Δευτέρα, 15 Δεκεμβρίου 2014

ό,τι μας είπαν οι σκιές



Φοβηθήκαμε τις σκιές και κρύψαμε τα χέρια μας
Βαθιά στις τσέπες
Ήταν τα χρόνια ψυχρά κι εμείς μικρές φλογίτσες
Που σιγοτρέμανε σε φοβικές πλατείες
Ντυθήκαμε την παλιά κάπα του πατέρα να ζεσταθούμε
Βουλιάξαμε σε ένα παρελθόν με ύπουλα σχέδια
Δεν έπρεπε να αργοπορήσουμε μας περίμεναν
Αμήχανα κρυφοκοιτάξαμε τ' αγάλματα που μειδιούσαν
Και πάνω τους χαράξαμε την τελευταία μας λέξη να φωτιστεί
Ό,τι μας έκρυψαν οι σκιές ήταν κάποια μισοσβησμένα
Χνάρια που κανείς δεν πρόσεξε

Τα απογεύματα τραβάγαμε για τους καφενέδες
Φίλους δεν βρίσκαμε
Είχαν φύγει από παλιά σε μακρινούς προορισμούς
Σε οροπέδια με ανύπαρκτες οριογραμμές
Κάποιοι μας είπαν πως τους είδαν να φιλιώνουν με τ' άστρα
Και στα χέρια τους να εξέχουν κιτρινόμαυρα πηλήκια
Μιας εποχής αλλότριας
Έτσι τους φέρνουμε τώρα στην μνήμη μας σαν σπάμε
Σαν παιδιά τραυματισμένα με ορφανές τις ματιές
Ό,τι μας φανέρωσαν οι σκιές ήταν δυο στίχοι εφηβικοί
Που κάποτε διαβάσαμε στις ασπρισμένες μάντρες της πατρίδας

Επιφυλακτικά αφήναμε στα ταχυδρομεία τις επιστολές μας
Πάντα ελπίζαμε σε έναν έστω παραλήπτη
Γιατί με τον καιρό τα λόγια μας βάρυναν τόσο
Ώστε έπρεπε ή να τα μοιραστούμε ή να τα αφήσουμε
Σε κάποιο σπλαχνικό ποτάμι
Μακριά να τρέξουν να πληγώνουν τους μαιάνδρους
Πανάκι να γίνουν ιστίο ελαφρύ
Σε βυθούς να φτάσουν κοράλλια αιμάτινα να νοιαστούν
Σε στεφάνες νερού να παίξουν με τον ίλιγγο
Γιατί εμείς αν και φτωχοί αέναα θα είμαστε ταξιδευτές
Ό,τι μας ιστόρησαν οι σκιές ήταν κάποιες αλήθειες ξεχασμένες
Που με τον χρόνο κατέληξαν να τις εμπαίζουν οι πραγματιστές

Με κλώνους αγριελιάς σκεπάζαμε τα μνημεία μας
Είχαμε μάθει να κερνάμε τους νεκρούς μας πικρή μέντα
Ποτέ δεν μας λοιδόρησαν χαμογελούσαν ηττημένοι
Ξεδιάλεγαν τα δώρα που τους φέρναμε
Ένα φτερό ένα μολύβι μια σπασμένη πένα μια ζυγαριά ακριβείας
Όλοι αυτή προτιμούσαν
Σαν να ήθελαν να ζυγιάσουν το βάρος της ζήσης τους
Ή των ονείρων τους καρπούς που άσαρκοι έμειναν πόθοι
Τα βράδια σκεπάζαμε τους καθρέφτες με λινά σεντόνια
Μην δούμε τα προσωπεία των ξένων με τη μορφή της σελήνης
Ό,τι μας είπαν οι σκιές ήταν ένας σπασμένος λόγος
Που ένας αναμάρτητος άφησε για διαθήκη σε έναν ανάστροφο κόσμο




Δευτέρα, 1 Δεκεμβρίου 2014

ασκητική



Πλήγιασαν οι φτέρνες μου
Μονάζοντας στα γλιστερά μονοπάτια
Σχεδόν αιωρούμαι στην πέτρα
Σχεδόν φύομαι στα βράχια
Κυκλαμιάς δίχτυ που φυλακίζει το φως
Έτσι θωρώ της ζωής μου την ψυχρή εικόνα

Ασκούμαι στα ύψη και πέφτω σε νάρκη γλυκιά
Κρύβομαι και φανερώνομαι
Σαν πουκάμισο πεσμένο στην πυκνή χλόη
Ρουφώ τον αέρα στολίζομαι άγρια φτέρη
Ανεβαίνουν οι παλμοί ξεφεύγω
Αδιαφορώ αν το ποτάμι θα ανταμειφθεί
Κυκλαμιάς πέπλο που ανάκλιντρο ντύνει
Έτσι αντικρίζω της ζωής μου το αρχαϊκό άρμα

Ψηλαφίζω τις ακμές του φεγγαριού
Εκείνες που το αίμα μου απέσπασαν
Σε χρόνους ιερούς
Τα δάκτυλα μου πυρσοί πολέμου
Οι φλέβες αιμάτινα πεδία φονικά
Δεν θα σου αποκρύψω τα μυστικά
Εγώ τα ύφανα με χρυσοκλωστή να τα ζηλέψεις
Κυκλαμιάς θύσανος που στα πόδια τρίβεται
Έτσι ενθυμούμαι της ζωής μου το ανεμογύρισμα

Φυλακίζω τις σκέψεις και τις στρώνω με ομίχλη
Σε κελί παγερό να θολώσουν το χνάρι
Επισκέπτομαι  θόλους κι απ τα ύψη μιλώ
Δεν φοβάμαι την διπλή σταύρωση μου
Το μάτι μες τα μήκη να χάνεται πρέπει
Η καρδιά ασχημάτιστη στις νεφέλες
Να πεταρίζει σαν πετρίτης
Είδα την σκιά μου στον ήλιο κρυμμένη
Κι από τότε την σημαία αναρτώ στην ψυχή
Κυκλαμιάς βουνίσιο λαγούμι που χρυσάφι φυλάει
Έτσι θησαυρίζει η ζωή μου από ένα σου χάδι

Δημοσιεύτηκε στην ποιητική σελίδα "Οι ποιητές του κόσμου"
που διατηρεί ο φίλος ποιητής Στρατής Παρέλης και τον ευχαριστώ πολύ




Τρίτη, 11 Νοεμβρίου 2014

θρήνος



Απόστασαν οι θάλασσες
Μάζεψαν απ' την αρμύρα τα πελάγη
Μαύρο πετούμενο ο πόνος
Και πως να τον δαμάσεις
Σκύβεις δεν κλαις
Θυμάσαι αρχαία ναυάγια
Σκιές τυμβωρύχων
Και ένα κλειδωμένο σεντούκι
Με τα πιο ακριβά ενθύμια:
Του πατέρα το καπέλο
Της μάνας την εσάρπα
Του αδερφού την ψεύτικη διχάλα
Κι ένα τόπι πάνινο δικό σου

