλα που και η πηγή της τέχνης τους.
Αν θέλετε λοιπόν ποιήματα στο μέλλον 
περιοριστείτε εσείς μόνο στα εκτεταμένα
και καλόβολα δωμάτια.
Οι πόρτες σας ας είναι μεγαλοπρεπείς
και λουσμένες στο φως σαν αψίδες. 
Οι ποιητές πάντα θα διαλέγουν για οικία 
τους τις στενές φυλακές μιας αχαλίνωτης 
κατα τ' άλλα έμπνευσης πέρα από την 
απληστία που τους καίει τις σελίδες τους 
σαν πυροτέχνημα. 

Τετάρτη 10 Ιουνίου 2026

Λαθος στόχευση

Τα χρυσά όπου νόμισες ότι είχες
κουμπιά είναι οι δαχτυλήθρες 
που φορούν τα κορίτσια για 
να γλυτώσουν από τη μάστιγα 
της βελόνας όταν ράβουν 
τα μαλαματένια σιρίτια 
στο παλτό της νόνας τους.
Βιάστηκες να με απογοητεύσεις,
ένας προπέτης ήσουν,
ένας κυνηγός μαγισσών. 

*
Νόμισες ότι βρήκες θησαυρό.
Δεν ήξερες ότι έχει ταπεινή αξία. 
Πως ηταν απλά το κομποδεμα 
της γιαγιάς για να πληρώσει 
τον βαρκάρη που θα την περάσει 
απέναντι. 
Πέντε έξι χάλκινα δηνάρια
συγκεκριμένα ελάχιστος παράς
που απ' την αγορά είχε ήδη αποσυρθεί 

*
Βάδιζες ώρα πολλή. 
Είχες καβαλήσει το βουνό 
και πήγαινες.
Αγνοούσες που ήταν η κορυφή. 
Νόμιζες πως την είχες κατακτήσει. 
Βιάστηκες κι έμπηξες τη σημαία 
στις χαμηλές πλαγιές του βουνού. 
Γιόρτασες την νίκη σου
πίνοντας αψέντι που δεν το σήκωνες.
Σε εδωσε η εικόνα σου κ ιη έπαρση σου.

*
Με τα ακροδάχτυλα σου
ρυτίδωνες την επιφάνεια της λίμνης. 
Το είχες για παιχνίδι καταπώς ελεγες.
Άσε τα νερά να κινηθούν 
ελεύθερα σου είπα. 
Πληγώνεις το πουκάμισο της φύσης
δεν το καταλαβαίνεις. . 
Ξεροβηξες κι έφερες την παλάμη 
στο στόμα. 
Γαλήνεψαν τα νερά αποφορτίστηκαν
Πρόβαλλε ένα βατράχι, κόαξε κι εσύ
απομακρύνθηκες, μισούσες θανάσιμα
ό,τι σε ομορφιά σε ξεπερνούσε. 

*
Βρέθηκες καταμεσής στο πέλαγος.
Ξεφούσκωσε η βάρκα που είχες.
Τώρα πώς θα γυρίσεις πίσω 
που ούτε δέκα απλωτές στη σειρά 
δεν ξέρεις να κάνεις. 
Ήσουν παντελώς απροετοίμαστη .
Ή στην κοιλιά ενός κήτους 
θα βρεθείς ή βορά στο στόμα 
ενός καρχαρία. 
Το σωσίβιο σου λιαζεται στην ακτή. 

*
Φύσηξε όστρια. 
Λικνιζόσουν μαζί με την άμμο
σε έναν ατέλειωτο χορό. 
Οι αμμόλοφοι γύρω ανέπνεαν 
ελευθερία. 
Εσύ  κοντανάσαινες. 
Θα κουραστείς στην πορεία σου είπα. 
Σκέψου πως η άμμος έχει
δισεκατομμύρια κόκκους ενώ εσύ
αποτελείσαι μόνο απο κάποια 
μετρημένα κύτταρα σε σύγκριση με αυτή 
και μάλιστα βρίσκεσαι σελίδα κρισιμη ηλικία.



