Σάββατο, 30 Μαΐου 2020

Μια στιγμή στο μηδέν

Μπορούμε να καμωθούμε για μια στιγμή ότι όλα κυλούν κανονικα ...

Μεσημέρι να έρθεις,
τότε που ο ήλιος κοιτάει κατάματα τη γη,
τότε που ο ουρανός ανοίγει διάπλατα κι αποκαλύπτει τους κήπους του.
Δεν αγαπώ τις νυχτερινές ώρες.
Μου προκαλούν ναυτία οι αναθυμιάσεις των άστρων.
Κοντά μου να έρθεις φορώντας το ξεφτισμένο σου τζιν,
κι εκείνο το χασεδένιο πουκάμισο που δεν λέει να παλιώσει.
Στα χέρια να κρατάς δυο γλαδιόλες στο χρώμα της τέφρας.
Αγαπώ τα σκούρα χρώματα και με φοβίζουν
οι λιλά αποχρώσεις πάνω στο νύχι του σύθαμπου
ή στα τριμμένα σανδάλια των αγαλμάτων.

Θα σε καλωσορίσω όπως καλωσορίζω τα ρόδα του Μάη.
Δώδεκα κρατώντας παπύρους κάτω από τη μασχάλη.
Εκεί οι μύθοι μου.
Εκεί τα ποιήματά μου.
Εκεί τα πρώτα μου ηδονικά βλέμματα πλάι στο υδάτινο φράκτη.
Βαμβακερά θα φοράω γάντια
κι η τράπουλα στο χέρι μου θα σου θυμίζει αλλοπαρμένη την απληστία της.
Πώς να σε περιγράψω αφού τόσα χρόνια λείπεις;
Έχεις το ίδιο μήκος στα μαλλιά;
Έχεις τα ίδια λακκάκια στα μάγουλα;
Φοράς εκείνο το ασημένιο σταυρουδάκι στο λαιμό;
Αν δεν σε γνώριζα θα μου ήταν άγνωστοι οι κυματισμοί στη θάλασσας.

Αύριο κατά τη μία το μεσημέρι θα πάω μια βόλτα στο κάστρο.
Στην πολεμίστρα θα σταθώ να με φωτογραφίσει η πιο λαμπρή αχτίδα.
Όμορφη θα μοιάζω σαν μικρή αμαζόνα την ώρα που κοιμάται,
ή καλύτερα σαν μια χωρική που σκουπίζει τον ιδρώτα του θέρους
με την σκληρή της παλάμη.
Αν είσαι εκεί θα σου χαρίσω ένα αντίγραφο.
Δική μου να κρατάς εικόνα, δικές μου να μαθαίνεις ιστορίες.
Μην ξεχάσεις τις γλαδιόλες.
Θα τις ακουμπήσω πλάι στο στέρνο μου.
Άκαμπτη να γίνεται η αριστερή μου πλευρά.
Νεκρικός να φαίνεται ο ίσκιος μου.
Γιατί αφότου έφυγες ένα κουρελάκι έγινα πάνω στη χλόη.
Ο σπόρος σκάει.
Ο δρόμος τελειώνει.
Οι διχάλες ξεγελούν.
Μην λαθέψεις.
Μια στιγμή μόνο στο μηδέν να μου χαρίσεις.

Τετάρτη, 27 Μαΐου 2020

Αλλιώτικη ζωή

Αποκωδικοποιήθηκε το DNA του ηλίανθου - Ελληνική Γεωργία

Απάγκιαζα στα χέρια σου,
είχε ζέστα εκεί κι ήταν γαλήνια.
Σταματούσε ο χρόνος.
Στα καλάμια της όχθης
ζευγάρωναν οι πελαργοί.
Ριγούσε το νερό στο ποτάμι.
Μια ρουφήχτρα.
Μια περιδίνηση.
και μια βαθιά ερωτική ανάσα.
Μας κοιτούσαν εξεταστικά
δυο κυπρίνοι.
Χαμογελούσαμε, αντέχαμε τα "σ' αγαπώ" μας.
Τρίβαμε τα χέρια μας ενθουσιασμένοι
σαν που τρίβει τα χέρια η μαία κατά την εξώθηση.          
Στην παλαίστρα μπαίναμε του πόθου,
ωραίοι σαν τους ηλίανθους πριν το δείλι.
Τραγουδούσαμε πάνω στους ήχους του ποταμού.
Χορεύαμε με γυμνά πόδια και σώμα λαμπαδιασμένο.
Κόβαμε καλάμια κι αυτοσχέδιους φτιάχναμε αυλούς.
Έρχονταν οι νεράιδες με τα πράσινα μάτια,
μας συντρόφευαν και μας έλεγαν τα μυστικά τους.

Ήταν ελαφρύ το χώμα κι ελαφριά η καρδιά.
Το πούπουλο στην ζυγαριά δεν είχε βάρος.
Ο κλέφτης στα λιβάδια μόλευε τις κόκκινες παπαρούνες.
Μάτωνε ο κόσμος και στα ενυδρεία τα ψάρια
έκαναν προσπάθειες διαφυγής.
Μαλάκωνε το σαπούνι στα χέρια του μικρού παιδιού.
Το μάλωνε ο κουρέας με το αετίσιο βλέμμα.
Όλα δικά μας κι όλα στα μέτρα μας.
Βγαίναμε στην επιφάνεια με κρουστά τα σώματα.
Πετούσαμε το νόμισμα κι ήμασταν τυχεροί.
Φορούσαμε βραχιόλια στα χέρια.
Πολλές οι μαργαρίτες.
Πολλές οι πευκοβελόνες.
Πολλά τα ταπεινά χαμομήλια.
Γιρλάντες δέναμε στα κλαδιά της λεύκας
Στην παλαίστρα μπαίναμε της χαράς με γυμνά τα σώματα.
Ο σπασμένος καθρέφτης του τρεχούμενου νερού
μας παρότρυνε τα αρχέγονα να λύσουμε αινίγματα.
Τα καταφέρναμε.

Απάγκιαζα στα χέρια σου
και δεν μιλούσαμε, οι ματιές είχαν το λόγο.
Τα κλειστά στόματα δίνονταν μόνο στα φιλιά
Μας αγαπούσαν τα αεικίνητα μερμήγκια
κι εμείς κλείναμε συμφωνίες με ανεστραμμένα τα φωνήεντα.
Ηχηρός ήταν ο κόσμος.
Γεννούσε ο αέρας μεγαλυνάρια.
Έσκουζε ο γκιώνης αγριεμένος.
Περίπολο έκαναν τα βατράχια στα βότσαλα.
Όλα γύρω διαλαλούσαν τον ερωτά μας
κι εμείς φωτιές ανάβαμε γιατί έρχονταν η νύχτα και το φεγγάρι απουσίαζε.
Κατέβαινε ο ουρανός να ζεσταθεί και χάρτινα κρατούσε φαναράκια.
Λεπτός ο υμένας του μας περιέβαλε με όνειρα.
Ήταν αλλιώτικη η ζωή σαν το μάτι του μάγου πριν βγει στο μπαλκόνι
της έναστρης νύχτας.