Παρασκευή, 30 Οκτωβρίου 2015

στροβιλισμοί (χαϊκού)



Όταν χορεύει
σηκώνει τη φούστα της
να ιδώ την ελιά

Γιώργης Παυλόπουλος

Πίσω στα κλαριά
Κρύφτηκε το φεγγάρι
Τραυματισμένο!

Έφυγες νωρίς
Πρόχειρα να σφραγίσεις
Λαβές μαχαιριών!

Κι αν το σκότος ρθει
Στο περβάζι η μέρα
Καλλωπίζεται!

Κόκκινος κρίνος
Καλύπτει τα μαλλιά σου:
Έρπουσα πληγή

Κρύο δωμάτιο
Κι ακούω τα κοτσύφια
Να χουχουλιάζουν

Στρέφεις το κερί
Στο ύψος των διαττόντων
Χαμένα χρόνια

Πίδακας νερού
Διάνοιξε την πέτρα:
Ξάφνιασμα ζωής

Μέσα στον κήπο
Τα γιασεμιά πλήθυναν
Μ' ένα σου γέλιο

Κουρσεύεις καρδιές
Εσύ ο απαρνητής
Του επίπλαστου!

Μες στο καβούκι
Μια χελώνα αγροικά
Γαμψά τα νύχια

Μέσα στα μάτια
Ναυάγησε το δάκρυ
Πώς να πενθήσεις;

Ακριβά φέρνω
Στολίδια στην αυλή σου
Δυο μαγιού ρόδα

Δεν ήταν κύμα
Μα μια απλή σανίδα
Που διασώθηκε...

Κρεμάς στ' αστέρια
Σαν πέφτουν γκρεμισμένα
Φιογκάκια ευχών

Σπάει στην πέτρα
Με κρότο το καρπούζι
Έβρεξε σπόρια

Σέρνει τη φωνή
Πέφτοντας στο φαράγγι
Μαύρος κόρακας

Κοίταξε τ' άστρα
Με τα νερά του όρμου
Πως παντρεύονται!

Μες στο σύννεφο
Δες πως αλλάζει μορφές
Γλύπτης αέρας

Σιγανή βροχή
Στα κεραμίδια κλαίνε
Λεπτές φλεβίτσες

Έπιασε ψύχρα
Ακόμα και στα σκιάχτρα
Οι σκούφοι τρέμουν

Σε μια κορνίζα
Λύθηκε το παπιγιόν
Του γέρου μάγου

Όταν χαράζει
Ανεβάζει ο φλοίσβος
Παλμούς στα ρείθρα

Μες τη μαγνόλια
Ξέχειλα τα χρώματα
Τράβα μια γραμμή


Τρίτη, 27 Οκτωβρίου 2015

25 λέξεις



Στεγάζω στις γέφυρες
   όνειρα μιας ζωής
κι άστεγος καταφεύγω
   στα ικριώματα
   της πολιτείας
στο λάθος να βιοποριστώ!
             
               *
 Βάφτηκαν κόκκινοι
   από χέρι παιδικό
οι βραχίονες της πορείας
   απέναντι να σε πάνε
στις πλίνθινες νεκροπόλεις
 ουρανούς να θρηνήσεις!

Έλαβαν μέρος στο δρώμενο της Μαρίας Νικολάου
 "25 λέξεις" μαζί με άλλες δεκαέξι υπέροχες συμμετοχές!

Κυριακή, 25 Οκτωβρίου 2015

χαϊκού γραμμένα σε τοίχο

Αποτέλεσμα εικόνας για φτερό

Ζούμε σκαρφαλωμένοι 
στη σκεπή της κόλασης 
για να δούμε τα λουλούδια.

