Δευτέρα, 10 Νοεμβρίου 2008

η αφήγηση ενός ανάγλυφου παπύρου

Ανήμερα το πάσχα των "ημερομήνιων"
Κατά σύμπτωση αστόχησες
Αμβλεία η σκιά της ισορροπίας
Ξέχασες και τη πρόβλεψη στην ρίζα του λωτού
(Δεν είχε λοιπόν γιορτάσι φέτος)
Ανάστατοι δυο κολοσσιαίοι έκγονοι ήλιοι
Φυγάδευαν επιταφίους αλειτούργητους
Στη μικρή κάμαρα με τα εκθέματα
Του αναστάσιμου κούρου.
"Ενδεές το κλέος εντέλει"
Ένας αστροναύτης κυρτός
Πολιορκούσε μια σκεβρωμένη τεφροδόχο
- Αχρηματία αυγουστιάτικων τοπίων-
Πως να πληρώσεις;
Συστάσεις επίσημες και πρωτόκολλα
Ο αγησίλαος και ο επαμεινώνδας
Στόλισαν το βάζο σου με χαρτοπόλεμο!

Ταλαντεύτηκε χαρμόσυνα η πλάτη του αστροναύτη
Μια χειραψία θερμή..
Έχω ένα πάπυρο εδώ κρυμμένο
Λεία από ένα προσωπικό ταξίδι
Στον Μήλειο αστερισμό
Δώδεκα χρόνια δεν ξεστόμισα κουβέντα
Έλα παράμερα
Εσύ ο πρώτος που στο αποκαλύπτω
Το όνομά σου;
Μα τι λες;
Για τον προγονικό πάπυρο μιλάω
Θεατρινίστικη η καμπούρα μου
Ένας πάπυρος κι ένα κιτρινισμένο σεντόνι
Δεμένο σε σχήμα πουγκιού εργάτη υλοτόμου
Άρχισε να λύνει αιώνα-αιώνα το κόμπο
Σαν να φοβόταν μη και θραύσει
Το ενδοτικό κρύσταλλο της λέξης
Ή μήπως τα ακριβά συλλεκτικά του σερβίτσια;
"Ενδεές το κλέος εντέλει"

Σφιχτοκομπιασμένη η σινδόνη
Μιλούσες σε δόσεις παγωμένου ορού
Για το ξεθωριασμένο χιόνι της
Με την πικρία του ανθρώπου
Που ονοματίζει κορυφές
Πέρασαν δώδεκα χρόνια...
Όταν η σινδόνη παρεδόθη
Έλαμψε τυλιγμένος ένας υγρός σωλήνας
Φυσητήρας από τα γεύματα των άστρων
Ανύπαρκτος ο πάπυρος
Κι η καρτερία μας, ένα τσέρκι λεόντων
Την επαύριον στις πάνω πόλεις
Άναψαν νυχτέρια-ολυμπιακές φλόγες
Στον αέρα χόρευαν-πετούσαν τσέρκια αερόστατα
"Ενδεές το κλέος εντέλει"

Ντροπιάστηκε η φλόγα
Αδειανή η σινδόνη
Τυλίχτηκα
Έκανε κρύο μαρμάρινης εστίας
Κατέβηκα το σκαλοπάτι με τη σαΐτα
Κι έραψα διάφανα αποχαιρετιστήρια μαντήλια
Άφαντοι ο αγησίλαος κι ο επαμεινώνδας
Σύραμε δίπλες τους χορούς
Μια ορχήστρα μας συνόδευε από μακρυά
Στρώσαμε σε κύκλους τα τσέρκια
Και μελετήσαμε τη διάταξη της Ιστορίας
Το θυμιατό της δάφνης στο κέντρο
Χρωμάτιζε τους νεότευκτους παπύρους
αγησίλαε, επαμεινώνδα ναυτάκια μου
Ρίξτε άγκυρα!
Κούρνιασε ο αμέθυστος στον ορίζοντα
Ανάγλυφους παιδικούς παπύρους
(έχει γιορτάσι λοιπόν φέτος)

στη μαριάνα