Κυριακή 25 Φεβρουαρίου 2024

senryu

17σύλλαβο χιουμοριστικό ποίημα με επίκεντρο τον άνθρωπο.

Κλειστή η οδός
διαδηλωτές φωνάζουν
σκούζουν σειρήνες.

*
Οδός ονείρων
σβέλτη η σερβιτόρα
ελιά στο μπούτι.

*
Ανοιχτή οδός
σαραβαλάκι έρπει
στριγγλίζουν κόρνες.

*
Ασφαλής οδός
κοριτσόπουλα περνούν
σφυρίζουν μάγκες.

*
Πηχτός ιδρώτας
ανηφορική οδός
μουσκίδι πλήθος.

*
Ήσυχη οδός
αναρριχώνται κλέφτες
γάντζοι τα πόδια.

*
Ισχνός φωτισμός
κακόφημη η οδός
ρεστάρουν μάγκες.  

*
Ορδές κυνηγών
ανθισμένη η οδός
οι κάνες στραβές 

*
Έλευση ψυχών
οδός με ασφοδείλια
ψόφιος ο χάρος. 

Σάββατο 24 Φεβρουαρίου 2024

Ωδή στη νύχτα

Στον φίλο Γιάννη

Στη νύχτα δόθηκα από μικρή.
Νυχτοπούλι της ήμουν
κατά πως έλεγε η μάνα μου.
Αρνιόμουν να πάω νωρίς
για ύπνο και μπροστά στον
καθρέφτη της εισόδου
αρεσκόμουν να προβάρω
το ένα μετά το άλλο τα
βαρύτιμα λαμέ ρούχα της.
Προσηνής ήμουν μαζί της
κι αυτή ανοιχτοχέρα μεγάλη
κάτω από τα πέπλα της
με έμπαζε τα πρώτα να γράψω
παιδικά σκαριφήματα.

Μια φορά, το θυμάμαι καλά,
νύχτα γεναριάτικη ήταν και
στον κήπο ακουγόταν το συρτό
μοιρολόι του γκιώνη
παράτησε μπροστά στα σκαλιά
της καρδιάς μου ένα παράνομο
βλαστάρι της.
Καρπός ενός βίαιου έρωτα ήταν.
Το δέχτηκα πώς να το αρνηθώ;
Το υιοθέτησα και στα λιανά μου
χέρια δικό μου έγινε παιδί.
Ερμή το ονόμασα τα γράμματα
μου να παίρνει και να τα ρίχνει
μέσα στο γραμματοκιβώτιο
της αγάπης.
Έτσι με αυτό τον τρόπο
αγάπησα βαθιά όλους τους
ταχυδρόμους που κατά καιρούς
πέρασαν από το σπίτι μου.

Πολλούς είχα αγαπητικούς
πριν ακόμα ξυπνήσει η φύση
το ρολόι του σώματος.
Η νύχτα μου έδινε τα πέπλα της
σαν την Σαλώμη να χορεύω
μπροστά τους.
Αγάπησα κι αγαπήθηκα πολύ
χάριν αυτής και πολλά
αγγελικά έκανα μωρά
το πέπλο μου να κρατούν
να μην τσακιστώ στα καθημερινά
νυχτοπερπατήματα μου.

Και τι δεν έβρισκα στο διάβα μου
δεν λέγεται:
Διαμαντικά, εβένους, χρυσάφια,
ασήμια αλλά και την ηδονική
κρύπτη της ποίησης.
Δελεάστηκα και βαθύπλουτη
έγινα, σήμερα εδώ να μιλώ
για τις χάρες της
και καταθέσεις πολλές
να κάνω στο όνομα της.
Τόσους θησαυρούς τι να τους
κάνω αν μοναχή μου τους έχω;
Τα μωρά μου μεγάλωσαν
κι έφυγαν κι εγώ που ξέμεινα
από αγαπητικούς νυχτοπούλι
της ζητώ να γενώ ξανά.

