Πέμπτη, 22 Ιουλίου 2010

οι έλικες της φαντασίας

Στις κορυφές του ήλιου σε συνάντησα
Εκεί που πνίγεται η πυραμίδα τουΤαΰγετου
Ακμαία και σθεναρή όπως πάντα
Χιόνι έπεφτε πυκνό κι ένας αέρας γρέγος
Φυσούσε δυνατά
Σωστή χιονοθύελλα
Στα εσωτερικά δώματα της ηλιακής μου
Ηλικίας άσπρα είδωλα μαγνήτιζα
Ένας χιονάνθρωπος περιέθαλπε με στοργή
Μια τρέμουσα ηλιαχτίδα
Σαν αυτές που συναντάς Σάββατο απόγευμα
Στα μανουάλια της Αγίας Θέκλας
Μια χιονοθύελλα στον ήλιο
Ταράχτηκες
Το σύμπαν είναι δικό μας σου είπα
Δεν υπάρχει γη ουρανός στερέωμα
Μόνο ο βυθός της καρδιάς
Και το τραγουδισμένο ηλιοκυκλάμινο
Του άπληστου Νοέμβρη
Περιέπαιξες τις επιλογές μου
Το τόπο διαμονής μου
Και την φουρτούνα των αποστάσεων
Κι άρχισες κάτι να ψιθυρίζεις αργά
Δεν σου μίλησα
Φοβήθηκα την προαιώνια έχθρα
Του σύννεφου
Όταν κοιμάσαι να ξέρεις ένας ηλίανθος
Κεντά με αίμα το προσκεφάλι σου
*
Από καιρό σου υπόσχομαι μια δεύτερη
Απόδραση στον ήλιο
Μόνο μάθε να ιππεύεις τον στίχο
Και την άχρονη αβεβαιότητα του ταξιδιού
Τη πρώτη φορά ήσουν πολύ φειδωλός
Άκουγες μόνο τα σφυριά του πυρήνα
Κι έκρυβες το βιολί και τα δοξάρια των αχτίδων
Στο αεροστεγές ερημοκλήσι
Χωρίς προειδοποίηση θα έρθω να σε πάρω
Στον ήλιο κατοικούν μόνο οι ποιητές
Και οι μακάριοι φοίνικες της ένδοξης πόλης
Μη φοβηθείς το υψόμετρο
Συγκλίνει με τα μάτια σου
Που ευωδιάζουν βουνίσιο τσάι
Μέντα και αλυγαριά
Δώρα πολλά θα σου χαρίσω
Στο κάτω - κάτω ένα ηλιοστεφάνι
Το δικαιούσαι
Μόνο που τα χέρια μου βιάστηκαν
Να το φτιάξουν
Το χάρισα αλλού
Στον μικρό επαίτη του Αυγούστου
Που τα μυαλά του λένε σάλεψαν
Από έρωτα βαθύ
Στις συκομουριές του ήλιου καινούριο
Θα σου πλέξω
Μην με αρνηθείς!
Πάντα στα όνειρά μου σχεδίαζα φωτοστέφανα
Γνωρίζω τη τέχνη της αγαθοεργίας καλά
Σίγουρα θα έρθεις μαζί μου
Στα φοινικόδεντρα της φαντασίας σου προσπέφτω
*
Στις εσχατιές του ήλιου λούονται
Νεκρά κορίτσια
Ηλιομήκυτες
Αναπαύονται στα σπλάχνα τους
Και μια ηλιόπετρα είναι ο επιτάφιος λίθος τους
Μην φοβηθείς το αδράχτι της μοίρας σου
Στα τραχιά μπράτσα της γέρικης ελιάς
Παραδώσου
Εκεί που ζει η νεροποντή των αχτίδων
Και πελώριοι έλικες που σπρώχνουν τη ζωή
Στους δρόμους της ηλακάτης
Βγάλε μόνο τον οψιδιανό από τις αποσκευές σου
Και κάποια τετριμμένα «σε αγαπώ»
Είναι δύσβατος ο δρόμος και ελικοειδής
Σαν το περίβλημα του κοχλία
Μόνο μη παραλείψεις τα ακούραστα μαντολίνα
Των τζιτζικιών και το σπασμένο
Γλωσσίδι της καμπάνας
Σίγουρα θα έρθεις με δυο φτερά χρυσαετού
Στο χέρι να σου στολίζουν τις παγωμένες
Αναμνήσεις
Κρησάρισε λίγο Φως για το δρόμο
Έτσι για προσφάι
Στις κορυφές του ήλιου σε συνάντησα
Εκεί που πνίγεται η πυραμίδα τουΤαΰγετου
Ακμαίο και σθεναρό όπως πάντα

