Κυριακή, 30 Αυγούστου 2015

χαϊκού νεκρής πολιτείας

Αποτέλεσμα εικόνας για χαϊκού νεκρής πολιτείας

Χόρτα του θέρους:
ο,τι μένει απ' τ' όνειρο
των πολεμιστών

MATSUO BASHO

Τι κι αν φύγαμε
Απ' τους τόπους της καρδιάς
Η πληγή πονά

Κι αν επέστρεψες
Πρόστρεξαν τα φιλιά μου
Σε τροφούς νέους

Κλειστό κοχύλι
Πώς ένας κόκκος άμμου
Φτωχό σε κάνει;

Γκρεμνοί του βυθού
Γαλάζια για το μάτι
Σας δένω χάντρα

Απλώνει νύχια,
Το φεγγάρι προκαλεί
Χνουδάτος γάτος

Στην καταπακτή
Πεσμένο το νόμισμα
Που τύχη φέρνει

Μ' ανοιχτά φτερά
Ο έρως αλητεύει
Σ' άλικες κλίνες

Αναμάρτητος
Ξεπροβάλλει ο κρίνος
Σε χώμα σκληρό

Χάλκινη φορά
Πανοπλία τις νύχτες
Γρύλος μελωδός

Φοβηθήκανε
Του βοριά τη μάνητα
Και βγάλαν ρίζες

Ανεμότρατα
Τη γη ερωτεύτηκες
Πόντο τον πόντο!

Χαλιά υφαντά
Απλώνει η άνοιξη
Πάνω στο χιόνι

Υγρά πλατάνια
Παλάμες υψώνεται
Σε βράχου βωμό

Μασάς χαλίκια
Τ' όνειρο να φωνάξεις
Ολοκάθαρα

Στάσου στην πηγή
Ολόμαυρη η καρδιά
Να τη ξεπλύνεις

Μα πώς ξέπεσες
Αρχόντισσα μέλισσα
Σ' ανθούς ψεύτικους;

Μια μαργαρίτα
Αναποφάσιστη ζει
Μες στους αιώνες

Πώς επιστρέφουν
Στις νεκρές πολιτείες
Γόνιμες βροχές;

Ήρθαν και πάλι
Ολόδροσα τα βράδια
Κρατώντας ραβδί

Στο μπλε προσκυνώ
Και στων νησιών το σώμα
Παραδίνομαι

Με θρέφεις νύχτα·
Με τους εφιάλτες σου
Αναμετριέμαι

Σε βράχου σχισμή
Δακρυρροούσα στέκει
Μια πεταλίδα

Τινάζει φτερά
Κι η γύρη απλώνεται
Μέχρι τον ήλιο

Ψηλά κατοικείς
Κουπιά δεν σου πρέπουνε
Ανέσπερο φως



Πέμπτη, 20 Αυγούστου 2015

απειλές εξαπολύεις

Αποτέλεσμα εικόνας για απειλές εξαπολύεις

Ήλιος είσαι
Με άρμα καυτό
Ανελέητα να ξεραίνεις
Των σταριών τις κόμες
Και των μικρών ναυκλήρων
Τους γλυπτούς ώμους
Βλάστημα να φιλάς
(Κι εγώ ένα δρομί παραδίπλα τα ηνία σφιχτά να βαστώ )

Ρίζα είσαι
Με πολλές υπόγειες
Διακλαδώσεις
Τις μαρμάρινες
Κόρες να ξεγελάς
Με λόγια ρηγματικά
Τα δάκρυα να εμποδίζεις
Να αναβρύσουν τίμια
Σε φράκτες αδιαπέραστους
(Κι εγώ μικρή στοά τα φονικά σου όπλα να αποθέτεις)

Θάμνος είσαι
Αγκαθωτός
Με βελόνες-ανθούς
Να πληγιάζεις τον αέρα
Αιμάτινα να βάφονται
Των εντόμων τα φτερά
Κι η χλόη μαντήλι
Σκισμένο να φορά
Με κρόσσια σαρκοβόρα
(Κι εγώ νεράκι κελαρυστό θαλερά να σε θεριεύω)

Γκρεμνός είσαι
Με πέτρωμα σαθρό
Να χάνονται τα ερίφια
Σε βάραθρα βαθιά
Τριποδίζοντας
Τα λιλά κυκλάμινα
Να ασφυκτιούν
Μπροστά στις άγνωστες
Κι απόξενες σχισμάδες
(Κι εγώ πέτρα που κυλά στον εφιάλτη του ύπνου τους)

Πλακόστρωτο είσαι
Με πέτρες αιχμηρές
Βροχή δεν τις λειαίνει
Μόνο μια αξίνα
Σκουριασμένη
Σκληραίνει ψυχρά τις φλέβες τους
Να σκίζονται τα γόνατα
Των ευλαβούντων
Και τα νυφικά σαντάλια
Να τρίβονται σαν χόρτα ξερά
(Κι εγώ μικρό στηθαίο δροσιά να σου κρατώ τα μεσημέρια)