Παρασκευή 23 Φεβρουαρίου 2024

Πως ο πατέρας αξιώθηκε να ζήσει τα θαύματα

Ο πατέρας ήταν πολύ ευσεβής και πίστευε βαθιά στα θεία. Άγιος άνθρωπός ασκητικός κατά γενική παραδοχή.
Πήγαινε ανελλιπώς κάθε Κυριακή στην εκκλησία, νήστευε, διάβαζε τις γραφές, άναβε συχνά τα καντήλια των κοντινών εκκλησιών κι ήταν επίτροπος στον τοπικό ναό.
Μια μέρα ηλιόλουστη, Μάρτης ήταν, πήγε σε ένα μακρινό χωράφι που συνόρευε ανατολικά με το ξωκλήσι της Παναγίας της Ζωοδόχου Πηγής.
Ήταν το μόνο χωράφι που δεν του είχε δώσει σταγόνα λάδι την προηγούμενη χρονιά και ζητούσε περισσότερο από τ' άλλα την προσοχή του.
Όταν τελείωσε με το σκάψιμο και το ανάριεμα σκούπισε με την ανάστροφη το ιδρωμένο μέτωπο και κατευθύνθηκε στο ναό για να προσκυνήσει. Πριν περάσει το κατώφλι έσκυψε κι έσβησε τη δίψα του από την ιερή κρήνη του αυλόγυρου. Μετά άνοιξε την σαρακοφαγωμένη πόρτα και σεβάσμια μπήκε στο χώρο βγάζοντας το καπέλο του.
Αφού ασπάστηκε τις εικόνες έφτασε μπροστά στην ωραία πύλη κι είπε να ανάψει τις οχτώ καντήλες που βρίσκονταν εκεί. Τις γέμισε ευλαβικά με λάδι κι έβγαλε από την τσέπη τα σπίρτα.
Τότε ήταν που έγινε κοινωνός ενός απίστευτου θαύματος.
Οι φλόγες ξεπετάχτηκαν ατίθασες και ξεπέρασαν σε ύψος τα εικοσιπέντε εκατοστά. Δυο παλάμες πάνω κάτω αντρίκιεςαγγέλους. Ανέβαιναν οι φλόγες ασυγκράτητες σαν να ήθελαν να διατρυπήσουν με μανία το ετοιμόρροπο ταβάνι και να συναντηθούν με τους αγγέλους. Ο πατέρας αποσβολωμένος σταυροκοπήθηκε και τσίμπησε τα πλευρά του για να βεβαιωθεί ότι δεν έβλεπε όνειρο.
Ταράχτηκε τόσο που τα πόδια έγιναν βαριά σαν τσιμέντο και δεν τον βαστούσαν άλλο όρθιο.
Διάλεξε το πιο κοντινό στασίδι κι έκατσε. Μια χοντρή σταγόνα
από δάκρυα διέσχισε το δεξί του μάγουλο κάνοντας την όραση του θολή. Έτριψε τα μάτια του με το μαντήλι για να δει καλύτερα.
Οι φλόγες εξακολουθούσαν να είναι τεράστιες.
Με κόπο πήρε από το ψαλτήρι το ευαγγέλιο κι άρχισε να διαβάζει με τρεμάμενη φωνή αποσπάσματα και ύμνους.
Έμεινε εκεί ως το σούρουπο. Για ένα τρίωρο οι φλόγες δεν έλεγαν να καταλαγιάσουν.
Η φοράδα του δεμένη στον πλάτανο έξω από το ναό φούρμαζε αναστατωμένη. Λίγο έλειπε να κόψει την τριχιά της. Με ασταθή βήματα βγήκε από την εκκλησία και πήγε κοντά της. Την χάιδεψε με ταπεινότητα και παραλογισμένος ακόμη από τη μέθεξη ξεκίνησε να φύγει. Την ίδια νύχτα κι ας ήταν απαγορευτική η ώρα κατέφυγε σχεδόν παραπαίοντας στον παπά του χωριού.
Του διηγήθηκε το περιστατικό με φωνή τρεμουλιαστή, αυτός τον άκουσε προσεχτικά και τον συμβούλεψε να νηστέψει για ένα μήνα. Δεν παρέλειψε να του τονίσει πως πρέπει να νιώθει ευλογημένος για αυτό που έγινε και να μην το πει παραέξω.
Εκείνο το βράδυ και για πολλές νύχτες ακόμη δεν κοιμήθηκε καθόλου. Η χαραυγή τον έβρισκε γονατιστό μπροστά στο εικονοστάσι να σταυροκοπιέται και να προφέρει εδάφια από την Αγία γραφή.
..................................................................................................................................................................
Την επόμενη χρονιά κι ενώ όλο το χωριό είχε ακαρπία, τα δικά του χωράφια ήταν υπερβολικά γεμάτα ειδικά αυτό της Παναγίας. Ο πατέρας είχε αξιωθεί κι ενός άλλου θαύματος και έτσι απόλυτα θρήσκος καθώς ήταν αποφάσισε το λάδι που έβγαλε από την απρόσμενη φετινή λαδιά να μην το κρατήσει για την φαμίλια παρά να το μοιράσει στους άπορους και στους ναούς της ευρύτερης περιοχής.
Κάπως έτσι ησύχασε το παραδαρμένο του πνεύμα κι ενισχύθηκε τα βέλτιστα η πίστη κι η προσήλωση του στα θεία.