Τρίτη 9 Ιουνίου 2026

Εκκωφαντική θνητότητα

Έπεσαν σαν μακρόστενες σανίδες 
οι ενοχές και κάρφωσαν τα πακέτα 
που μέσα είχαμε στοιβάξει τα όνειρα 
μαζί με ένα λικέρ πικραμύγδαλο
που προορίζονταν για κέρασμα
στους επιφανείς νεκρούς μας.
Ύστερα γείραμε στο μαξιλάρι 
καταπονημένοι κι αρχίσαμε 
να μετράμε τ' αστέρια διπλή 
και τριπλή φορά. 
Έπρεπε να μείνουμε ξυπνητοί. 
Πάντα πάνω στην πρώτη χιλιάδα
σταματούσαμε το μέτρημα 
για να πάρουμε ανάσα. 
Δεν περίσσευε το οξυγόνο 
προσπαθούσαμε όμως.
Μικρές φυσαλίδες σχηματίζονταν 
σε κάθε μας προσπάθεια μας.
Είχαμε βάλει στόχο να μην απογοητεύσουμε 
τα ακροδάχτυλα της μάνας 
που μας πασπάτευαν με έναν υπέρτατο βαθμό
θαλπωρής στην επιδερμίδα τους.
Πέρασαν νύχτες πολλές. 
Άγρυπνοι εμείς δεν το βάζαμε κάτω. 
Παλέψαμε με τις οχιές της ενοχής
μα στο τέλος διαπιστώσαμε τρελαμένοι 
πως τα όνειρα μας είχαν κάνει φτερά. 
Μόνο μια σταξιά πικραμύγδαλο 
είχε μείνει άθικτη.
Αδηφάγα τα μάτια των νεκρών 
μας κυνηγούσαν κι έρχονταν κατά πάνω μας. 
Τότε σκεφτήκαμε τα χέρια της μάνας μας
έτσι μπορέσαμε να καθησυχάσουμε 
λιγο τους νεκρούς μας. 
Η μάνα σαν παιδιά τους φρόντισε
κι εμείς με μια πρωτόγνωρη αθωότητα 
αρχίσαμε να χτίζουμε πόντο τον πόντο
τη νέα σκάλα των ονείρων μας
με ένα μόνο υλικό αυτό της επίγνωσης 
ότι είμαστε αθάνατοι μέσα στην 
εκκωφαντική θνητότητα μας.

Δευτέρα 8 Ιουνίου 2026

Η χλαμύδα

Οι ουρανοί σε χαίρονται 
και μια πυγολαμπίδα
φωτίζει το δρομάκι σου
και σου φορά χλαμύδα 

Χλαμύδα ως τα νύχια σου 
που κρύβει το κορμί σου 
αυτό το άγιο σώμα σου 
κι όλη τη δύναμη σου

Αδύναμος φτάνεις σε με
με τη ψυχή να τρέμει 
κανένας δεν σε προσκυνά
γυρνάς σ' έρημα  μέρη 

Μόνο εγώ σε χαιρετώ 
βωμούς στήνω για σένα 
του έρωτα ενθύμια 
μην πας προς τα χαμένα 

Κοντά μου μόνο να 'ρχεσαι 
να κλέβεις απ' το φως μου
και η μακριά χλαμύδα σου
να' ναι ο κρυφός καημός μου

Αδύναμος φτάνεις σε με
με τη ψυχή να τρέμει 
κανένας δεν σε προσκυνά
γυρνάς σ' έρημα  μέρη 

Κυριακή 7 Ιουνίου 2026

Περιδίνηση

Για σένα αντίκρισα τη γη
για σένα εγεννήθη 
είδα το φως των αστεριών 
κι ότι για με εκρίθη 

Το λυγερο σου το κορμί 
έχει όλες τις χάρες 
έχει του ουρανού μορφή 
σαν βγαίνεις απ τις σκάλες 

Περνάς και σειέται όλη η γη
σεισμοί δονούν τον κόσμο 
μικραίνει μπρος σου τ' άπειρο 
μύρα σκορπάς και δυόσμο 

Μια μέρα ανοιξιάτικη 
έρχεται και σ' αγγίζει 
φεγγοβολάς σαν το γυαλί 
ο ήλιος σαν το λούζει 

Φτωχή κι εγώ σ' αναζητώ
όλη στο φως σκορπιέμαι 
παίρνω αγκαλιά τον ζεφυρο 
και πως με θες πλανιέμαι 

Περνάς και σειέται όλη η γη
σεισμοί δονούν τον κόσμο 
μικραίνει μπρος σου τ' άπειρο 
μύρα σκορπάς και δυόσμο.