Kobavashi Issa

Πάνω στα νέφη
Έκρυψες τα όνειρα
Πουλιά να τα βρουν

Σαν λιβελούλα
Στης νύχτας τα κράσπεδα
Πετά η ψυχή

Κοίτα πως κλείνει
Τον ουράνιο θόλο
Χρυσός αετός

Φυτρώνει στη γη
Σταλμένο απ' τα ύψη
Πάλλευκο κρίνο

Μες στους μπαξέδες
Όρισες τη ζωή σου
Σε μια χαρακιά

Καθώς βραδιάζει
Φεγγίζουν στα μάρμαρα
Χλωμά καντήλια

Σαν ακούς τριγμούς
Ψιθύρισε στη ψυχή:
Σιωπηρά να ζει

Φοράς κορδέλα
Σαν φτάνεις στα περβόλια
Να κλέψεις ανθούς

Στον άνεμο λες
Τα επίγεια πάθη
Λεύκα μυστική

Τα φύλλα πέφτουν
Ασθμαίνοντας να μάθουν
Τους νόμους της γης

Χτυπάς ουρανό
Αιθέρες κυριεύεις
Κορυφογραμμή

Ακούμπα στη γη
Αδρό το σημάδι σου
Χρυσόφτερο μου

Μιλιά δεν βγάζω
Σαν είναι ν' αντικρίσω
Τα κρύα καρφιά

Στη μνήμη μένει
Ο πόνος των μαρμάρων
Που κοιμήθηκαν

Στη νύκτα ανθείς
Με φλόγα τρεμάμενη
Αστρολούλουδο

Γύρη λουλουδιών
Φερμένη απ' τους κήπους
Τυφλώνει πυρσούς

Θα 'ρθω μιαν αυγή
Την ώρα που οι κρίνοι
Μαντάτα φέρνουν

Καθώς χαράζει
Τ' αστέρια καταθέτουν
Τα βέλη στο φως

Καμένη πλαγιά
Να 'ρθουν τα χαμομήλια
Μ' άσπρες τις φούστες

Άνεμος φωτιάς
Πλησιάζει τα στάχυα:
Δρεπανοφόρος

Λιτά πως φτιάχνεις
Τους στίχους σου αηδόνι
Κάθε χαραυγή!

Τόξα οι ψυχές
Ουράνια, να φεύγει
Ψηλά το βλέμμα

Μες στο τριβείο
Ισχνό το "σ' αγαπώ" σου
Θρυμματίστηκε

Κρεμάς φυλακτό
Στον κόρφο της Άνοιξης:
Μια πεταλίδα

Σε μια παρτίδα
Που χάνω αέναα.
Το όφελός μου!

Παρασκευή, 23 Οκτωβρίου 2015

είδα τη ρωγμή σου και φοβήθηκα

Αποτέλεσμα εικόνας για Πατρίδα

Μέσα στις θάλασσες οι ανάσες σου
Οι γοργόνες μεθούν με τα φιλιά σου
Παρακαλώ σε πατρίδα μου μη ξεμακραίνεις

Πάνω στα νέφη ανάγερτο το σπίτι σου
Σε παίρνουν οι βροχές στα περιβόλια
Εκλιπαρώ σε πατρίδα μου μη ξεχαστείς

Μέσα στα ηφαίστεια η αγκάλη σου
Πύρινα απογεύματα σε γοητεύουν
Παρακαλώ σε πατρίδα μου μη γελαστείς

Πάνω στα όρη βαθιές οι ρίζες σου
Ο κόρφος σου θυμάρι αναθρέφει
Εκλιπαρώ σε πατρίδα μου μη βυθιστείς

Μέσα στους οπωρώνες χυτά τα μαλλιά σου
Χυμούς αναδύεις απ' τα πλέρια στήθη
Παρακαλώ σε πατρίδα μου μη λαβωθείς

Πάνω στους τρούλους ελεύθερη η σκέψη σου
Αγκαλιασμένη γυρνάς με τους αγγέλους
Εκλιπαρώ σε πατρίδα μου μη μ' αρνηθείς

Μέσα στα πηγάδια οι μαρτυρίες σου
Θυμός δαγκώνει της καρδιάς την πόρτα
Παρακαλώ σε πατρίδα μου μη μ΄αδικείς

Πάνω στα μάρμαρα η ιστορία σου
Σκληρά η κόψη του φεγγαριού σε δοκιμάζει
Εκλιπαρώ σε πατρίδα μου μη φοβηθείς

Μέσα στις πηγές ρέει ο λόγος σου
Ήρωες χαϊδεύουν τα δάκτυλά σου
Παρακαλώ σε πατρίδα μου μνημόνευσέ με!