Δευτέρα, 19 Ιουλίου 2010

αντικρίζοντας τον ουρανό

Τρεις κρυστάλλινοι άγγελοι έρχονται
Κάθε βράδυ στον ύπνο μου
Κρατώντας στα χέρια τους σταφύλια
Από τους στοιχισμένους αμπελώνες
Της Μεσογείου
Ο πρώτος σφυρίζει στο αυτί μου
Μελωδίες από το μάτι του αυλού
Ο δεύτερος απλώνει στα μάτια μου
Τις διάφανες βουκέντρες του μικρού χωρικού
Που πνίγηκε ένα βράδυ στην ουρά του σύννεφου
Κι ο τρίτος ο μικρότερος
Μελετά τα αρχαία πηγάδια
Ρίχνοντας πετραδάκι – πετραδάκι
Τις χρυσές μου ώρες στο στόμιο του φεγγαριού
Τρεις άγγελοι με βαριά φτερά μελετούν
Στα όνειρα μου
Τον παρελθόντα κάματο
Και της Αυγής το αγγείο
Αναγεννησιακά μωρά τους συντροφεύουν
Κοπέλες με αιματοβαμμένες φτέρνες
Όταν ξυπνώ αφήνομαι στο πέταγμα τους
Κρουστά μέλη υγιή και άλια
Ολονυχτίς τρεις άγγελοι μειδιούν
Στο προσκεφάλι μου
Με γκρίζα αστραπόμορφα σώματα
Ένα καλάθι με πέρλες και φίλντισι
Αφήνουν στο κατώφλι μου
Πώς να τους ζωντανέψω μέσα
Άκαρπους αμπελώνες του ουράνιου θόλου
Που ζω μεθυσμένη
Αντικατοπτρίζοντας τα κλειδιά του ουρανού
Στη δεξιά μου παλάμη
Τρεις απαγχονισμένοι άγγελοι μετέχουν
Στον θάνατο μου

Δευτέρα, 5 Ιουλίου 2010

οι κύκλοι του απογεύματος

Μια μέρα θα έρθω με ματωμένα
Βατόμουρα να σε βρω
Εσύ θα στέκεσαι όπως πάντα
Πλάι στο παλαιό λαβομάνο
Υποψιασμένος και ράθυμος
Κύκλους θα διαγράφεις στον αέρα
Με το επίχρυσο κουταλάκι
Του απογευματινού σου καφέ
Η περσική γάτα θα είναι στα πόδια σου
Λιπόθυμη κι αδύναμη θα επιζητεί
Τα χάδια σου
Αδιαφορώντας για το άρωμα σου
Και τις τρύπιες σου τσέπες
Μια καμπύλη θα σχεδιάζεις ύστερα
Στην μικρή φορτηγίδα που έχεις στο χολ
Τα χρόνια θα κολυμπούν μαζί με τους χάρτες σου
Ανάγκη για ταξίδι
Ή επαναφορά στο σώμα του πάθους;
Ας τελειώνουμε με τα ερωτηματικά
Τις όποιες προφάσεις
Και τις απίθανες ηχηρές απαντήσεις
Μετανοεί η σιωπή στο σύθαμπο

Μια μέρα θα έρθω με ματωμένα
Βατόμουρα να σε βρω
Το απόγευμα θα έχει μπει στο σπίτι
Από την ανατολική περσίδα
Και αναπαυτικά θα κάθεται
Στον σκαλιστό καναπέ
Σαν ερημίτης πλοηγός
Δεν θα τολμάς να το κοιτάξεις κατάματα
Μην και ντραπεί ή από φοβία στην τόση ομορφιά
Πάντα αγαπούσες τα μεστά απογεύματα
Τα παρομοίαζες με τα σκελετωμένα πιθάρια
Που έχεις στον κήπο σου
Ολογέμιστα με ατόφιο χρυσάφι
Ποτέ δεν κατάλαβα αυτή σου την υπερβολή
Τόσο χρυσάφι θα φοβίσει τις πεταλίδες
Στο σιντριβάνι της Αυγής

Μια μέρα θα έρθω με ματωμένα
Βατόμουρα να σε βρω
Ανταύγειες χρυσού θα σκορπούν τα μάτια σου
Ακουμπισμένα φιλήδονα
Στις κόγχες του ανέμελου Ιούλη
Θα σε αναγνωρίσω από τα ζουμερά
Πορτοκάλια που θα κρατάς στο χέρι
Ολομόναχος θα είσαι χωρίς επισκέπτες
Το λαβομάνο θα έχει σπάσει
Η περσική σου γάτα θα λαγοκοιμάται
Στο προγονικό καναπέ
Η φορτηγίδα θα επιχειρεί το παρθενικό
Ταξίδι της στις αμφικτιονίες του βορρά
Και στα πιθάρια του κήπου θα σκάνε
Ολόδροσες αγριοτριανταφυλλιές
Με χρυσά πέταλα
Μόνο ένα παιδί στην απέναντι αλάνα
Θα αντικρίζει τον ήλιο μέσα από το σπασμένο
Καθρεφτάκι σου υπνωτισμένο
Θα λυγίσω τα γόνατα να έρθω όσο πιο
Γρήγορα μπορώ
Μη φύγεις
Θα σταυρώσω με αγκάθια τις χελιδονοφωλιές
Της μοναξιάς σου
Κι από τα ματωμένα βατόμουρα οίνο γλυκό
Θα σου φτιάξω
Μόνο κρύψε το παιδί να μη δειλιάσει στο χιόνι
Των κύκλων του απογεύματος.