Πέμπτη 22 Φεβρουαρίου 2024

Το εκμαγείο του έρωτα

(κι αν μάδησαν τα φτερά μου
δεν ξέχασα ποτέ τους αλλόκοσμους
αιθέρες)

Τόσο μικρός έγινες που
χωράς μέσα στη φούχτα μου.
Όνομα μου εσύ γαλήνιο.
Πεμπτουσία μου εσύ μοναδική.
Ψυχή μου εσύ ελεύθερη.
Σε θέλω, σε έχω, σε προσκυνώ.
Στη γραμμή της ζωής μου
ξαπλώνεις και κοιμάσαι και
με το μεσαίο δάχτυλο μού
δείχνεις του έρωτα τα τοπία.
Τη ζέστη των χεριών μου
αγαπάς κι από τον αντίχειρα
μου ζητάς να σου στείλει μαντήλι
αιθέριο πάνω στις ζαρωματιές του
να σμίξουμε ερωτικά
σαν δυο κυπρίνοι στην όχθη της λίμνης.

Στον έρωτα σου προσπέφτω
και σε εμπεριέχω.
Όλος εσύ μια ταξιανθία ζουμπουλιών
που το μυαλό μου λιγώνει.
Άρωμα μου εσύ μυστηριακό
Χρώμα μου εσύ πρωτόφαντο
Ψυχή μου εσύ ελεύθερη.
Στο λακκάκι του λαιμού μου
βρίσκεις καταφύγιο κι εκεί
ρίχνεις τις βαθιές ρίζες σου.
Νάμα σε ποτίζω γλυκόπιοτο.
Μεθάς και τραγούδι αρχίζεις
πωγωνήσιο καθώς παραπλήσια
στις χορδές μου ζεις κι εμπνέεσαι.

Με ανακριτικό φακό στο χέρι
σε δικάζω και σε μέμφομαι.
Σε καταδικάζω και στο αίμα
μου σε φυλακίζω παντοτινά.
Ακριβό μου εσύ στολίδι που
από τα χέρια μου έπεσες.
Σελίδα μου εσύ λευκή που
πάνω της θα φυτρώσει
πάναγνο το ποίημα.
Ψυχή μου εσύ ελεύθερη.
Στον αφαλό μου εισχωρείς
και με στάση εμβρυακή απ'
το αμνιακό μου υγρό θρέφεσαι
κι εκεί κολυμπάς.
Γεννήτορας σου γίνομαι και
κάτω από τους ήχους του
σήμαντρου σε διπλανασταίνω.