Πλανιέσαι κι επιστρέφεις σ' άδειο κύκλο
Πατρίδα μόνη με τα φτενά σαντάλια  
Είδα τη ρωγμή σου και φοβήθηκα...

Έλαβε μέρος στο 9ο Συμπόσιο της φίλης Αριστέας
όπου η πατρίδα είδε πολλά θησαυρίσματα και πλούτισε χαμόγελα....



εμένα την πατρίδα μου τη στέρησαν

Αποτέλεσμα εικόνας για εμένα την πατρίδα μου την στέρησαν

Από μικρός είχα πάντα ένα προαίσθημα πικρό
Στύλωνα το σπίτι να μην πέσει
Μερεμέτιζα τη στέγη μη γκρεμιστεί
Διπλοκλείδωνα τα όνειρα να μη χαθούν
Κι είχα πολλά όνειρα μικρά και μεγάλα
Να πετάξω ας πούμε μ' αερόστατο
Ν' ανέβω στα βουνά της λατρείας
Χωρίς το πνεύμα να σκλαβωθεί
Να αντικρίσω την πατρίδα ελεύθερη
Κι ανυπότακτη να τρέχει στα λιβάδια με καλούδια πολλά
Να δίνει αέρα στην καρδιά για να στεγνώνει
Από της ορφάνιας το θυμό

Κρύωνε το σώμα με τ' ανοιχτά πορτοπαράθυρα
Έφευγε ο νους στη θαλπωρή της μάνας
Έπρεπε συνεχώς να περιστρέφομαι
Να κρύβομαι και την ανάσα να κρατώ
Το τοπίο εχθρικό
Χαλάσματα οβίδες και σκούρα προσωπεία
Χαράκωναν τους δρόμους
Τρόμαζαν τα πουλιά
Ψαλίδιζαν τις φυλλωσιές στους κήπους
Κι ήταν πολλοί κι ανθισμένοι οι κήποι της πατρίδας
Εκεί που πρώτα τα χαμομήλια μας έμαθαν την αγάπη
Εκεί που πρώτες οι πέτρες μας έμαθαν την υπομονή
Ήταν πολλοί οι κήποι και γόνιμοι
Τώρα χαλάσματα
Άνυδρες ρίζες
Λουλούδια πατημένα
Κι ένας χαρταετός περασμένος στο σύρμα να μας απειλεί

Ξεχάσαμε να μιλάμε
Ξεχάσαμε τους τριγμούς της ζωής
Πουλήσαμε τα υπάρχοντά μας στους ξένους
Πετάξαμε το κλειδί της καρδιάς
Στο πιο βαθύ πηγάδι μην το βρει η καταιγίδα
Φύγαμε
Χωρίς την ευχή της μάνας
Τυλιγμένοι μόνο με την παιδική μας κουβερτούλα
Στις βάρκες ήμασταν πολλοί
Καθένας ένας πόνος
Καθένας ένα λεπίδι οργής
Καθένας ένας κύκλος κλειστός
Εμένα την πατρίδα μου τη στέρησαν κι η γη με διώχνει
Παντού συρματοπλέγματα σκοτωμένα σίδερα
Να διαπερνούν τα όνειρα που αφήσαμε πίσω
Πρόσφυγες χωρίς επιστροφή
Που στο κόρφο τους ζεσταίνουν της πατρίδας το χώμα
Σαν που ζεσταίνει η μάνα το νεκρό της παιδί πριν την αυγή

Έλαβε μέρος στο 9ο Συμπόσιο της φίλης Αριστέας
όπου η πατρίδα είδε πολλά θησαυρίσματα και πλούτισε χαμόγελα....