Εχτές πριν νυχτώσει
Κλάδεψες το γιασεμί
Στεφάνωσες κλαδιά
Την κρύα κάμαρα
Ο πόθος να επιστρέψει
Τα χρόνια να τραφούν με μύρα
Το μπαλωμένο σου πουκάμισο
Την ζεστασιά να πάρει του Ιούλη
Απόστασαν οι θάλασσες
Εκείνες που τρελά σε γύρεψαν
Θάμπωσε το ματογυάλι του φαροφύλακα
Το καράβι εξέπεμψε s.o.s
Θρήνησαν ως και οι βράχοι
Που έτρεφαν το αλάτι
Για του μετανοούντα το δείπνο
Κι εσύ δεν επέστρεψες
Μόνη διηγήθηκες τα άρρητα
Έτσι που γιγάντωσε η άσπρη σελίδα
Κι οι αστραπές φοβήθηκαν θανατικό

Απόστασαν οι δρόμοι
Θέλησαν κουβάρια να μαζευτούν
Καταποντίστηκαν πλακάτ πεζοί
Οι ταξιδευτές της ουτοπίας
Αναθυμήθηκαν ξάφνου
Το σπασμένο ραβδί του αρχηγού
Άνοιξαν οι φτερούγες
Των μάγων δρομέων
Να σκεπάσουν το σπασμένο κρανίο
Προφητικά πουλιά μίλησαν
Με λόγια θρηνητικά:
"Οι Θεοί θα βουβαθούν μπρος
στο πηγάδι με το λιωμένο μολύβι
και μόνο μια ψυχή λαγγεμένη
θα κρατήσει ψηλά
του ανθρώπου το κρυφό ορυκτό"
Προφητικά πουλιά μίλησαν
Κι η καρδιά του μαχητή
Τόσο μακριά πετάρισε
Που στα νέφη απίθωσε
Των ηφαιστείων την επιτύμβια λέξη
Να την ψαύουν οι αγγέλοι

Αφιερωμένο

Κυριακή, 2 Νοεμβρίου 2014

στη σχισμή του Φθινοπώρου



Χορεύουν τα πεσμένα φύλλα στην άσφαλτο
Μικρές καρδιές που ριγούν στην απώλεια
Χαμίνια που είδαν να σκίζεται το άδειο τους πουκάμισο
Χορεύουν κι οι άνεμοι στην εμπασιά του Νοέμβρη
Τρελοί χαρταετοί επισφαλείς στην ασφάλεια του κενού
Δίαυλοι παραδομένοι στην ουράνια τέρψη
-Δεν έχω ακόμα σχηματιστεί αργοπόρησα να βγω στα ύφαλα
Να μετρήσω τις μέρες και τα έργα που με θέλησαν μόνη-
Στη σχισμή του Φθινοπώρου άργασα τις γωνίες της σκέψης!

Διάφανα κρύσταλλα αντανακλούν τις φωτιές των άστρων
Στις μεγάλες νύχτες τις παγωμένες
Βρήκα μια πέτρα στρογγυλή απ' το αλώνι της πατρίδας
Την έβαλα φυλακτό στο στήθος
Μην και κρυώσει το παιδί στο ταξίδι
Μην και πονέσει του κύκνου ο λευκός λαιμός πριν την ωδή
Βρήκα μια πέτρα τραχιά απ' του βράχου το στόμιο
Την κράτησα στα χέρια σαν μωρό και την κανάκεψα
Μην και λείψει απ' τον κόσμο ο καλός αγώνας
Μην και αφανίσει η λήθη τα κομμένα μέλη των ερωδιών
Στην σχισμή του Φθινοπώρου συνέλεξα τους θησαυρούς της αγάπης!

Στάζουν οι τρύπιες στέγες στις παράγκες των φτωχών
Τα μεσημέρια αναχωρούν απαρηγόρητα προς το βορρά
Μελαγχολούν οι μανάδες με αδειανά τα χέρια και τα φθονούν
Προσπαθούν να ξεχάσουν οι προδομένοι την αδικία
Τρέχουν κόντρα στον άνεμο φωνάζουν λοιδορούν την πληγή
Παίρνουν τ' αλέτρι ξεφτούν την σκουριά
Η σπορά ν' αρχίσει να μιλήσει το χώμα ξανά
Μην και μείνει άκληρη η ιστορία και απαθής
Μην και ξεχάσει η ανατολή την ορθή της πορεία
Παίρνουν μαχαίρι προγονικό μαυρομάνικο
Στο μεσαίο τον κίονα την εντολή να χαράξουν
Έτσι που να αφήσουν μιαν κληρονομιά στους ενδεείς
Μιαν γραμμή καθάρια στον αφανή ορίζοντα για να διαβαίνουν
Στην σχισμή του Φθινοπώρου πλάνισα τα όνειρα μην και ψευτίσουν!


Παρασκευή, 24 Οκτωβρίου 2014

με συντροφεύουν οι πένθιμες ώρες σου



Δακρύζουν τ' αγάλματα
Λεπίδες πύρινες που σκίζουν τη πέτρα
Θυμήσου τον πόθο τον καταιγιστικό κι έλα...
Αναχωρούν οι νερομάνες πολυδαίδαλες
Αυλάκια να σκαλίσουν στα στήθη της κρήνης
Διέβλεψε την σκέψη των απόντων κι άφησε μακριά την λύπη...
Δακρύζουν κι οι σκληροί βοριάδες
Σαν απαντούν ορμέμφυτες ανατινάξεις στις πυραμίδες
Παραδέξου το πως ήξερες πόντο τον πόντο
Το υφάδι της χλαμύδας που ντύθηκα...

Εμένα άσε με μόνη
Να πλανιέμαι σαν αίολη νύχτα
Μοναχική κι απόκοσμη χωρίς πλησμονή
Να σφυρίζω τρελά σαν έλικας χαλασμένος
Εμένα άσε με εδώ
Επώδυνα μόνο να με συντροφεύουν
Οι πένθιμες ώρες σου
Αυτές τις ώρες που χρεία τις είχα μεγάλη
Μενταγιόν στο λαιμό να τις δέσω
Κλειδωνιά να τις κλείσω στα χείλη
Γιατί απλά σ' αγαπώ με τις διαστάσεις των θρύλων
Με τις επάλληλες ικεσίες των επαιτών σε ζητώ
Αν χαθείς οι αστερισμοί μου θα συγκλίνουν στο κενό
Μες στην χώρα των βυθισμένων φωνών θα με πάνε
Απλανής να χνωτίζω τα τζάμια μιας φαιάς τεφροδόχου
Και ζωή να χαρίζω ξανά στο ακριβό σου μονόγραμμα

Σκεβρώνουν τα γερτά παραθύρια
Όταν άστεγες μνήμες τα αγγίζουν
Σκέψου τα μικρά χαλικάκια στης ερημιάς το μπαλκόνι κι έλα...
Ανασκιρτούν τα αναχώματα της λήθης
Σαν να μέμφονται των σταυροφόρων την έφοδο
Φύλαξε την εικόνα του ήλιου στην παλάμη
Κι αφουγκράσου την πρώτη μας μέρα στον έρωτα...
Σκεβρώνουν τα οστά των πουλιών στα μεγάλα ταξίδια
Κι η αρμύρα συντρίβει τις λεπτές τους χορδές
Παραδέξου το πως ήξερες πόντο τον πόντο
Το υφάδι της χλαμύδας που ντύθηκα...



