Δευτέρα, 15 Δεκεμβρίου 2014

Ο,τι μας είπαν οι σκιές



Φοβηθήκαμε τις σκιές και κρύψαμε τα χέρια μας
Βαθιά στις τσέπες
Ήταν τα χρόνια ψυχρά κι εμείς μικρές φλογίτσες
Που σιγοτρέμανε σε εγκαταλειμμένες πλατείες
Ντυθήκαμε την παλιά κάπα του πατέρα να ζεσταθούμε
Βουλιάξαμε σε ένα παρελθόν με ύπουλα σχέδια
Δεν έπρεπε να αργοπορήσουμε μας περίμεναν
Αμήχανα κρυφοκοιτάξαμε τ' αγάλματα που μειδιούσαν
Και πάνω τους χαράξαμε την τελευταία μας λέξη να φωτιστεί
Ό,τι μας έκρυψαν οι σκιές ήταν κάποια μισοσβησμένα
Χνάρια που κανείς δεν πρόσεξε

Τα απογεύματα τραβάγαμε για τους καφενέδες
Φίλους δεν βρίσκαμε
Είχαν φύγει από παλιά σε μακρινούς προορισμούς
Σε οροπέδια με ανύπαρκτες οριογραμμές
Κάποιοι μας είπαν πως τους είδαν να φιλιώνουν με τ' άστρα
Και στα χέρια τους να εξέχουν κιτρινόμαυρα πηλήκια
Μιας εποχής αλλοτινής
Έτσι τους φέρνουμε τώρα στην μνήμη μας σαν σπάμε
Σαν παιδιά τραυματισμένα με ορφανές τις ματιές
Ό,τι μας φανέρωσαν οι σκιές ήταν δυο στίχοι εφηβικοί
Που κάποτε διαβάσαμε στις ασπρισμένες μάντρες της πατρίδας

Επιφυλακτικά αφήναμε στα ταχυδρομεία τις επιστολές μας
Πάντα ελπίζαμε σε έναν έστω παραλήπτη
Γιατί με τον καιρό τα λόγια μας βάρυναν τόσο
Ώστε έπρεπε ή να τα μοιραστούμε ή να τα αφήσουμε
Σε κάποιο σπλαχνικό ποτάμι
Μακριά να τρέξουν να πληγώνουν τους μαιάνδρους
Πανάκι να γίνουν ιστίο ελαφρύ
Σε βυθούς να φτάσουν κοράλλια αιμάτινα να νοιαστούν
Σε ρουφήχτρες νερού να παίξουν με τον ίλιγγο
Γιατί εμείς αν και φτωχοί αέναα θα είμαστε ταξιδευτές
Ό,τι μας ιστόρησαν οι σκιές ήταν κάποιες αλήθειες ξεχασμένες
Που με τον χρόνο κατέληξαν να τις περιπαίζουν οι πραγματιστές

Με κλώνους αγριελιάς σκεπάζαμε τα μνημεία μας
Είχαμε μάθει να κερνάμε τους νεκρούς μας πικρή μέντα
Ποτέ δεν μας λοιδόρησαν χαμογελούσαν ηττημένοι
Ξεδιάλεγαν τα δώρα που τους φέρναμε
Ένα φτερό ένα μολύβι μια σπασμένη πένα μια ζυγαριά ακριβείας
Όλοι αυτή προτιμούσαν
Σαν να ήθελαν να ζυγιάσουν το βάρος της φύσης τους
Ή των ονείρων τους καρπούς που άδειοι έμειναν πόθοι
Τα βράδια σκεπάζαμε τους καθρέφτες με λινά σεντόνια
Μην δούμε τα προσωπεία των νεκρών μες τη μορφή της σελήνης
Ό,τι μας είπαν οι σκιές ήταν ένας σπασμένος λόγος
Που ένας ακοντιστής άφησε για διαθήκη σε έναν στάσιμο κόσμο




Δευτέρα, 1 Δεκεμβρίου 2014

Ασκητική




Πληγώθηκαν τα πέλματά μου
Διαβαίνοντας γλιστερά μονοπάτια
Σχεδόν αιωρούμαι στην πέτρα
Σχεδόν φύομαι στα βράχια
Κυκλαμιάς δίχτυ που φυλακίζει το φως
Έτσι θωρώ της ζωής μου την σεπτή εικόνα

Ασκούμαι στα ύψη και πέφτω σε νάρκη γλυκιά
Κρύβομαι και φανερώνομαι
Σαν πουκάμισο πεσμένο στην πυκνή χλόη
Ρουφώ τον αέρα στολίζομαι άγρια φτέρη
Ανεβαίνουν οι παλμοί ξεφεύγω
Αδιαφορώ αν το ποτάμι θα αλλάξει κοίτη
Κυκλαμιάς πέπλο που ανάκλιντρο ντύνει
Έτσι αντικρίζω της ζωής μου το αρχαϊκό όνομα
Ψηλαφίζω τις ακμές του φεγγαριού
Εκείνες που το αίμα μου απέσπασαν
Σε χρόνους ιερούς
Τα δάκτυλα μου πυρσοί πολέμου
Οι φλέβες αιμάτινα πεδία φλεγόμενα
Δεν θα σου αποκρύψω τα μυστικά
Εγώ τα ύφανα με χρυσοκλωστή να τα ζηλέψεις
Κυκλαμιάς άνθος που στα ύψη φύεται
Έτσι ενθυμούμαι της ζωής μου το ανεμογύρισμα
Φυλακίζω τις σκέψεις και τις στρώνω με ομίχλη
Σε κελί παγερό τις ξεχνώ να θολώσουν την εικόνα σου
Επισκέπτομαι θόλους κι απ τα ύψη μιλώ
Δεν φοβάμαι την διπλή σταύρωση μου
Η ματιά μες τα άπειρα μήκη να χάνεται
Κι η καρδιά ελεύθερη στις νεφέλες
Να πεταρίζει σαν πετρίτης τυφλός
Είδα την σκιά μου στον φεγγίτη να στέκει
Κι από τότε μεσίστια την σημαία αναρτώ της ψυχής
Κυκλαμιάς πετρώδης μήτρα που χρυσάφι φως γεννάει
Έτσι θησαυρίζει η ζωή μου από ένα σου μόνο χάδι
Δημοσιεύτηκε στην ποιητική σελίδα "Οι ποιητές του κόσμου"
που διατηρεί ο φίλος ποιητής Στρατής Παρέλης και τον ευχαριστώ πολύ