Τόσο μικρός έγινες που
χωράς μέσα στου πέλματος
μου το τόξο.
Σε ταξιδεύω, σε κυκλοφορώ
και σε αρχαϊκά σε πηγαίνω
θέατρα μαγικά για να σμίξεις
με τους μύθους των Ατρειδών.
Πολιορκητική μου εσύ μηχανή
που κοντά σου ξεψυχώ.
Ταξίδι μου εσύ μακρινό που
στο βόρειο σέλας με βγάζει.
Ψυχή μου εσύ ελεύθερη.
Σε θέλω, σε έχω, σε προσκυνώ.
Δρόμους πλατιούς ανοίγω και
χωρίς χάρτες σε οδηγώ
στα συλλαλητήρια της αγάπης
και του μόχθου.
Μπροστάρης εσύ κι εγώ
ο βαρυσήμαντος λόγος του
μέλλοντος που για χρόνια
ολάκερα θα κυοφορώ για σένα.

Τετάρτη 21 Φεβρουαρίου 2024

Διαπραγματεύσεις

Ημισέληνος ήμουν
μα όταν έσμιξα μαζί σου
λαμπρή έγινα πανσέληνος
και φιγουράρω μπροστά
στους καθρέφτες των
καλλίπυγων κορασίδων.
Με μάτωσες.
Ιδού η σκοτεινή μου πληγή.
Με έθρεψες.
Κοίτα τα παχυλά μου μπράτσα.
Με πότισες.
Δέξου τα πολύχρωμα άνθη
του στέρνου μου.
Στο τέλος κι αφού πρώτα
με χόρτασες, αβασάνιστα
με έριξες σε ένα βαθύ χορταριασμένο
πηγάδι να συνομιλώ με της λήθης
το παγερό νύχι.

Χάνω τα μάτια μου, την καρδιά μου,
τα χέρια μου και το σώμα
μου όλο, ένα γλυφό νερό το περιλούζει
και το ροκανίζει.
Πώς θα βγω από εδώ;
Ποδηλάτισσα να γίνω να τριγυρνάω
πάνω στων μνημάτων την
αφειδώλευτη λευκότητα και
στων γεννήτορων μου την
αγιασμένη περφάνια.

Η τυράγνια σου με τρώει, κάνω
να αναρριχηθώ κι εσύ με των
λόγων σου τη φαρμακερή
σαΐτα όλο πιο μέσα με τραβάς.
Τις μάγισσες καλείς κοντά μου
κι αναθυμιάσεις με ζαλίζουν.
Με την λάβα των ηφαιστείων
απειλείς να με κάψεις.
Ιούδας γίνομαι πάνω στης συκής
την γαλακτερή παλάμη.
Αιωρούμαι ατελεύτητα....
Φοβάμαι, τρομάζω και να αποσχιστώ
από το κράτος σου θέλω.

Μισώ το νέο σώμα που με έντυσες,
περιφρονώ τα κοράκια
που με τριγυρίζουν.
Πεταλιά θέλω δυνατή να πατήσω
κι ολόφωτη να βγω
στα χρυσαφένια χωράφια του ήλιου
και στου ουρανού την τραχιά
επιδερμίδα ημισέληνος να ξαναγίνω
και να διαιρεθώ σαν τον κλέφτη
σε χιλιάδες κομμάτια.

Τρίτη 20 Φεβρουαρίου 2024

Τα εργαστήρια των ποιημάτων

              αφιερωμένο στον Ελισσαίο 

Παλιά τα ποιήματα μας τα γράφαμε
σε πινακάκια μαθητικά.
Σχεδόν, πριν τελειώσουμε
τα σβήναμε για να έρθουν τα επόμενα.
Δεν τα χάναμε καθώς στις σελίδες
της καρδιάς μας καταχωρούνταν
ένα προς ένα.
Βολική η καρδιά τα φιλοξενούσε
και τα παραχωρούσε ένδοξα
στην αιωνιότητα.
Με αχλή τα έντυνε κι αίμα ζεστό, αφρίζον.
Πάλλονταν και ζούσε μέσα από αυτά
και στα κύτταρα του σώματος
κατόπιν τα διασκορπούσε για να μην
βαραίνει εντός η πέτρα του πόνου
και η υπερβολική των λέξεων
φρενίτιδα.

Τώρα τα ποιήματα μας
τα γράφουμε και τα καταχωρούμε
σε αρχεία ηλεκτρονικά
καθώς οι σελίδες της καρδιάς
αδυνατούν πια να τα προσαρτήσουν.
Ο όγκος πολύς και το αίμα λίγο.
Τα κύτταρα άρρωστα και το σώμα
καταπονημένο απ' την πολλή συνάφεια
του πλήθους.
Επιλεκτικά τα στέλνουμε σε δυο τρεις
φίλους που τα συναισθάνονται
και δεν τα κλωτσούν σαν παραγινωμένο
φρούτο.
Έτσι καταφέρνουμε να μοιράζουμε
τον πόνο σε μικρές μερίδες
για να αντέξουμε τη σφοδρότητα του.

Ελεήμονες οι φίλοι μας
τα δέχονται και τα κοινωνούν.
Κάποια όμως τους ξεφεύγουν
και συνθλίβονται κάτω από
τα τρακτερωτά τους παπούτσια.
Κι αλίμονο είναι αυτά
που διαθέτουν το πιο υγιές
χαμόγελο εκείνο το παιδικό
που απεμπολήσαμε και σε χρόνους
άλλους τώρα περιπλανάται
ανερμάτιστο δίπλα στα εχθρικά
στίφη των αδιάφορων με τα
καλογυαλισμένα σαρανταπεντάρια.

Δευτέρα 19 Φεβρουαρίου 2024

imayo

imayo με σπάσιμο. Δύο ποιήματα σε ένα. 1/3, 5/7 και 2/4, 6/8
Απαραίτητη λέξη το τέχνασμα

Ύπουλο το τέχνασμα-
δάκρυα αρμυρά
τίναγμα του κεφαλιού
περίλυπη η καρδιά
λυγμών έφοδος
σανίδα ψάχνω να βρω
τα λόγια φτωχά.

*
Τεχνάσματα τα λόγια-
η ζώνη σφίγγει
άδεια η κατσαρόλα
ψωμί λιγοστό
θεατρίνοι στη σκηνή
το παιδί κλαίει
ψεύτικες υποσχέσεις
αγκομαχητά.

*
Καθαρή πανουργία-
το ψέμα μακρύ
το τέχνασμα δεν πιάνει
η φάκα κλειστή
αμέτρητα ποδάρια
χαμένος κόπος
οδηγός η αλήθεια
λάμπει ο χρυσός.

*
Χρυσαφένιο καντήλι-
νέος ο νεκρός
μαρμάρινο το μνήμα
η μάνα θρηνεί
λουλούδια της μανόλιας
άρωμα βαρύ
δόλια τα τεχνάσματα
χαίνει η ζωή. 

*
Ψύχρανε ο αέρας-
κρύες οι νύχτες
σκυφτός περιπατητής
οι δρόμοι κλειστοί
ουρλιάζουν τα τσακάλια
θρήνος οι βόγκοι
πληγώνει το τέχνασμα
ο έρως ψευδής. 

*
Γυναικεία ομορφιά-
ψεγάδι ουδέν
σαρκώδη τα δυο χείλη
μακριά τα μαλλιά
αγαλματένιο σώμα
λεπτές καμπύλες
τεχνάσματα οι όρκοι
έρωτας φυγάς. 

Κυριακή 18 Φεβρουαρίου 2024

Η κιβωτός

                       στη μαμά 

Έκοψε τα αποξηραμένα
φύλλα του καπνού
σε μικρά κομμάτια. 
Έστριψε τσιγάρο. 
Για χαρτί χρησιμοποίησε
τα εναπομείναντα, 
περσινά αετόχαρτα
με τη ματ επιφάνεια. 
Ψηλά πήγαν τα δαχτυλίδια
του καπνού, ως τα ετοιμόγεννα
σύννεφα κι έξυσαν
την κοιλιά τους. 
Η εποχή του κατακλυσμού
είχε αρχίσει.