Τρίτη, 21 Οκτωβρίου 2014

νύχτες έρωτα



Καμπανίζουν τα αστέρια
Τις νύχτες του έρωτα
Σαν να θρυμματίζονται
Στο στερέωμα μοσχοκάρφια
Για του φτωχού το τραπέζι
Αυτού που ανύποπτα ίσως
Την ύστατη ώρα
Δεν ένιωσε και δεν εξετίμησε
Το φαρμάκι της απώλειας
Πάνω στο λαγώχειλο της μνηστής του

Περνούν μία μία οι σελίδες
Χωρίς καν να διαβαστούν
Το τέλος ευνουχισμένο
Απ' τα χωρία της αρχής
Κρύψε το πρόσωπο και κοιμήσου
Θα 'ρθει το φεγγάρι
Να σου κρατήσει το χέρι
Θα 'ρθει κι ο γαλαξίας
Να σου αλλάξει το νερό σε κρασί
Εσύ τον έρωτα φόρεσε
Κι η ιστορία σαφώς θα ξαναγραφτεί

Μεθούν οι εραστές
Με αρώματα κρίνων
Και σε νότες λεπτές νυχτολούλουδου
Ανασκιρτούν
Σκύβουν στο χώμα προσκυνούν
Πετράδια μαζεύουν της μοίρας
Για να πορεύονται
Κλαδεύουν μια φλέβα της γης
Και την κάνουν πηγή τους
Κι ορμητήριο για όνειρα ακριβά
Όμοια με τις πρώτες χαράξεις
Του σώματος στην κλίνη του έρωτα
Μεθούν οι εραστές
Κι έναν έναν αφήνουν τον οβολό τους
Στης αγάπης την χρυσή θυρίδα
Σαν ανάθημα στους ποιητές και στους χρισμένους

Είμαι μια τεντωμένη χορδή
Που χέρια πικρά την αγγίζουν
Εύηχη εγώ σπαταλιέμαι
Εύκαμπτη εγώ προσδοκώ
Ένα σου λόγο ερωτικό
Δώσε μου σχήμα
Πέρνα τον λόφο να 'ρθεις
Στο σκοτεινό μου κελί
Σκυφτή σε προσμένω
Σαν δορκάδα πληγωμένη
Σκύψε βαθιά στην πληγή
Δώσε μου μνήμη
Απ' το πλοκάμι να αποδράσω
Της λευκής αρνησιάς

Θέλω να λουστώ σ' ένα σου δάκρυ
Όμορφη και ποθητή να ξεκλειδωθώ
Μόνο για σένα



Παρασκευή, 17 Οκτωβρίου 2014

αναδρομή στο πρώτο μου ίσως έρωτα



Τρύπας τις νεφέλες
Με ακάνθινα βλέμματα
Περιπλάνηση το λες κι αναδρομή
Αλλά απατάσαι
Μια μικρή είναι εκτίναξη στο άχρονο
Με άδειες τις τσέπες της μνήμης
Κλίνη παραπληγικού
Παλάμη θανόντος
Λευκή κόμη ανέραστης κόρης
Να τι κρύβουν τα μάτια σου τις νύχτες

Ζεις στην σκιά και δεν υπάρχεις
Μπαλώνεις ιστούς και ξεγλιστράς
Κρύβεις ονόματα και διατέμνεσαι
Εσύ ο εκλεκτός των κολάκων
Ο ένθερμος υποστηρικτής της φενάκης
Ποιος σε έχρισε τιμητή της ποίησης;
Φορές φορές αναρωτιέμαι
Που κρύβεις το καλέμι
Που σε χρόνια γιορτινά
Σκάλιζες σε κορμούς αιωνόβιους
Τα πάθη και τους ιάμβους της ψυχής
Δεν αποφαίνεσαι
Πάλι ξεφεύγεις φτερό στον άνεμο ζυγιάζεσαι

Δεν μπορώ να διακρίνω την ζωή
Μέσα στα κρύα υπόγεια
Σταυρώνω τα χέρια
Δεν προσεύχομαι περιμένω
Οι κρίνοι μαράθηκαν γρήγορα
Μια αχτίδα φωτός που είναι;
Κάποιοι επιτήδειοι άρπαξαν τα κλειδιά
Μελαγχόλησαν τα ντιβάνια τα βάζα οι ίσκιοι
Και τα σκονισμένα βιβλία αθυμούν
Μελαγχόλησε και τα μικρό περιστέρι
Που έφερνε τα μηνύματα
Ποιος σε έχρισε τιμητή της ποίησης;
Πάντα θα ενημερώνω τους δήμιους
Για τις κρυφές παραχαράξεις
Στο κωματώδες μέτωπο
Πάλι ξεφεύγεις μελίανθος πεσμένος στην λάσπη
Ξέρεις η αδερφή της αμαρτίας
Είναι η αγάπη και δεν την τίμησες διόλου
Αχ πως ξεχνάς...

Μην απορήσεις αν δεις σ' όνειρο
Τους φρουρούς να απιστούν
Είναι που θα αναδεύω τα τελευταία δηνάρια
Είναι που θα χαλκεύω τους χάρτες
Είναι που θα κρυφακούω τα μυστικά
Να μην βρεις την χαραμάδα που ψάχνεις
Να κρατηθείς ορθός και πολέμιος
Μην απορήσεις λοιπόν
Τα κάστρα πέφτουν από μέσα πάντοτε
Όταν εσύ θα πέφτεις
Εγώ θα γονατίζω στο φως
Όταν εσύ θα απαγγέλλεις τους στίχους σου
Εγώ θα στεριώνω το καρφί στην παλάμη
Κι όταν εσύ θα δακρύζεις
Εγώ θα αναπολώ τον πρώτο μου ίσως έρωτα
Που σαν παλιά αμαξοστοιχία
Στις ράγες θα μπαίνει ξανά
Φεύγω δυνατή και αιθέρια
Μόνο που σου αφήνω ένα χώρο στεγνό
Για να κλάψεις
Αυτόν της ξενιτιάς και της αφάνιας....

Συμμετείχε στο καθιερωμένο πια και τόσο ποιοτικό Συμπόσιο Ποίησης 
που διοργάνωσε υποδειγματικά η φίλη Αριστέα και ολόθερμα την συγχαίρω



     

Δευτέρα, 6 Οκτωβρίου 2014

μικρά πορθμεία


*
Πράσινη μέρα
Σ' αγκυλώνει μ' αγκάθια
Ήλιος κραταιός
Λιπαίνει τους κάκτους
Ανθοφορία

*
Ο ποιητής συνάντησε
Έναν κύκνο αχνοφέγγιστο
Η λίμνη ξέβραζε
Στίχους ψιμύθια
Αμφιλύκη

*
Στον νότο
Στοιχειώνουν τα τοιχία
Ένας αρχάγγελος
Επιβλέπει τα όνειρα
Ελευθερία

*
Πορτοκαλάνθια
Στα μαλλιά σου
Σαν ωριμάσεις
Καταιγίδα θα σε γευτώ
Αναμονή

*
Φεγγριστή η κάμαρα
Μην πεις την αλήθεια
Μελάνι θα γίνει
Για τους αθανάτους
Ανταμοιβή

*
Μια πλώρη θυμάσαι
Κι ένα κατάστρωμα
Γυμνό ένα πέλμα να ακολουθεί
Ράθυμους κυματισμούς
Ονειροπόλημα

*
Πέτα τον γάντζο
Φεγγάρια να πιάσεις
Έρωτες αρχαίους
Σκουριά του χαλκού
Αποστασία

*
Σειέται ένας φίκος
Η καμέλια μπουμπουκιάζει
Νερά φθινοπώρου
Σε σέπια μελαγχολίας
Αναστοχασμός

