Φοβήθηκα το δειλινό
όταν ο ήλιος πέφτει
και γρατζουνά το χείλη του
κοιτώντας τον καθρέφτη
Φοβήθηκα πήγα κοντά
κι είπα να τον σηκώσω
για να του γιάνω την πληγή
αψέντι να του δώσω
Όλες του κόσμου τις χαρές
μπροστά του να του πάω
δύο κλώνια δεντρολίβανο
που τόσο αγαπάω
Να γίνουμε αδερφοποιτοί
φιλί να τον κεράσω
καφέ από τη χόβολη
νερό από το δάσος
Με κοίταξε και δάκρυσα
του φώναξα θυμήσου
στου θέρους τ' άσπρα μνήματα
που μου λεγες ορκίσου
Όλες του κόσμου τις χαρές
μπροστά του να του πάω
δύο κλώνια δεντρολίβανο
που τόσο αγαπάω.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου