Δευτέρα, 9 Δεκεμβρίου 2013

Μαθητεία στον κόσμο



Σπόρο τον σπόρο μάζεψα
Απ' της γης τη μήτρα
Του ροδιού τα σκόρπια μάτια
Νυχάκια βελούδινα θαρρείς
Άτυχου βρέφους
Που το μαστό βυζαίνει της εξορίας
Και σε πλίθινους πάνω κεράμους
Στο κλάμα σπαράζει
Βρέφος ανυπεράσπιστο σαν νεοσσός
Στη σκληράδα προσκρούει της μοίρας
Όταν νιώσει το μπλάβο αίμα του κορακιού
Να αναπηδά ίδιος κρουνός στην αυλόπορτα της καρδιάς του

Πέτρινος μαστός με λιγοστό το πρωτόγαλα στα πεινασμένα χείλη 

Χάντρα την χάντρα σκόρπισα
Της πίκρας το μενταγιόν
Στης Κυρά - Θάλειας το πηγάδι
Κισσού στεφάνι έπλεξα
Και ποιον να στολίσω;
Χλόμιασε το μέτωπο
Γυμνώθηκε ο ουρανός
Και μια αγκίδα μπήχτηκε
Στο αριστερό μου πλευρό
Όμοια ερπετού σαϊτιά
Του δέρματος δηλητηριάζοντας την περγαμηνή
Εκεί που έμαθα να ιχνηλατώ τα πρώτα της αγάπης ψηφία

Τρωτός ο λόγος της ζωής που κάθε χάραμα παραδίδεται 
στο θειάφι του ηφαιστείου αμαχητί 

Κόκκο τον κόκκο συγκέντρωσα
Σε φυσητή κλεψύδρα
Τις αμαρτίες της θάλασσας
Σε σώμα γοργόνας
Ήπια της ηδονής το απόσταγμα
Ακουμπώντας στου ανέμου
Το περικάρπιο μακριά κίνησα να πάω
Χρησμό να φέρω
Και βοτάνι ερωτικό
Για τους εραστές που στις παλάμες του κύματος βύθισαν τα κεριά

Καράβι βυθισμένο αρμάτωσα και σε σπήλιο κρυφό αποτραβήχτηκα 
ταγμένη του ξεριζωμού 

Ρίζα την ρίζα φύτεψα
Σε χωμάτινο πεζούλι
Της αγράμπελης τον αναρριχητικό άρωμα
Στο έδαφος μετά στάθηκα
Ευτυχής και πλήρης
Μέρισμα ομορφιάς χαρίζοντας
Στις κάτω πύλες του κόσμου
Νέα πορεία χάραξα
Ολάκερη στο εαρινό φως να βυθιστώ
Απ' τα πέλματά τη σκόνη τίναξα
Και διπλά έβαλα καρφιά
Στης λήθης τα σκοτεινά μάνταλα ποτέ να μην ανοίξουν

Φτερά καψαλισμένα απ' την λάβα φορώ διάπυρη να ανέβω  
στο πελαγίσιο κατάρτι όπου σε αντίκρισα για πρώτη φορά