*
Τρεμίζει ένα δάκρυ
Κίτρινη η παρειά
Υποδέχεται τους ψαλμούς
Όλα αποδομούνται
Παράδεισος

*
Όταν πλαγιάζεις
Θερμό ένα ρεύμα στο αίμα
Σου υπογραμμίζει
Την κρυφή αμαρτία
Αναγέννηση

*
Σε ουράνιο
Περιβόλι σε πήγα
Στων άστρων τα πολυβολεία
Να δώσεις το σύνθημα
Ανακατάληψη

*
Χάλκινα όργανα
Χοροί που διπλώνουν
Ξεχνάς το μαντήλι
Τολμάς να αγαπάς
Ανασασμός

*
Φοβόσουν τους κούρους
Τα άλκιμα μέλη
Τα κόκκινα στάδια
-Οικτρά πως μιλούσες-
Πενιχρότητα

*
Σιωπούν οι ποιητές
Οι αμαζόνες διπλώνουν τα βέλη
Κλειστές οι αυλόπορτες
Στα δειλινά νησιά
Εγκαρτέρηση

*
Στα μικρά πορθμεία
Μετράς με παλάμες
Τα κουφάρια των γλάρων
Δρεπανηφόρος άνεμος
Ξιφουλκείς τις φωτιές των παλμών
Συγκομιδή

Συμμετέχει στο δρώμενο "η στιγμή σου σ' ένα ποίημα"
στην σελίδα της Μαρίας Ν 




Δευτέρα, 1 Σεπτεμβρίου 2014

σαν έφυγες...




Ανασκιρτά η καρδιά
Φεύγει ένα πλοίο
Αιμάτινη η σκέψη
Κι η προφητεία δεν βγήκε...
Ξιφουλκώ χαμένες μελωδίες
Και σε αποχαιρετώ επηρμένη
Απ' του πόνου την γοητεία
Μη με γυρέψεις

Έχω μια φωτογραφία σου παλιά
Δεν ξέρω πως είσαι τώρα
Έχω και μια ανάμνηση
Καμένου σπίρτου σαν σε σκέφτομαι
Οι φλόγες δεν θα αργήσουν
Να επιτελέσουν το έργο τους
Φύλλο στον άνεμο σκαιό
Φαιό λουλούδι
Σχεδίασα εκεί με κιμωλία
Την σπίθα της ματιάς σου πριν χαθείς
Μη με δώσεις

Λευκό τραπεζομάντηλο
Λευκή βουκαμβίλια
Ανοιχτό ένα βιβλίο
Τα ποιήματα τραυματισμένα
Ψάχνω ένα αστέρι
Κι έναν μαγικό καθρέφτη
Εκεί να σε γνωρίζω
Εκεί να σε ποθήσω
Άυλο να σε παρατηρώ
Χωρίς να σε ζητώ
Μη με παρηγορείς

Στα σύννεφα βγήκα
Στους ωκεανούς κοιμήθηκα
Στους γλάρους είπα μυστικά
Κι ύστερα φύτεψα ένα δέντρο
Στο πλέγμα των λίθων
Δεν περιμένω καρπούς να μου δώσει
Μα να χαράξω στον κορμό του
Μια μέδουσα να με φυλάει
Απ΄του καιρού τις αναθυμιάσεις
Μη με σώσεις

Στην υψικάμινο της λαγνείας
Παραδόθηκαν τα στερνά φιλιά σου
Δεν σε πίστεψα
Δεν σου δόθηκα
Έμεινα πάναγνη κι αληθινή
Τώρα ακουμπώ στα τοιχώματα
Της φυλακής μου καπνίζοντας
Πεθαμένο καπνό
Σιωπώ σαν δρόμος απόμερος
Μεθώ σαν εθισμένος ναύτης
Αν με δεις γύρνα μου πλάτη
Θα σε κλείσω σε μαύρο κέλυφος
Παντοτινά να σε έχω
Μη με αποζητάς

Κι αν δεν μου κράτησες το χέρι
Δεν με πονά καθόλου
Έχω την ζεστασιά σου και το χνάρι σου
Κι έναν αέρα στην ψυχή μου
Απ' την ανάσα σου πριν ακόμα φανείς
Όταν σε γεύομαι στ' όνειρά μου
Γλυκαίνουν οι ρίζες μου
Θέλω μικρή να γίνω ξανά
Σχεδόν παιδί να πιστεύω στα παραμύθια
Και στους δράκοντες
Ίσως έτσι σε αναστήσω στο αίμα μου
Και σε ξανάβρουν τα κύτταρα μου
Μη με ακολουθήσεις

Σαν έφυγες
Γκριζάρισαν οι πέργκολες
Με τα αναρριχώμενα φυτά
Κάηκαν τα ριζώματα του γιασεμιού
Και η μπιγκόνια μαράθηκε
Κι εγώ
Έμεινα να κοιτώ δυο βότσαλα
Που στριμώχτηκαν
Στου μπάτη το καπέλο
Αν προφτάσω εκεί θα ζωγραφίσω
Ένα μαχαίρι κι ένα φεγγάρι
Από εκείνα που μου είχες χαρίσει
Να οπλίζουν με φέγγος τη ζώνη σου
Μη με ξεχάσεις

Πικρή η στέπα  η άμμος γόνιμη 
Εκεί ανθώ μες στον θυμό μου!





Κυριακή, 10 Αυγούστου 2014

με το βλέμμα στραμμένο πίσω...



Στον πευκώνα έπεσε
Βαρύ το πούσι
Ξετυλίχτηκαν τα μαύρα κουβάρια
Κι έμεινα να θυμιατίζω με στίχους
Τις χρυσές αλυσίδες των ανέμων
Που στα πρώιμα χρόνια
-Ενδίδοντας στις αιτιάσεις των αγγέλων-
Επάξια με έχρισαν
Συνοδό τους κι αποστάτη μαζί!

Ένα κομμάτι ουρανού
Κάποιες φορές ανοίγει μπροστά σου
Τα γαλαζωπά παράθυρα
Της έμπνευσης
Κι εσύ απλά
Επιτελείς το αδήριτο χρέος
Να ονοματίσεις την ουτοπία...

Λευκό υφάδι
Μαλλιά ατίθασα
Ψυχή διαυγής
Τι επίθετο ταιριάζει
Στην ηλικία της νεότητας
Που να μην προδίδει
Και να μην εντοιχίζει σε περιστύλια
Την ελευθερία της γύμνωσης!

Άκου το σήμαντρο
Άκου το αηδόνι
Άκου τον τροχό της άμαξας
Μόνο πέτα αυτό το στολίδι
Ιταμά θα σε πλησιάσουν
Οι στρατιές των ληστών
Να σε πουλήσουν στα ντόκια
Για μιαν λίμπρα βαμβάκι
Βουτηγμένο στην λήθη...

Κέραμοι σπασμένοι
Χάντρες του αβεντουρίνη
Μάρμαρα στιλπνά
Μια ανάσα ηδονής
Το πρόσωπό σου φαιό
Σαν παραπέτασμα κελιού
Σκιάζει το χάρτη της ειμαρμένης μου
Προτάσσοντας μικρά ειδώλια
Με μορφές αποτρόπαιες...
Νέες πληγές εμφυτεύεις
Στο σώμα της νοσταλγίας
Κι εγώ σε απωθώ
Με το βλέμμα στραμμένο πίσω!