*
Αναρωτήθηκε γιατί
τα φίδια αγαπούν
τους καλαμιώνες
και τη μουσική;
Ίσως γιατί το μακρύ
σώμα τους σε σαξόφωνο
φέρνει, σε φλάουτο
και σε φλογέρα. 
Μεγάλη μαγεία
το άκουσμα τους
ειδικά την άνοιξη 
όταν η φύση ξυπνά
αναγεννημένη
και σπρώχνει τη
βαριά ταφόπλακα. 

*
Απ' το παράθυρο της
έβλεπε έναν παλιό
σταθμό και τις παράλληλες, 
απαρχαιωμένες ράγες. 
Ποτέ τα τρένα
δεν πέρασαν
από εκεί. 
Ποιος να εμπιστευτεί
μια γραμμή που οι συρμοί της 
συγκρούονται μετωπικά 
με τα επαναλαμβανόμενα
όνειρα και τους επιθανάτιους 
στεναγμούς;

*
Μια άγνωστη πόλη
την κυνηγούσε στον ύπνο της. 
Είχε σπίτια αναπαλαιωμένα, 
ασπρισμένα με ασβέστη
και στενάκια τόσο πολύ
στενά που ούτε ποδήλατο
δεν χωρούσε να περάσει. 
Το περίεργο ήταν
κατά πως έβλεπε
στο όνειρο
ότι αυτή κυκλοφορούσε
πάντα στα σοκάκια
με ένα παλιό μαθητικό
λεωφορείο. 
Ίσως αυτός να ήταν
τελικά ο λόγος που κάθε
πρωί έβρισκε ξέφτια 
ασβέστη στο μαξιλάρι της
και στα μαλλιά της 
μια στενωσιά στην καρδιά
και λίγο αμίλητο νερό
στο πάνω χείλος. 

Παρασκευή 16 Φεβρουαρίου 2024

Άτιτλα

Απ' όταν έφυγες
τα σύννεφα δεν φορούν
παντελόνια
όπως διατείνονταν
ο ποιητής.
Μαύρα φτερά κόρακα
φορούν και με ταχύτητα
μεγάλη κυκλοφορούν
στις φλέβες του ουρανού
και τις ξεφτίζουν.
Δεν υπάρχει πλησμονή
ούτε αγνάντιο
μόνο τρομακτικές φιγούρες.

*
Ο χωρισμός είναι
το κουκούτσι
από ένα σκουληκιασμένο
κεράσι που το πετάς
πάνω στην πέτρα.
Δεν θα φυτρώσει ποτέ.

*
Την ακάνθινη ευφόρμπια
είχες στο μέτωπο
για στολίδι.
Αίμα δεν έβγαινε,
πύον δεν κυλούσε.
Άφευκτος ο θάνατος
ψιθύριζες κι οι δηλοί
κρύβονταν πίσω
από ένα κοπάδι
με αιγοπρόβατα.

*
Βύζαινες το δάχτυλο
κι ο ουρανίσκος σου
έδινε τέμπο
στο χορό των πεταλούδων.

*
Ποτέ δεν χώνεψες
το κοκκινόχωμα
έλεγες συχνά.
Σκιτσάρει πάνω
στα νύχια κόκκινες
σημαίες με βαριά κοντάρια
κι οι ηρωίδες σου κακοποιημένες
αποκοιμήθηκαν
τον ελαφρύ ύπνο
των αλαφιασμένων μουλαριών.  

Δευτέρα 12 Φεβρουαρίου 2024

Οι άπονοι χειμώνες

Πώς να ζεστάνω τα ορφανά
μου χέρια που παγωμένα
είναι και χιονίστρες γέμισαν
κι ούτε μία κίνηση
να εκτελέσουν
δεν μπορούν;
Ο ήλιος μακριά μου.
Κοντάρια θρυλικών μαχών
τον εξαφανίζουν.
Σύννεφα πολλά γύρω μου.
Πώς να τον βρω;
Ο ουρανός μου
προβιά λύκου αδιαπέραστη.
Κρυώνω κι όλα τα σώματα
του σύμπαντος με εγκατέλειψαν.