Παρασκευή 5 Ιουνίου 2026

Αγρύπνια

Τα λουλούδια που μου 'φερες
ήταν νεκρολουλουδά από ένα 
παραμορφωμενο στην άσφαλτο
νεαρό σώμα. 
Μύριζαν φορμόλη αμωνία και
πηχτό ιδρώτα. 
Είχαν την όψη ενός έρωτα που
ξεψύχησε σε φτηνά ράντζα 
επαρχιακού νοσοκομείου,
ενός έρωτα που ποτέ δεν 
μετουσιώθηκε σε μια αναθηματική 
λήκυθο μέσα της τα αρώματα 
να βάζουν τα νεαρά κορίτσια. 
Ποτέ δεν με αγάπησες μόνο πάνω 
στο γυμνό μου σώμα 
στοιχημάτισες το θάνατο μου. 
Ήμουν για εσένα το άγρυπνο μάτι 
της μάνας που παραφυλάει 
στην ασφαλτο για να αποτρέψει 
το κακό που βλέπει να έρχεται. 
Σε κοιτώ και μαραίνομαι.
Σε ξεχωρίζω και φεύγεις.
Σου στρώνω το κρεβάτι 
και αναπηδάς σαν να κάθεσαι 
πάνω σε αγκάθια. 
Τα λουλούδια θα στα επιστρέψω 
το κρύο χνώτο της μάνας 
στο μάγουλο μου αυτό επιτάσσει. 
Κρυώνουν οι νεαροί νεκροί της 
στα λευκά τους φερετρα
χωρίς αυτά κρυώνω κι εγώ 
όταν στην αγρύπνια για χρόνια 
σε αναζητώ και δεν έρχεσαι. 

Δικός μου γίνε

Χαλάλισες τα νιάτα σου
σε άδοξες αγάπες
αγάπες που δεν ξέρανε
ν' αφουγκραστούν τις στάχτες 

Δαφνοστεφής ο έρωτας
ζητά αίμα και δάκρυ 
ψυχορραγεί μα δεν πονά 
κοντά φέρνει τα μάκρη 

Ρίχνει φωτιά για να καεί 
παίζει κρυφτό με τ' άστρα
το χαλινάρι του σπαθί
φεγγοβολά στα κάστρα 

Αν θα τον δεις να έρχεται
χαλί στρώσε το σώμα
γιατί διψάει και πεινά
κι άμορφο ψάχνει στόμα 

Δως του νερό δως του φαΐ 
και πίσω μη κοιτάξεις
μ' αγάπες που εξεταζουνε
πότε να μην ταιριάξεις

Ρίχνει φωτιά για να καεί 
παίζει κρυφτό με τ' άστρα
το χαλινάρι του σπαθί
φεγγοβολά στα κάστρα.

Τετάρτη 3 Ιουνίου 2026

Συνάντηση

Χτες πάλι σε επρόσμενα 
πίσω απ' το δημαρχείο 
εκεί που σε εγνώρισα 
θα 'ταν δεν θα 'ταν δύο 

Φορούσε η νύχτα τα καλά 
ταφτάδες και στολίδια 
αργά ή ώρα κύλαγε 
σαν να 'παιζε παιχνίδια 

Οι δρόμοι ήταν ανοιχτοί 
κόσμος πολύς περνούσε 
και το φεγγάρι από ψηλά 
με ομορφιά κεντούσε

Πέπλα βαριά μου έφτιαχνε 
με τ' ασημένιο χέρι 
κι .ομόρφαινα να μ' αγαπάς 
του πόθου μου αστέρι 

Περνούσε η ώρα κι έφευγαν 
οι ελπίδες να γυρίσεις 
βαρύ τσιγάρο ο καημός 
που ξέχασες να σβήσεις 

Οι δρόμοι ήταν ανοιχτοί 
κόσμος πολύς περνούσε 
και το φεγγάρι από ψηλά 
με ομορφιά κεντούσε.