Τετάρτη, 30 Μαΐου 2012

Ουρανομήκεις διαβάσεις



Άμωμες οι ψυχές παραδίδονταν
Στις σπασμένες ξιφολόγχες της βροχής
Αδύνατες από καιρό να ενδώσουν
Στις νοτισμένες παρτιτούρες
Του τυφλού οργανοπαίχτη
Που μες στα ροζιασμένα χέρια του
Κρατούσε το μυστικό κλειδί
Των αφανών εραστών

Η νύχτα φαιά οχιά τίναζε
Την σκόνη της ερήμου
Από το κοστούμι των αναπολήσεων
Πικρές οι μνήμες αποσοβούσαν
Στις ανοιχτές αντένες
Την μακαριότητα
Των άγρυπνων παρθένων
Με τα σκουρόχρωμα δαχτυλίδια
Οι διαβάτες υπερκόσμιοι
Άπληστοι κυνηγοί
Σύρονταν στις απολήξεις της Ανδρομέδας
Πανέτοιμοι να εγκλωβίσουν
Στη σχισμή του πιγουνιού τους
Το μελαψό φως του φεγγαριού

Χαλαροί οι σφυγμοί του μελλοθάνατου
Πλαισίωναν τις εικόνες
Από τις ατμώδεις πεδιάδες της νεότητας
Φθονούσε το αρχιπέλαγος
Τον κρουστό γυάλινο λαιμό
Των απαγχονισμένων ερωδιών
Κι έστελνε θύελλες
Φύκια βακχικά
Αντάμα με του σιρόκου το μπλάβο χέρι
Αρχιπέλαγος μεταμορφώσεων
Να διαμηνύει πάνω στα ψυχρά μέλη
Του κραταιού θανάτου
Την οργή των απολησμονημένων βραχονησίδων

Το τετράδιο με τα ενθύμια
Έμενε κλειστό
Κι μπιζουτιέρα με τα μυθικά μαργαριτάρια
Καταμαρτυρούσε τη μουσική σιωπή
Των κοχυλιών της αποβάθρας
Κοχυλιών που αφέθηκαν
Στους τριγμούς και τις ριπές του ανέμου
Και άκτιστη μένει η ψυχή τους
Μπροστά στη σπάθη του κύματος
-Μοιρολόγια αχ του πελάγου
Και της λύπης νέα οικητήρια
Γιορτάσι του Έρωτα στα σπαράγματα της θρυαλλίδας-
Οι διαβάτες σιωπηλοί προσπερνούσαν
Τα αντερείσματα του ήλιου
Με κατεύθυνση τις πολιτείες
Με τα εξαγνισμένα παρεκκλήσια
Μικρό γιασεμί στο τσόχινο πέτο
Επέπλεε στην επιφάνεια της λίμνης ολοζώντανο 

Σάββατο, 12 Μαΐου 2012

Η "νηοπομπή" των κύκνων


Εννιάμηνη η αποχή της σκαιάς πέτρας
Αναπολούσε το αδήριτο φως
Πλάι στο εικονοστάσι
Με τα μαύρα κοτσύφια στα πλαϊνά μέρη
Το ποίημα διωγμένο
Κυνηγημένο θα έλεγες
Από τις απειλές
Του μυθικού Νέστορα
Περπατούσε σκυθρωπό
Με ευγενικές κινήσεις
Και με βαμμένα κόκκινα τα χείλη
-φίλιο κόκκινο από το αίμα του πρωτομάστορα-
Έψαχνε το βάζο με τα μαραμένα ρόδα
Ρόδα του Μαγιού
Ανέδυαν αρώματα πικρά
Στην πυκνή ύφανση της κουρτίνας
Το πιάνο μελαγχολικό
Κι ο καλόγερος αδυνατούσε
Να συγκρατήσει τη βαρυθυμία σου

Ψηλαφούσα στα σκοτεινά
Το δόκανο που επιχείρησες
Να κρύψεις μια νυχτιά
Στην σχισμή της γκορτσιάς
Ή μήπως στη θύρα
Του υπέργηρου γείτονα
Για να ανασυντάξεις κρυφά
Τις αυταπάτες της μοίρας σου
Τυχαίο δεντράκι περιέβαλλε
Τη μοναξιά της μεθυστικής μουσικής
Με το πλατύ του ίσκιο
Κι εσύ εκστόμιζες φτηνούς σκοπούς
Και βλαστήμιες βδελυρές

Αναριγούσε ο βυθός
Με τα σκαλιστά μονοπάτια
Εκεί που ασίγαστα και ταπεινά
Περπατούσαν δυο-δυο στη σειρά
Οι πνιγμένοι σπογγαλιείς
Έτοιμοι να απολαύσουν το τελευταίο
Βραδινό τους περίπατο
Βγήκα στην επιφάνεια μουδιασμένη
Ο καπνός και οι πνοές του ανέμου
Κύκλωναν σφιχτά τα πόδια
Των άφτερων ακόμα νεοσσών
Κι εσύ γυμνή ήσουν όπως πάντα απουσία

Στα μάτια του γρέγου πλάταινε ο φόβος
Καρδιά ανάλαφρη πόζαρε
Στον σπασμένο καθρέπτη της εισόδου
Κάποτε θα ανθίσουν οι λειμώνες του βυθού
Κι εγώ θα κρατώ γερά
Του Μέγα Σποριά το υπέροχο σείστρο
Πρέπει ξέρεις να τραφούν τα στήθη
Της ωραίας κόρης
Και οι αφανισμένοι αστερισμοί
Να εμφανιστούν καθαρά στο στερέωμα
Αργά στην οθόνη ξημερώματα
Περνούσε η "νηοπομπή"
Των χλωμών κύκνων
Που απεριόριστα αγάπησες
Πριν διάπλατα ανοίξεις τον κύκλο του χάους και χαθείς

Το ποίημα σιωπούσε στο ρήγμα του στέρνου με τη θηλή στο στόμα