Παρασκευή, 16 Οκτωβρίου 2015

για μια πατρίδα



                                                                στη λακεδαιμόνια γη 

Αργυρή η σέλα του καβαλάρη
Το τσαμπί της χαμοελιάς
Κρατούσε ακόμα μεστά κουκούτσια
Οι μαύρες τρύπες στους καλαμιώνες
Γράφαν ωδές στα γυμναστήρια
Της επίμαχης πέτρας
Λιτά τα λόγια, σημαίες νευρώνων
Για μιαν ασπίδα, κόσμημα μάνας
Διχάλες στέλνουν πυρσούς στον Άδη
Στους μαρμαρένιους..!
"Τα σαντάλια είπαν της Άρτεμις"

Ανάρια τα γένια του καβαλάρη
Ξύλινοι φράκτες ελευθέρωσαν
Ματαιοδοξίες χρυσών ερώτων
Σβέλτο το σύρμα τρυπάει ακόμα
Ρωγμή στο αίμα.
Κι η εκστρατεία έπη διαβάζει
Σ' ακοίμητα δάση λεπτά απ' τη πάχνη
Το χαμοπούλι τσιμπάει τα νύχια
Εφορμούν σεντόνια, ταξίδια άδεια
Πικρός ο πόθος του ωραίου φύλου..!
"Οι βόστρυχοι είπαν της Ελένης"

Αμυγδαλωτά τα μάτια του καβαλάρη
Κόκκινος βράχος ιστός του νότου
Καράβια χτίζει εμπόρων χάντρα
Κάθετο φρύδι που ταξιδεύει
Μες στο Μυρτώο οπλισμένο εργαστήρι
Δωρικό το πείσμα φουρνίζει οβίδες
Στα γλαροπούλια με τις αψίδες
Κι ο ποιητής αναφλέγει οθόνες
Σε ματοτσίνορα πέτρινων κήπων
Κανόνι ελκόμενο που παίζει μήλα
Στην κρύα τάπια του Αλωνάρη..!
"Τα δισκοπότηρα είπαν της Σοφίας"

Σκληρό το στέρνο του καβαλάρη
Άνυδρες πλάκες συκόγαλα στάζουν
Για το γεράκι που όλο κράζει
(Οργή στο χνούδι ενός ερήμου
αναφλεγόμενου φραγκόσυκου)
Ακούει τη θάλασσα που τρώει αλάτι
Μοιρολογάει κι άγρια γκόρτσα
Φυτεύει στα μπράτσα της πέρα χώρας
Που πελεκάει μια πολεμίστρα
Με αδούλωτο πείσμα… διπλό δρεπάνι
Γενιάς μεγάλης της Μεσογείου..!
"Τα φλουριά είπαν της Φεβρωνίας"

Μυώδεις οι κνήμες του καβαλάρη
Βουνά αγριεμένα τα ασκιά γυρεύουν
Του γίγαντα δράκου
Διχογνωμούν λόγια σταράτα
"Μη σφυρίζεις την αυγή γιατί κρυώνω
Κατέβασε τη σκέπη μπαίνουν σύννεφα."
Ροές αιώνων πάνω στο χάρτη
Της κακοτράχαλης πατρίδας
Διαφεντεύουν κάστρα και τα πουλάνε
Μαζεύουν τσάι και μαύρη ελάτη
Στήνουν χορό μ' άγουρα στάχυα
Μοιραία γεννήθηκες μια κρύα μέρα
Πάνω στη χαίτη των δυο γιγάντων!
Αχ καβαλάρη καλίγωσε το
Το δίχρωμο άτι του Μενελάου!