Το φεγγάρι που μαζί του
έκανα μάγια κάποτε
δεν με γνωρίζει πια.
Το παραμυθένιο του φως
δεν μου χαρίζει να ζεσταθώ
λίγο και τα χέρια να κάμψω.
Με τρεις τούμπες
έφυγε από κοντά μου
και στην ασίγαστη ροή
του ποταμού Αώου έπεσε
παιχνίδια να κάνει με
τις ασημένιες πέστροφες.

Παγώνω και σαν τελευταία
λύση στα άστρα καταφεύγω.
Μου βγάζουν τη γλώσσα.
Με περιφρονούν.
Πνίγονται στο γυλιό ενός
μεθύστακα που το δρόμο
έχει χάσει.
Εγώ που κάποτε τα μάζευα
στην ποδιά μου κι η μάνα μου
που όμορφα τα τακτοποιούσε
δίπλα στο γιακαδάκι μου
χάθηκε πια και δεν υπάρχει.
Κρυώνω γεναριάτικο ψύχος
βαρύ.

Αντί για χέρια πόσο
θα ήθελα κλαδιά ροδακινιάς
να έχω.
Να ανθίζω κάθε Μάρτη μήνα,
να προσκαλώ τις πεταλούδες,
να χορεύω μαζί τους
και σε διονυσιακές να πηγαίνω
τελετές.
Κι ύστερα στο λαμπρό
καλοκαίρι να καρπίζω
εύχυμους καρπούς.
Να σηκώνονται τα παιδιά
στα νύχια να με γεύονται.
Να έρχονται οι μανάδες
με τις φουσκωτές κοιλιές
να με τρυγούν.
Να καταφθάνεις κι εσύ
με το καλαμένιο σου πανέρι
απλόχερα να σε κερνάω
και συντροφιά να μου κάνεις.
Έτσι που να ζεσταθώ λίγο,
να μην πονάω και στους
άπονους χειμώνες να
σέρνομαι ανυπεράσπιστη
με χιονισμένα κι άκαμπτα
χέρια να σε αποζητώ. 

Δευτέρα 5 Φεβρουαρίου 2024

Η εκδημία

 Στην ακριβή σου εκδημία μαμά.

Τυμβωρύχοι και μεροληπτικοί
υπάνθρωποι μαμά
το δέντρο της ζωής σου
υπόσκαψαν και στο θάνατο
σε οδήγησαν εξάκλωνα μαστίγια
κρατώντας και νεκροκεφαλές.
Με ένα νεύμα τους απώθησες
στενάζοντας, δεν τους κάκιωσες,
τους συγχώρεσες όλους μαμά,
με την μεγαλοσύνη σου
τους υπερκέρασες.

Τρυφερά δυο χέρια σε υποδέχτηκαν
και σε βοήθησαν την Αχερουσία
να περάσεις οδό.
Λατρεμένα χέρια
του πρωτογιού σου.
Θρήνησαν για σένα.
Κωπηλάτησαν για σένα.
Μόχθησαν, αλώβητη,
στη χώρα των αγγέλων
να σε οδηγήσουν ξεχωριστή
για να πάρεις θέση
Δικά σου χέρια, σπλάχνα σου,
αίμα σου και ακατάπιοτο πένθος
στη μικρόβια πορεία σου.

Τώρα πάνω τους λικνίζεσαι
χαμογελαστή και λυτρωμένη.
Την πέτρα του θανάτου
σαν φτερό ανασηκώνεις
και την διανθίζεις με τα
λεβέντικα του Μαλεβού τραγούδια.
Η στερνή σου κι ακριβή
παρακαταθήκη απέναντι
στην ασημαντότητα μαμά
που σαν κόρη οφθαλμού
ορκιζόμαστε να διαφυλάξουμε για πάντα

Στη μητέρα που αναπαύτηκε την 1/2/2024.