Στο στερέωμα ζω
Σε κρηπίδες ουράνιες γονατίζω
Σε δέντρα αστραπής καρπίζω
Κι όταν η γη με ζητά
Αφήνω την εσάρπα μου απαλά στο χώμα
Να νοτιστεί από τ' αίμα
Κι ύστερα χαλικάκια πετώ
Στο ουράνιο δίσκο
Να μην χάσω τον δρόμο της μέθεξης...

Πλέκω πανέρια με λυγαριές
Αφουγκράζομαι κρυφές ανάσες
Ενδημώ σε κουρσεμένους βυθούς
Δεν φοβάμαι να ονοματίσω τον πόνο
Στα πανέρια μου μέσα φυλάσσω
Του αλφαβηταρίου το νόθο παιδί
Σαν μεγαλώσει και γίνει ο διάδοχός μου
Εγώ θα δραπετεύσω
Στις φλέβες της καρίνας
Τον χυμό μου να αφήσω
Κι ένα εισιτήριο από ένα ταξίδι άδειο!

Έχεις χρόνους που έφυγες
Τρομάζω να θυμηθώ τα μάτια σου
Τρομάζω να πω τ' όνομά σου
Πετούμενο γίνομαι αποδημητικό
Δεν κρώζω δεν πετώ δεν φεύγω
Μόνο φωλιάζω στις μαρκίζες
Να μην βραχεί η μελάνη
Που πότισε τα στήθια μου
Με της γραφής σου τα σπαθιά...

Έλαβα το σήμα
Την απάντηση δεν την έχω
Έτσι που αποτραβήχτηκαν οι σκέψεις
Δεν περιμένω τίποτα άλλο
Παρά να γεμίσουν
Οι στέρνες του φεγγαριού
Και μ' απλωτές να φθάσω
Στους ανοιχτούς κρατήρες
Να απομυζήσω ρευστό το αλάτι
Αυτό που μου ξυπνάει της μνήμης τ' αγρίμι
Στα τροπικά της μοναξιάς μου βράδια!



Κυριακή, 3 Αυγούστου 2014

έκρυψα τα φεγγάρια μου σε ιστού σημαία



Δεν ξέρω πότε αποκόπηκα απ' τα φεγγάρια μου
Πάντα ερευνώ τις συνθήκες και τα αίτια
Αυτά που με πλάνεψαν
Αυτά που με κοίμισαν σε λυτρωτικά όνειρα
Κι ίσως κι αυτά που τράβηξαν την αλυσίδα του αίματος
Και με άφησαν πεινασμένη να παρατηρώ έναν ασκό σκισμένο

Είναι στιγμές που μεθώντας με μουσική
Μεταλλάχτηκα σε άδειο σπασμένο αγγείο
Πάνω μου χαραγμένες αστρικές μορφές χρησμοί και μύθοι
Ένα παιδί κρατάει το χερούλι σφιχτά
Ένα άλλο ξεφτάει τις παραστάσεις
Κι ύστερα φεύγουν αποκαρδιωμένα γιατί δεν είδαν
Τον άγγελό τους να πετά πάνω απ' τα κρύα μνήματα

Πεζοπορώ πάνω σε δρόμους με συστάδες γιούτας στο πλάι
Πουθενά δεν στεριώνω
Αν και στην Ανατολή κατευθύνομαι
Μικρά πουλιά με ακολουθούν τιτιβίζοντας
Είναι οι χαμένες μου απολαύσεις
Εκείνα τα χρόνια που μειδιούσαν ως κι οι κορμοί των δέντρων
Σαν τους πλαισίωναν τα χέρια του γρέγου
Πίσω δεν κοιτώ
Άλλωστε τα χρέη μου τα ξεπλήρωσα και με το παραπάνω
Μόνο βαστώ ακέραιη τη χάντρα της μνήμης στο κόρφο
Εκεί μάλιστα χάραξα πριν φύγω το ψηφίο της απάρνησης

Είμαι αφοσιωμένη στους πυράκανθους
Προς στιγμή στήνω γιατάκι
Για μια νύχτα μοναχά
Στην σαθρή επιφάνεια της αργίλου
Ανακινώ την σφαίρα της μοίρας
Τίποτα δεν σαλεύει
Είμαι ταγμένη στη οδύνη των κύκνων
Άσματα με ακολουθούν νεκρών στρατιωτών
Και μια μπέρτα ολόγεμη με φυλαχτά
Κρύβεται πίσω από τους θάμνους της λίμνης
Να μην την θωρώ κι αναπολώ την χαμένη μου αθωότητα

Τώρα δεν φοβάμαι να αρνηθώ
Ακόμα και τις ημέρες που σπατάλησα στα ψεύδη
Κρατάω στην καρδιά το μαραμένο μυρτολούλουδο
Απ' τα λιβάδια τα άκαρπα της πατρίδας
Μιαν εικόνα της θάλασσας πριν την παλίρροια
Κι έναν ήχο κεραυνού που με γοήτευε από παιδί
Τώρα δεν φοβάμαι να ακούω τα βραδινά αλυχτήματα
Των μοναχικών ψυχών στις νεκροπολιτείες
Έκρυψα τα φεγγάρια μου σε ιστού σημαία
Και δακρυσμένη γονάτισα στο χώμα περιμένοντας την πυρκαγιά


Τετάρτη, 23 Ιουλίου 2014

ακούω στα όνειρα τον χτύπο του παιδιού της Παλαιστίνης που πέθανε



Ματώνουν τα σπλάχνα
Φωνή δεν βγαίνει
Μία χούφτα σκληρή σκορπίζει τον σπόρο μακριά
Ένα παιδί κρατώντας μια τρύπια μπάλα
Έπαιζε στο ξέφωτο χτες
Τώρα μάχεται στο χώμα θλιμμένο
Να αναπνεύσει ζητά
Της ζωής να ενώσει το ρήγμα
Που οι άνομοι άνοιξαν πάλι
Την μικρή αδερφή του
Απ' το χέρι να πάρει στους μεγάλους τους δρόμους να πάνε
Να σηκώσει της μάνας την πίκρα
Να λειάνει την βαθιά της ρυτίδα
Και το δάκρυ να σφουγγίξει της πέτρας
Που βουβά την διαβρώνει
Της επιστήθιας πέτρας
Που στη ζέστα της έγερνε τα γλυκά καλοκαίρια
Να ονοματίσει το κακό που διανέμει την γη του

Φλογίζεται ο νους
Καπνίζει το τσουκάλι της οργής σιγανά
Ανασκιρτά η καρδιά
Ένα παιδί με γρατζουνισμένα τα γόνατα τρέχει
Σε ουρανού γειτονιές κυανές
Σε λωρίδες ανέμου λεπτές
Και σε χέρσα λιβάδια με ηφαιστείου κρατήρες
Ένα παιδί που σφαγιάστηκε άδικα
Πριν προλάβει το αίμα να ακούσει
Πριν να λύσει της καλής του το αίνιγμα
Πριν δονήσει την φύση του το μεγάλο το κάλεσμα
Ένα παιδί μοναχό
Χωρισμένο σε χίλιες ακτίνες
Όχι ήλιου ακτίνες θερμές
Αλλά νήματα κρύα στου θανάτου το πέπλο υφάδι σκαιό
Που σκεπάζει τη θεία μορφή και το πρώτο της ώρας του ξάφνιασμα