Σύννεφο είσαι
Με πολλά εργαστήρια
Εδώ ο κεραυνός
Εδώ η όξινη βροχή
Εδώ το γκρίζο
Που το γαλάζιο μελαγχολεί
Παραμερίζουν τα παιδιά
Σκιαγμένα πίσω απ' τα δέντρα
Οι μανάδες ανοίγουν
Ομπρέλες μαύρες
Αδύναμες να υποδεχτούν
Της άνοιξης τη χρωματιστή καρδιά
(Κι εγώ ρηξικέλευθος θεός να σε σκορπίζω με πείσμα μακριά)

Απειλές εξαπολύεις
Με της ανάσας σου το βόμβο
Χωρίς κανένα επίχρισμα ενοχής
Κι εγώ ένας αθώος συνεργός
Που τους ρόλους του
Μέρα τη μέρα αλλάζει
Προς όφελος του φωτός
Δρόμους να ανοίγω καρτερικά
Μέχρι που στη θάλασσα
Να πλεύσω λυτρωμένη
Ζεστά και στοργικά
Nα αγκαλιάσω
Της δίνης τα πλεούμενα με τους λεπτούς υμένες μου!


Παρασκευή, 14 Αυγούστου 2015

χαϊκού φευγαλέου ρίγους

Αποτέλεσμα εικόνας για χαϊκού φευγαλέου ρίγους

Διαμάντια σκορπάς
Φεγγάρι του Αυγούστου
Κι αξόδευτο ζεις

Στα ψαροχώρια
Σκαλίζουν οι άγγελοι
Υδρίες στη γη

Ενώ κοιμάσαι
Κουρντίζουν τα τζιτζίκια
Ονείρων χορδές

Οι τρυγητάδες
Μες στο μούστο βαμμένοι
Δειπνούν με Θεούς

Ρίζα στην μάντρα
Γκρεμνίζει τα τοιχία
Μα τ' άνθος ορθό

Πως μοσχοβολά
Το θυμάρι στη γλάστρα
Και χειρονομεί

Αναστεναγμός
Βαρύς βγαίνει απ τη γη·
Κοπετός νεκρών

Πικραμύγδαλο
Τ' άρωμα του κορμιού σου
Κι οι πόροι πάλλουν

Πως προσάραξε
Η βάρκα στον πευκώνα;
Μέθυσος καιρός

Είδα τον κόσμο
Με τα μάτια των παιδιών·
Δίχρωμη μπάλα

Κρέμεται η γη
Σε νήματα μεταξιού·
Αίολος τρόμος

Σαν σωριάστηκε
Η καλύβα του ψαρά
Σκόνταψαν τ' άστρα

Μυρμηγκοφωλιά
Που μέσα της χάθηκε
Αμύθητο βιος

Δεν υπήρξαμε
Ίχνη δεν αφήσαμε·
Όλα μια στιγμή

Προβάλλεις αχνά
Πίσω από τα πεύκα
Πέτρινε πύργε

Μια μωβ πινελιά
Στολίζει τα μαλλιά σου·
Ένθεη ψυχή

Μήνας Αύγουστος
Και στ' αγκυροβόλια
Ο κόμπος σφιχτός

Καπεταναίοι
Ξέμπαρκοι σχεδιάζουν
Ρωγμές στο κενό

Σκορπάς αλάτι
Σ' άγονα περβόλια
Κι ανθοί πετιούνται

Ψάχνεις το σπίτι
Των παιδικών σου χρόνων
Σε κρύους ιστούς

Φυλάκισε με
Στης αγάπης τα χέρια
Σαν μοίρας παιδί

Φυσάει νοτιάς
Στοιχίζονται οι γρύλοι
Δυο-δυο στα μπουριά

Κουδούνια χτυπούν
Κάθε βράδυ στο δάσος·
Βγάλε τα σκούρα

Σε χώμα υγρό
Που η πάχνη λείανε·
Ζωή εμφυσώ

Κυριακή, 9 Αυγούστου 2015

χαϊκού φυλακισμένων ωρών



Σκυμμένη μετρά 
τα σημάδια των ψύλλων 
καθώς θηλάζει

Kobayashi Issa

Μπρούτζινο χέρι
Σε μια πόρτα γραμμωτή
Νότες σκαλίζει

Κρύβει ο Θεός
Τις ατίθασες ψυχές
Σε σπαθιών θήκες

Στην οχλοβοή
Ένας τρελός κλειδώνει
Άπιαστες λέξεις

Σε περίμενα
Μ' ένα χάρτη στο χέρι
Πόσο άλλαξες!