Τετάρτη, 14 Οκτωβρίου 2015

χαϊκού ατέρμονου πάθους

Αποτέλεσμα εικόνας για χαϊκού

Κομμένα κλαριά 
δεμάτια για το τζάκι 
κι ανθίσανε

BUSON


Ήρθαν οι βροχές
Θλιμμένες να θυμίσουν
Τ' άγονα χρόνια

Χάσκουν τα σπίτια
Χαμένα στους ανέμους
Κι αλλάζουν φορά

Παίζεις στα ζάρια
Του καλαμιού την κόμη
Χωρίς συμπαίκτη

Βρήκες στην κρύπτη
Ξέχειλα τα σεντούκια
Μ' αρχαίους αυλούς

Ρίχνεις πετράδια
Σ' ακύμαντη θάλασσα
Γλυπτά για να δεις

Σαν ομπρελίνα
Στέκουν τα χαμομήλια
Μετά τη βροχή

Κρυφομιλητά
Στης νύχτας τα σεντόνια
Και να 'σου το φως

Άλικο βγαίνεις
Φεγγάρι στο ιστίο
Κι επαναστατείς

Θυμάσαι το χτες
Τότε που αμάρταινες
Για ένα φιλί

Μα πώς συχνάζεις
Στα περβόλια του ήλιου
Μ' άδειες τις τσέπες;

Κοιτάς τις σκιές
Στους ιστούς του καθρέφτη
Να πέφτουν νεκρές

Με μια τουφεκιά
Σκορπίστηκαν στο δάσος
Σμαράγδια φτερών

Διπλά δεμένος
Προσπαθείς να ξεφύγεις
Απ' τους θηρευτές

Ξάφνου το ρεύμα
Ανέβασε στο βράχο
Προβιές αλατιού

Στενά δρομάκια
Κι ανάμεσα στα πεύκα
Πράσινοι συρμοί

Μια παπαρούνα
Σε ποτήρι σπασμένο
Μετάλαβε φως

Πόσα σύμφωνα
Έκλεψες απ' τη γλώσσα
Και στο πλην χωράς!

Στήσανε χορό
Τα γιοφύρια του κόσμου
Πάνω μη σταθείς!

Μαύρα κουρέλια
Στοιβαγμένα στο σύρμα
Στη πίκρα λυγούν

Μεσοπέλαγα
Απλώνεις ασπρόρουχα
Κύμα της οργής

Έστησες δοκούς
Στους όρμους της πατρίδας
Γαϊτανιού γλέντια

Ρίχνει στο χώμα
Της άρνησης πέταλα
Μια μαργαρίτα

Μες στα σύννεφα
Καράβι τσακισμένο
Τους γλάρους καλεί

Ακούω τριγμούς
Ρίζες να προχωράνε
Με φιδιών μορφή

Μ' απαρνήθηκες
Πριν ακόμα σκορπίσω
Τις λέξεις στο φως


Πέμπτη, 8 Οκτωβρίου 2015

βαδίζαμε...



Βαδίζαμε με τα χέρια στις τσέπες
Αδύναμοι να περάσουμε τα δάκτυλά μας
Στις άρπες του αέρα μην και πληγωθούν
Απ' των πουλιών τα μυτερά ράμφη
Κι είχαμε έναν φόβο διάχυτο στις φλέβες
Φόβο παγερό σαν τα κρύα σκουριασμένα ρόπτρα
Στα εγκαταλειμμένα σπίτια
Φόβο μήπως ξαφνικά
Ξεχάσουμε στα μισά της διαδρομής τα πάθη του αίματος
Τα ακριβά τα νωπά και βουβά σαν τη μνήμη πάθη