Πονούν τα βλέφαρα
Οι ίσκιοι πυκνώνουν
Το ταξίδι αργεί
Ένα αγγελούδι κρατά λεμονάνθια
Κάτω από την φτερωσιά του
Λεμονάνθια του γάμου απ' τους μπαξέδες εκείνους
Που στα κλωνιά τους πάνω δραπετεύανε τ' άστρα
Μην και λείψει το φως της ειρήνης
Η καλή καρτερία
Η γλυκιά προσμονή
Η ζεστή η ασφάλεια
Ένα αγγελούδι με μάτια μπλε
Με χείλη ρόδινα κι έναν άγουρο πόθο στα στήθη
Ένας επίγειος Θεός που συντρέχει τα ρόδα
Και γεμίζει τις άπατες στέρνες
Η θύρα η κέδρινη που ανοίγει το βιβλίο της αγάπης
Η καταπακτή που μέσα της φυλάμε ζωντανά τα όνειρα των παιδιών
Που στη μέση κοπήκαν αναίτια από καπνού μανιτάρι
Πριν προλάβουν να μεθύσουν με οίνο χαράς
Και ν' ανοίξουν στο πράσινο φως σαν βεντάλιες χρυσές να απλωθούν
Στης πατρίδας το χέρι θυμωμένα στιλέτα να γίνουν

Παγώνει της σελήνης το τόξο
Λυγά η σημαία δακρυσμένη
Το αγκάθι κουμπώνει τα χείλη
Ένα παιδί γονατίζει στην άμμο
Να ξεθάψει πολέμου οβίδα
Να την κάνει σπιτιού ανθογυάλι γιασεμιά να του φέρει
Να γελάσει η μάνα ξανά σαν μωρό χαρωπό
Φλοκωτά να υφάνει στολίδια
Να γελάσουν κι οι δρόμοι
Να λουστούν στον ασβέστη και στην δροσό της αυγής να πνιγούν
Ένα παιδί σαν όλα τ' άλλα της γης
Το παιχνίδι ν' αρχίσει ξανά
Με την τρύπια του μπάλα και την μπλε του ματόχαντρα
Την ευτυχία να στοχεύσει το καλό ριζικό της γενιάς του
Με τη σφεντόνα τη παλιά του παππού του
Τον Θεό του να κάνει συμπαίχτη
Κι ο Θεός να του πει παραμύθια για τις νύχτες τις χίλιες
Στης Αστάρτης τους κόρφους μες σε εσθήτες λαμπρές
Το μυστικό να του μάθει τραγούδι του αγώνα τον κρυφό αναπαλμό




Κυριακή, 20 Ιουλίου 2014

άνθισαν οι βραχόκηποι πλάι στην θάλασσα



Με χέρια τρεμάμενα και πικρά
Στεριώνω σκόρπιες παγίδες
Στα μέρη εκείνα που θα περάσει
Ο ιριδίζων κόκκος της αυταπάτης
Έτοιμη συναντώ ξανά τα θαύματα
Ήρθε ο καιρός της πολιορκίας
Έφθασε η μέρα της αναμέτρησης
Στην θάλασσα κατοικούν πάλι οι μνήμες
Στην στεριά ακούγονται ακόμη τα πριονάκια των γρύλων
Κι εγώ καταδιωκόμενη με ψεύτικα όνειρα κυκλοφορώ
Σε μονοπάτια που με πηγαίνουν σε χώρες που μάτωσαν χρόνια πριν...

Τολμώ να κοιτάξω προς το πυργίσκο του ήλιου
Χωρίς να τυφλώνομαι
Τολμώ να φωνάξω το ρήμα που κατακαίει τα νέφη
Χωρίς καμιά ανάσα
Μα εκείνο που καταφέρνω καλύτερα απ' όλα
Είναι να ατενίζω καθαρά τα πορθμεία που το ταξίδι τάζουν
Ήρθε ο καιρός των εξεγέρσεων
Έφθασε η μέρα των μεταμορφώσεων
Κουκούλι με ντύνει
Αθώρητη έγινα
Μικρή χρυσαλλίδα
Και αλλάζω χατιρικά το σχέδιο στον χάρτη του κόσμου...

Άνθισαν οι βραχόκηποι πλάι στη θάλασσα
Βγήκαν οι κυκλαμιές πάνω στα βουνά
Ακούς που τροχίζουν τα σπαθιά τους τα πεύκα
Έτοιμη συναντώ ξανά τα θαύματα
Τώρα αιωρούμαι μαγικά πλάι σε χάλκινα τόξα
Τώρα ασπάζομαι μια μόνη θρησκεία: Της γης το βιβλίο
Τώρα φυγαδεύω τους νεκρούς μου
Και ξαποσταίνουν τα μνήματα απ' των δακρύων τον κάματο
Πως γίνεται ενώ ξεμακραίνω
Ξανά να επιστρέφω στην πηγή
Λαβύρινθος νέος χαοτικός
Κι εγώ βηματίζω τυφλά
Πειράζω τις ώρες τις μεθώ με ρακί
Αργούν τα χρόνια να με βρουν εδώ κάτω
Πλίνθοι με ζώνουν
Ναοί με καλούν
Μητέρα του άγους με χρήζουν
Σκοντάφτω στην πέτρα και απ΄την ρωγμή ξεπροβάλλει
Η πρώτη αχτίδα του νέας σελήνης
Αφήνομαι στην πλέρια αγκάλη κι εκεί αποθέτω χρυσή τη σπορά...

Τολμώ να τραβήξω τα γκέμια της μοναξιάς
Χωρίς να ιδρώσω σταλιά
Τολμώ να ονοματίσω την κοίτη με τις σποριές του θανάτου
Χωρίς να ντραπώ
Μα εκείνο που καλύτερα χειρίζομαι απ' όλα
Είναι να πιλοτάρω μικρά πλεούμενα στα άσπρα νησιά
Ήρθε ο καιρός των εκπλήξεων
Έφθασε η μέρα της ανταμοιβής
Κι εγώ αρματωμένη φυλάω την πύλη
Εχθρός δεν διαβαίνει
Κι οι χώρες που αγάπησα με τόσο πάθος
Ματώνουν μονάχα
Στην έλευση του παιδιού που η δόξα με δόρυ χρυσό το πληγιάζει...


Σάββατο, 5 Ιουλίου 2014

έλα με τις νεφέλες του πρωινού να σκεπάσεις το σώμα μου



Λιγόστευσαν σιγά - σιγά των οιωνών τα σημάδια
Εκείνα που κρυφά εμπιστευόμουν και σταθερά μου αποκάλυπταν
Την καλή προοπτική του ποθούμενου ερχομού σου
Δεν απορώ και δεν αναφωνώ - στιγμή δεν τα μέμφομαι
Τα σημάδια κανακεύονται ζεστά και ζουν εμπύρετα
Μόνο μέσα σε αγκάλες που ποτέ δεν γνώρισαν την τέφρα
Σχέση καμιά δεν πλέκουν και δεν προσδοκούν
Με εκείνες τις μελλοθάνατες στιγμές των εραστών
Που απαρνιούνται τα τρελά ηλιοβασιλέματα
Τα άδεια από φωνήεντα ποιήματα
Τα ναυάγια μπροστά στις λευκές ξέρες των σπηλαίων
Τους άγριους κούρους των αρχαϊκών ναών
Που σκαπανείς έφεραν στο φως σε καταστάσεις παράκρουσης!

