Τετάρτη, 27 Ιουλίου 2011

γυμνός καθρέφτης


Σε γαληνεμένους  ουρανούς
Επιθεωρώ τα φτερά μου
Μοιάζω σαν της χειρομαντείας το πέπλο
Ριγμένο στο οπάλιο γαλάζιο των χειλιών σου
Ευήκοος οπαδός στης στέρνας το αρχηγείο
Μετέρχεμαι στα σταθερά ύδατα της ενοχής
Επικάθεται στο πλευρό μου απαλά
Το ατσάλινο σύρμα της ομίχλης
Ενοχοποιώντας το σκοτάδι της ώριμης πεταλίδας
Ατλάζι αιχμηρό δένει τις αποστάσεις
Ανάμεσα στις λέξεις που ιδρώνουν
Κρύο αβοκάντο και πιπερόριζα
Σε φώναξα με τα ονόματα του Βόρειου Σέλαος  
Και με της καμέλιας το δίπτυχο σεντόνι
Κανείς δεν εκπυρσοκρότησε το λευκό ήμαρ
Της παρατεταμένης εκδούλευσης σου
Παιδιά με ξενυχτισμένες βλεφαρίδες
Κρατούσαν στα χέρια διαβήτες και αιχμηρούς κανόνες
Παρακολουθούσες με μάτια σκιερά
Τον αδούλωτο έρωτα των νεαρών δρομέων
Αφουγκραζόσουν τις αλπικές νύμφες
Στο γκρίζο μετάξι του λυγερού Ταΰγετου
Έπαιρνες τον δρόμο του γυρισμού
Περπατούσες με πόδια γυμνά
Στο προσήλιο μονοπάτι της μαύρης ράχης
Έδενες ένα δεμάτι στάχυα
Στο κόσμο της αναφορικής λαγόνας
Μοναχός ακροβολιστής της ερήμου
Χανόσουν ξανά στα νεφοσκεπή ακρογιάλια
Εκπαίδευες τους ανύποπτους γλάρους
Πάνω στους αναμμένους δίαυλους της μυλόπετρας
Έβγαζες ήχους παράταιρους όλο αιδώ και λάμψη
Και φώτιζες την μικρή πλάνη της ασπαίρουσας ηλακάτης
Πριονίζοντας τις φεγγερές  στιγμές της θρυαλλίδας
Μπέρδευες το χρωματιστό νήμα της ουράνιας πολιτείας
Και για μια φορά μόνο σιγούσες μπροστά στο κανάλι
Της απαγορευμένης αλήθειας
Ησυχαστής και μετεωριστής της επίπεδης αγκάλης
Έζωνες στα χέρια σου το άρμα της άγλυκης ανίας
Σαν μικρός Θεός έμπαινες στη μάχη των Τιτάνων
Σκορπώντας ασημένια δαφνόφυλλα στης Πυθίας το τέμπλο
Σκούπιζες το δάκρυ μπροστά στο καθρέφτη
Της εξαγιασμένης λήθης γυμνός ατραπός της αντανάκλασης
Μετανοούσες προσπέφτοντας στο αλγεινό μαρτύριο των επωδών
Μιλούσες μια γλώσσα ακατάληπτη στο βωμό του αστερία
Λέξεις ποιητικής αδείας από τα κρυμμένα άσματα του πένθους
Που ακούραστα μελετούσες τις νύχτες των χορωδών αμπελουργών
Διάβαζες τα μελλούμενα στην αυστηρή ωμοπλάτη της φύσης
Σαν πράσινος γυμνός ακροβάτης στην παλέτα της πλατείας
Κυκλοφορούσες μικρές συλλογές ποιημάτων
Μέσα στους δικαστικούς χιτώνες της αποκάλυψης
Νερά και βρύα κρύβανε την όψη των αστερισμών
Μαλάκωναν την άτεγκτη σύνδεση των αρματοφορέων
Στον μαγικό κόσμο της άλογης λαγνείας
Μια επίθεση στο άσπιλο κρατίδιο του έρωτα
Απέβαινε κρυφά στους εαρινούς αναστεναγμούς των οργασμών
Θέα ακριβή της ανθισμένης γαζίας στο ερημοκλήσι του μακρινού κάβου
Άνοιγες τα κρυφά ευαγγέλια των πόθων
Και απήγγειλες την ουσία των μυστικών προσευχών
Στο κήπο με τις λιλιπούτειες ορχιδέες
Ιερουργός και ναύκληρος της μοναξιάς
Αποσιωπούσες τον μέγα όρκο των στιγμών
Στον ανοιχτό πόντο με τους ιεροκήρυκες της στάχτης
Πονούσε το σώμα του παρθενικού αίματος
Και στράγγιζε την οργή της έκλυτης πεταλούδας
Πάνω στο μεσοφόρι της ανίκητης Άνοιξης
Αργοπορούσες μπροστά στη χώρα των οφθαλμών
Και έπαιρνες την τελευταία αμαξοστοιχία της αγάπης
Με προορισμό άγνωστο χαώδη στο βάλτο της Αφαίας
Χωρίς ποτέ να απαριθμείς τα λάθη των κεραυνών
Και των σεπτών αδερφών τα πλατύγυρα καπέλα
Μόνος και άμεμπτος μπροστά στη καντηλήθρα
Της απρόσμενης λατρευτικής χρείας
Πρόδιδες την απομακρυσμένη ματιά της μνημοσύνης
Δίπλα στον άνισο αγώνα της πέτρινης γύμνιας
Που πάντα ακούσια κυοφορεί της αορτής το στερνό ταξίδι
Σε γαληνεμένους  ουρανούς
Επιθεωρώ τα φτερά μου
Μοιάζω σαν της χειρομαντείας το πέπλο
Ριγμένο στο οπάλιο γαλάζιο των χειλιών σου