Τα δάκρυα, μας ακολουθούσαν ανασαίνοντας βαριά
Κι εμείς έπρεπε να τα ψυχώνουμε
Να τα γευόμαστε να τα ανακαλούμε
Ειδικά τις νύχτες εκείνες του καλοκαιριού
Που για μια στιγμή τα φεγγάρια ματώνουν από έρωτα
Το χαμόγελο μας ξεχασμένο σε μια παιδική ζωγραφιά
Μας καλούσε εναγώνια κοντά του
Μας αγκύλωνε με τις γωνίες του
Μας ρωτούσε το πως και το τι
Βαδίζαμε βουβοί
Τι να απαντήσεις στην λεπίδα της απαντοχής
Ένα γυάλινο χέρι μας τραβούσε εκούσια απ' το βυθό της χαράς
Φέρνοντάς μας  δέσμιους στα δαντικά μας κελιά

Βαδίζαμε με τα χέρια δεμένα
Ανίκανοι ν' αγγίξουμε τους παλμούς των δέντρων
Να νοιαστούμε τα τρεμάμενα γόνατα των φύλλων
Να στηρίξουμε πρόχειρα τις ρίζες στο χώμα
Μήπως έτσι μπορέσουμε κι εμείς να υπάρξουμε
Απουσιάζαμε όμως απ' τα αληθινά  
Χανόμασταν στην παχιά πάχνη
Έωλοι αφηνόμασταν στο κενό
Βαδίζαμε στη βροχή ασταμάτητα
Φορώντας τα αλήτικα παπούτσια μας τα σκισμένα
Σαν να θέλαμε να κυριεύσουμε
Τις κορφές των ονείρων
Που δεν μας διάλεξαν ποτέ συνοδηγό τους

Τα μονοπάτια προσέχαμε που δεν οδηγούν παρά μόνο στο τέλος
Αυτά αφήναμε πίσω και προχωρούσαμε!


Τρίτη, 6 Οκτωβρίου 2015

εκατόφυλλη λατρεία



Αγαπούσες πάντα 
Τα εκατόφυλλα τριαντάφυλλα
Τα είχα στον κήπο μου 
Κόκκινα εκατόφυλλα τριαντάφυλλα
Από εκείνα που η γιαγιά μάζευε την αυγή 
Κι έφτιαχνε το λικέρ της Κυριακής
Πόσο επιθυμούσες να τα κόψεις 
Στο πέτο σου να τα στεριώσεις
Πόσο ήθελες να τα μαδήσεις 
Στου τσαγιού σου την άχνα να αναδυθούν 
Πόσο ήθελες να τα κοιτάς 
Στων ματιών σου το πλέγμα να καρφωθούν
Κόκκινα εκατόφυλλα τριαντάφυλλα 
Ολοχρονίς να βγαίνουν στον κήπο σαν υπόσχεση 

Ώσπου μια μέρα ήρθε βοριάς ξεροβόρι καταιγίδα 
Σκιάχτηκαν τα φύλλα
Μούχρωσαν τα πέταλα 
Λύγισαν τ' αγκάθια κι οι ρίζες βάρυναν 
Τι συμφορά!
Ο κήπος λασπωμένη λίμνη 
Τριμμένο γυαλί στα μάτια μου
Διπλός πέλεκυς κεραυνού στην καρδιά 
Κι εσύ περιπατητής με τα χέρια ανοικτά 
Να μ' αποχαιρετάς με κίτρινους φθίνοντες φθόγγους  

Κι απόμεινα μόνη μετά το απόβροχο 
Να στοιβάζω στις άκριες νεκρές τριανταφυλλιές 
Να ματώνω απ' αγκάθια σκληρά 
Να χτυπιέμαι από κλαδιά έρποντα 
Ακούγοντας τα βήματά σου να ξεμακραίνουν
Ακούγοντας κρότους ξερούς 
Μπροστά να πηγαίνεις
Χωρίς ποτέ να κοιτάζεις πίσω
Ερωτευμένος με τα αμάραντα ρόδα της νύχτας 
Σαν κι αυτά που αφθονούν στις χώρες των ποιητών
Και των καταδίκων... Τα μαύρα ρόδα των ενοράσεων!