Ωστόσο ξέρε το ήμουν κι εγώ κάποτε πέρα απ' την άλλη όχθη
Εκεί που φύτρωναν φλισκούνια μέντες κι αγριαψιθιές
Ήμουν εκεί μαζί με τις παλέτες μου
Να αναμειγνύω τα χρώματα που σ' αρέσανε να θυσιάζεις
Στο πρώτο ερωτικό πλάγιασμα του Αυγούστου
Ζωή να δίνεις τρισδιάστατη και καλειδοσκοπική στον κόσμο μου
Κάτω από τη ερυθρή σελήνη και την φαιά άμμο
Να χτυπάς με βουκέντρα πεισματικά το χάσμα των ρωγμών
Ήμουν εκεί στων χρωμάτων τη περιπέτεια  παραδομένη
Στο κόκκινο του πόθου που ακολουθούν τα ιερά μαντέματα
Στο σμαραγδί της ελπίδας που οι κόρες στα οράματα τους βλέπουν
Στο λιλά της μούσας που στο βλέφαρο κατοικεί
Και τέλος στο κυανό της απεραντοσύνης που τα νησιά δεν παύουν να λιξεύουν
Τώρα το γκρίζο κυριαρχεί και το υποκύανο στην ζωή μου θάλπει
Αλλά μην αργείς έλα
Έλα με τις νεφέλες του πρωινού να σκεπάσεις το σώμα μου
Που στα δίχτυα των δακτύλων σου κάποτε πληθωρικό κατοικούσε!

Πλάθω την εικόνα σου με σκληρότητα τις νύχτες
Και ξάφνου την χάνω καθώς αποποιούμαι την ακάνθινη καρδιά των διαδρομών
Μένω να κοιτώ σφαιροειδή τα κομμάτια μου
Σε ένα επαναλαβανόμενο ψηφιδωτό δίπλα σε σέπιες κατεστραμμένες
Αποχωρώ μήπως λύσω τα κλειδωμένα μυστικά σου
Κι εσύ χωλός ενδίδεις στην ψυχρή στιγμή της απάρνησης
Απομακρύνεσαι σαν πικρή προσευχή που κλείνεται σε χείλη αμαρτωλά
Βλέννες καλύπτουν τα μέλη που δεν άγγιξα
Πύο σκεπάζει τις στέπες που δεν είδα
Αίμα ρέει στους ποταμούς που απέταξα
Κι ένα φαρμάκι πικρό κοχλάζει σε φλέβες που δεν διέτρεξαν κύκλους
Αλλά εγώ ορθή ναι, θα σταθώ μόνο για σένα
Έλα μην αργείς έλα ξανά
Να διακόψεις της νυχτερίδας τον περίπλου στο σπασμένο κρανίο
Να ξεντύσεις το παιδί που ανοιχτές οι πληγές του κακοφόρμισαν
Έλα μην αργείς κι εγώ θα γίνω ουρανός με αχνές νεφέλες
Αναπότρεπτα να με ζητάς και να με κανακεύεις σαν λιανόφτερο πεταλούδας χρυσής!




Δευτέρα, 30 Ιουνίου 2014

απέχω απ' τις μέρες του σύννεφου



Χαλίκια παντού
Στρογγυλεμένα βότσαλα
Τα πέλματα να γελούν ξετρελαμένα
Στην θηλυκή επιστροφή της πέτρας
Δεν είναι μακριά η θάλασσα
Οι ήχοι των κυματισμών
Φτάνουν ως εδώ με λίγες αντηχήσεις
Από γέλια παιδιών
Οι αμμουδιές με καλούν
Όπως καλώ τις καλές νεράιδες
Τις νύχτες που σφίγγει ο κλοιός της ζωής
Απειροελάχιστη έγινα για να με ψάχνεις στο χάρτη σου!

Περιεργάζομαι βουβή το στέμμα του ήλιου
Κλέβω μια αχτίδα μικρή
Την φορώ στην μέση σαν κορδέλα
Ποιος σου είπε πως δειλιάζω την νύχτα
Δες με πως λάμπω ιριδίζουσα μεμβράνη
Ξεσφίγγω τα χέρια
Δεν είναι μακριά η θάλασσα
Δεν προσεύχομαι απλά επιτηρώ
Την καταιγίδα που φτάνει
Ποιος θα το 'λεγε
Εγώ που απέχω απ΄τις μέρες του σύννεφου
Να απειλούμαι απ' των δακρύων το εικόνισμα
Ξεσφίγγω την ζώνη
Ηλιογέννητη έγινα για να με θέλεις τις νύχτες!

Συνεπαρμένη βαδίζω στο φως
Αόρατοι άγγελοι με περιστοιχίζουν
Μουδιάζουν οι ώμοι
Τα άκρα πονούν
Τα μαλλιά μου γέμισαν χώμα αργίλου
Φυτρώνουν πανσέδες
Στις γύρω πρασιές
Η γη με εκδιώκει
Δες με πετώ με φτερά σκονισμένα
Η γη με αποβάλλει
Τινάζω την κόμη
Φυκιάδα λουσμένη με φως
Με άρχει το φέγγος
Δεν είναι μακριά η θάλασσα
Περιστρεφόμενη πεταλούδα σε λυχνία
Τους κύκλους μετρώ στην λευκή σου αγκάλη
Μεθώ με ηδονικές εκτινάξεις
Απεριόριστη έγινα να με μετράς στα πελάγη σου!

Σου χρωστώ ένα ταξίδι
Μου χρεώνεις μια ζωή
Σκάβω στις θίνες πονάει η αρμύρα
Κλειδώνει την σκέψη τον πόθο στοχεύει
Δεν είναι μακριά η θάλασσα
Σφυρίζει ανοιχτά ένα καράβι
Δένω τον μπόγο μου σφιχτά να μακρύνω
Ξεχνώ τη καρδιά να ποτίσω
Σε βλέπω που φτάνεις σκυφτός
Συνεπαρμένη τρέμω σαν διάφανη μέδουσα
Ανοιχτά ένα καράβι
Σινιάλα δεν ξέρω
Στο κύμα πετώ
Αδιάφορη σχηματίζω στα πέλματα δίχτυα
Ψαρεύω υδάτινες κόρες κρουστές
Φιλιά αρρωστημένα
Αλαργεύω κι εσύ προσπερνάς σπασμένος τροχός
Αόρατη έγινα να με πενθείς με λυγμούς στα όνειρά σου!

Συμμετέχει στο δρώμενο " Η στιγμή σου σ' ένα ποίημα" της  Μαρίας Νι
όπου θα απολαύσουμε πολλές και σημαντικές φωνές




Τρίτη, 24 Ιουνίου 2014

ο τόπος μας



Οι δρόμοι μας είχαν φραγκοσυκιές στα άκρα
Σειρές πολλές κατάφορτες με άνθη κίτρινα
Και μαραμένους καρπούς σε χρώματα ψυχρά
Δείλιαζαν τα χέρια μας να τις αγγίξουν
Πλήθαιναν κι ογκώνονταν τα ριζώματα τους
Ξέφευγαν κι απλώνονταν παντού σαν κόνδυλοι
Αιμορραγούσε η γη στο διάβα τους
Και το μάτι μας γίνονταν κόκκινο σαν το μάτι της αγρύπνιας
Τρυπούσαν τα αγκάθια τους το στέρνο της γης
Τρυπούσαν και τα πληθωρικά όνειρά μας
Κατέβαινε η μάνα μας την σκάλα και μας ψηλάφιζε
Ο φόβος της ένας: μην ξεχάσουμε ανοιχτή την πληγή
Και δραπετεύσουν οι λογισμοί κι οι καλές μοίρες της φασκιάς μας!

