Τρίτη, 19 Ιουλίου 2016

ερωτηματικό;

Αποτέλεσμα εικόνας για μαύρα γυαλιστερά βότσαλα

Με ρωτάς επίμονα πως σε ανακάλυψα
Ήσουν στο τρένο όταν οι άλλοι βάζανε στοιχήματα
Για ιππόδρομο γι' αγώνες για μοναξιές
Κοίταζες μακριά και κάπου - κάπου τίναζες το πουκάμισό σου
Η τσιγαρίλα κυρίαρχη στο χώρο
Ήμουν εγώ που κάπνιζα μαζί με κάνα δυο τρεις συνταξιδιώτες
Επαίτες έμοιαζαν
Δεν με έβλεπες
Θες ο καπνός
Θες η αόματη υπνηλία
Θες το κωδωνοστάσιο των λογισμών
Με είχαν κάνει αόρατη
Πόσο απολάμβανα ξέρεις
Να παρατηρώ τα χρυσά μαλλιά σου
Να μετρώ το μήκος των φρυδιών σου
Να ξεσκονίζω το πέτο σου από τα αίματα του δειλινού
Μια μικρή αράχνη έτσι αισθανόμουν
Με διχτυωτές κάλτσες λεπτές γάμπες και βουβά μάτια
Δεν είχα προορισμό κανένα
Από μικρή το συνήθιζα αυτό:
Να παίρνω τα τρένα χωρίς κατεύθυνση καμία
Λεπτομέρειες...θα μου πεις γελώντας

Με ρωτάς επίμονα πως σε ανακάλυψα
Ήσουν στην ακτή πάνω σ' ένα βραχώδες κομμάτι
Χειμώνας θα 'ταν
Δίπλα σου δειπνούσαν δυο τρεις ξέμπαρκοι γλάροι
Δεν μιλούσες
Δεν γυρνούσες το βλέμμα στα πλοία που έφευγαν άδεια
Εσύ κι οι γλάροι
Εσύ κι η ορμή του πελάγου
Είχα τυλιχτεί στο κασμιρένιο παλτό μου και σε κοιτούσα
Έκσταση να το πεις
Περιέργεια..δεν ξέρω
Σε ακολουθούσα με βλέμματα εστιασμένα κενά
Πήγα να σκοντάψω
Ήταν που κι ο άνεμος φυσούσε διαβολεμένα
Με παρέσερνε
Τα γλαροπούλια μόνο το κατάλαβαν
Κι ήρθαν με λίγο ψωμάκι να ταΐσουν τον πόνο μου
Εσύ αγέρωχος απρόσιτος μεγαλοπρεπής
Κρατούσες ένα κουμπί στο χέρι
Χρυσό ήταν αν θυμάμαι καλά
Και με μια βελόνα το πέρναγες στα μανιασμένα κύματα
(Εκεί που ξεσπάει η γραφή
Μην και χάσει το μίτο στην ιστορία του έρωτα)
Για κλωστή είχες το κορδόνι του μαΐστρου
Με μάγευες έτσι που κεντούσες το νερό
Κι απίθανα όπως έκανες μάγια στην πλώρη της θάλασσας
Ασημαντότητες...θα μου αντιτάξεις επικριτικά

Με ρωτάς επίμονα πως σε ανακάλυψα
Ήσουν στο παγκάκι του αλσυλλίου και διάβαζες
Την τελευταία μου συλλογή
Με εμπεριείχες
Δίπλα ξεχασμένη μια εφημερίδα
Από κάποιον άλλον περιπατητή ίσως
Καμάρωνα
Ανθούσε για λίγο το χαμόγελο
Ένα κεράκι τρεμόπαιζε πάνω στα κρύσταλλα
Οι μελλοντικές μέρες του ποιητή μ' αντάμωναν...
Τα χέρια σου σφιγμένα σε γροθιά σχεδόν
Δεν έβλεπα τα λεπτά σου δάκτυλα
(Να φανταστώ με τα νύχια πολύ περιποιημένα)
Άκουγα όμως την ανάσα σου
Πείναγα τις στιγμές σου
Διάβαζα εξαρχής τις σκέψεις μου
Κι απορούσα πως εγώ συνταίριαξα τόσες συλλαβές
Άχαρος ο ρόλος μου να σε παρατηρώ μέσα από κάτοπτρα
Πως αλλιώς όμως να γίνει
Μέσα μου μια καταιγίδα προετοιμάζονταν
Μέσα μου ένα σπουργίτι τουρτούριζε αγωνία
Κι ήσουν το απάγκιο μου
Ένα μεγάλο λευκό κοχύλι που ξέφυγε απ' τα χέρια μιας γοργόνας
Εκεί να σε κλείνω
Εκεί να σ' αγαπώ
Εκεί να υπάρχεις
Γιατί όταν σε ανακάλυψα -μάθε το- ήταν η εποχή των μουσώνων
Τότε που η στεγνή κοίτη μου γέμισε με γελαστό νερό
Και μαύρα γυαλιστερά βότσαλα
Αναντιστοιχίες.....με μομφή θα μου τονίσεις