Πέφτουν τα φύλλα
Κι εγώ φυλακισμένος
Στη γη προσπέφτω

Κορυφές πατώ
Που πόδια δεν άγγιξαν
Σκαλιά τ' ουρανού

Σε ολόλευκα
Σεντόνια ένας λεκές
Πως εξαγνίζει!

Μια πεταλούδα
Μπέρδεψε το δρόμο της
Στα ψηλά σπαρτά

Μην ήταν ανθός
Τα χείλη που φίλησα
Κι ακόμα μεθώ;

Μάθε το καλά
Πως μια μέρα θ' ανθίζω
Μες στη χειμωνιά

Σε χαρτί πιστά
Τις βουλές αντέγραψα
Μιας μαργαρίτας

Φύγαν οι κύκνοι
Κι η λίμνη πως έμοιαζε
Με κόρφο άδειο

Στο σπίτι σβηστό
Το καντήλι προσμένει
Τον ξένο να ρθει

Ανθίζουν χλωμές
Οι κυδωνιές στον κήπο
Και δακρυρροούν

Πάψε φεγγάρι
Να κεντάς στη σκεπή μου
Βροχοσταγόνες

Γλυφό το νερό
Μα τα φιλιά ξεχνάνε
Να πιουν στη πηγή

Όρθια τα στάχυα
Τους θεριστές προσμένουν
Να υποκλιθούν

Αργοκυλάει
Το ρυάκι στο βράχο
Και γλυπτά φτιάχνει

Πήρα ρουμπίνια
Απ' του ροδιού τη σάρκα·
Αγάπης δώρα

Στους ηλίανθους
Παραγγελιά έδωσα
Αργά να γυρνούν

Λευκά γιασεμιά
Στην καρδιά απίθωσα
Να 'ρθεις να με βρεις

Χρυσή βελονιά
Στο μαντήλι πέρασα·
Πλούσιο δάκρυ

Άκου τον ήχο
Του σπασμένου κοχυλιού
Σε κάβου λαιμό

Βλέμμα αγγέλου
Πέρασε στα μαλλιά σου
Ν' ακτινοβολείς


Πέμπτη, 6 Αυγούστου 2015

χαϊκού εγρήγορσης


Αποτέλεσμα εικόνας για γιαπωνέζικα χαϊκού












Η καλοκαιρινή καρέκλα 
κουνιέται μοναχή 
στη χιονοθύελλα. 

Jack Kerouac


Σβησμένο κερί
Σε αδειανή κεφαλή:
Τελετουργία

Μες στην ομίχλη
Τα σήμαντρα φαντάζουν
Με μάτια άδεια

Πεσμένα φύλλα
Στης λίμνης το μανδύα
Δαντέλες φτιάχνουν

Κρυφομιλητό
Ξεκίνησε ο γλάρος
Με τη κουπαστή

Χλωμό βατράχι
Γερμένο στο νούφαρο,
Λάγνα κοάζει

Μέσα απ' τη πέτρα
Λικνίζοντας προβάλλει
Πίδακας νερού

Κράτα τη φωτιά
Βαθιά μες στη καρδιά:
Τροφή στο ψύχος

Μπλε το φεγγάρι
Κι εγώ σαν σαλτιμπάγκος
Λαμπιόνια κλέβω

Σπαρταράς γυμνός
Στην άκρη της ποταμιάς
Κι ούτε φτερούγα

Σε κέδρου ξύλο
Έμπηξα μια αγκίδα,
Μην ήταν όρκος;

Στην πανσέληνο
Άδραξα απ' τα νερά
Μπλε δαχτυλίδια

Μια πασχαλίτσα
Στην κορυφή του κρίνου,
Σταλάζει αίμα

Ήρθε το μαύρο
Της ζωής το κοράκι
Με τρύπια σχεδία

Στην αμυγδαλιά
Πως άπλωσε το χιόνι
Νιφάδες ανθούς

Στ' αλμυρά φύκια
Που κορδέλες γίνονται
Χάντρες φόρεσα

Λεπίδι πόνου
Στα μάτια που φίλησα
Κι η φλέβα καυτή

Γέρνει η μυρτιά
Στο βάρος των ματιών της
Και τσακίζεται

Ερημοκλήσι
Στη μέση του πελάγου
Σαν πέτρα γλαυκή

Στ' άγνωστο φεύγεις
Βαρκούλα που βιάζεται
Δίχτυα ν' απλώσει

Μαρμαρόχυτη
Κόρη, σε στοά κρύα
Βάραθρα ντύνει

Ίχνη στην άμμο,
Από εδώ πέρασαν
Οιωνών καπνοί

Χτυπούν σήμαντρα...
Στο μπλε του ορίζοντα
Πάναγνο θέρος

Πένθιμη κρήνη
Νερό στάζει της λήθης
Στις φλέβες γλυφό

Διχάλα φτιάχνουν
Δρόμοι που απίστησαν
Στα θεία βέλη