Οι κήποι μας είχαν πορτοκαλόδεντρα και νεραντζιές
Πλούμιζαν τον Απρίλη με ευωδιές κι άνθη
Κατεβαίναμε τους όχτους και τραβούσαμε στον ποταμό
Μαγεμένοι απ' τα αρώματα να ξεπλυθούμε
Να γαληνέψει και να πραΰνει το άστρο της ψυχής
Μη και διακτινιστούμε και χαθούμε σε σχηματισμούς τυφλούς
Έρχονταν οι κυράδες με τα φλογάτα μαντήλια
Μας μάλωναν και μας νουθετούσαν
Έρχονταν κι οι μικραγγέλοι και μας φώναζαν
Κρύβοντας στις φτερούγες τους τις εντολές
Κι εμείς ελεύθεροι παίρναμε χαλικάκια και μικρά όστρακα
Περιφράζαμε τα δέντρα στήναμε αιώρες αυτοσχέδιες
Συνομιλώντας με τις καλές νεράιδες των ρυακιών
Έτσι κατακτούσαμε έναν πόντο γης που οι μεγάλοι απαρνιόνταν
Κι είχαμε φως κι είχαμε μάνες γελαστές στις αυλές μας
Κι έναν μεγάλο προορισμό: να πιάσουμε την ανέμη
Και να υφάνουμε με σαΐτα αργυρή τον πρώτο της ζωής μας ανάπαιστο!

Ο τόπος μας ήταν περίκλειστος από ασημένια λιόδεντρα
Κούρντιζε στις λόγχες τους ο ήλιος την άρπα του
Και σθεναρά μας πολιορκούσε τα μεσημέρια
Χιλιάδες χρώματα χιλιάδες ήχοι πλάγιαζαν μαζί μας
Κάτω από την πλούσια κρεβατίνα γλυκαίνοντας τον ύπνο μας
Βγαίναμε στους αγρούς το απόγευμα με μικρά σπιρτόκουτα
Να φυλακίσουμε θέλαμε εκεί του καλοκαιριού τον μόχθο
Τζιτζίκια και χρυσόμυγες και μικρές πεταλίδες
Σαν να ήταν η τσέπη μας κομμάτι του παραδείσου
Και η παιδική μας καρδιά ένα μεγάλο ελικοδρόμιο
Ανεβαίναμε τ' αψήλου  χανόμασταν στα ακροκέραμα τ' ουρανού
Μαζεύαμε πόντο πόντο των νεφών τα ασημένια σήμαντρα
Κουδούνιζαν οι γειτονιές αχνογελούσαν οι γερόντοι στους καφενέδες
Και έπιναν τον καφέ τους παρέα με τις χαρτορίχτρες
Η χαρτωσιά έδειχνε πάντα την ζωή την αγάπη και τον έρωτα
Κι εμείς χορταίναμε την πείνα μας με τα χαμόγελα της Αφροδίτης
Κρυφοί αναστεναγμοί κρυφά συναπαντήματα στα υποστατικά μας
Κι απορούσαμε πως και δεν νοιώθαμε το βάρος της αδικίας
Που είχε χτυπήσει τις πόρτες των πατεράδων μας
Είχαμε το κλειδί αυτό που μας άνοιγε τις καστρόπορτες των βουνών
Κι εκεί πλάι στις πολεμίστρες γεμίζαμε με μπαρουτόσκονη τα μεγάλα κανόνια
Έτσι που ξάφνου ανάβρυζε το λάδι στα κιούπια μας και πλήθαιναν ξανά τα αγαθά μας!

Στα σύνορά μας ενδημούσαν τα δροσάτα αμπέλια μας
Δύναμη αντλούσαμε απ' τους γλυκούς χυμούς τους
Κεχριμπάρια στολίδια φτιάχναμε με τους καρπούς τους
Στρώναμε λινά αεράτα τραπεζομάντηλα στα τραπέζια μας
Και ακουμπούσαμε τα πανέρια σεβαστικά
Έρχονταν τα σπουργίτια κι οι σπίνοι και τσιμπολογούσαν
Σφίγγονταν η καρδιά μας απ' την χαρά και την μέθη
Και στήναμε διπλούς χορούς δίπλα στα αναμμένα ρακοκάζανα
Μοσχοβολούσαν οι αυλές μας νωπό ασβέστη πάστρα γιασεμί κι αγιόκλημα
Τα απογεύματα τραβούσαμε για τα ξωκκλήσια την μετάληψη να ετοιμάσουμε
Να γευτεί ο κόσμος όλος της σάρκας μας και του αίματος μας την ευλογία
Χαμογελούσαν οι θλιμμένες Παναγίες και μας χάριζαν μικρά φωτοστέφανα
Κι εμείς πλανεμένοι τριγυρνούσαμε στα σοκάκια
Της δικής μας Εδέμ σαν νέοι μάρτυρες
Έτσι γνωρίσαμε τον Θεό την ανοικτή αγκάλη και τον θάνατο
Αλλά εκείνο που μάθαμε πιο καλά ήταν το νυκτερινό τραγούδι των γρύλων
Πάνω στους ρυθμούς τους συνθέταμε τα δικά μας λιανοτράγουδα
Τα γράφαμε σε μικρά χαρτιά τα κλείναμε στα σεντούκια μας
Κι όταν έρχονταν οι γιορτές τα τραγουδούσαμε στις πλατείες
Κι ομόρφαιναν τα πλακόστρωτα κι άστραφταν οι γειτονιές
Κι ο κόσμος γίνονταν μαγικός σαν την σάρκα του ροδιού
Ήταν τότε που στο ρολόι του καμπαναριού σήμαινε η μεγάλη ώρα
Η ώρα των ποιητών με τις παιδικές καρδιές!


Συμμετέχει στο δρώμενο " Η στιγμή σου σ' ένα ποίημα" της  Μαρίας Νι
όπου θα απολαύσουμε πολλές και σημαντικές φωνές



Παρασκευή, 20 Ιουνίου 2014

σπονδή στο Θέρος




Χαρισμένο στην Αριστέα

Ήταν ένα σύννεφο αχνό στην γυάλα της δύσης
Ένα χέρι που αγγελοκρούει το πέτρινο σήμαντρο
Κάτω στον κάμπο και χάνεται
Τα κορίτσια που ερωτεύονται κατάφορτες αγριαπιδιές
Στης μέρας το ζεστό κόρφο και μελένια γίνονται φωτάκια
Σε παραθαλάσσια κέντρα
Οι μικρές Παναγίες των ακτών με τα διάφανα δάχτυλα
Δεν ήταν μύθος που υποβόσκει
Ήταν το Θέρος το φεγγερό ...

Ήταν δροσιά αρμύρα φρεσκάδα
Πέπλα γαλαζοπράσινα που ο ζέφυρος ερωτεύεται
Κορμιά που πάλλονται λέξη που αποκρίνεται
Ήταν η μέθη η παραζάλη και το άγος
Το κρυφό μονοπάτι που σε αρνήθηκα
Και μετά σε απόκτησα για να σε ανακαλώ
Δεν ήταν τα βρύα που στην πέτρα σκοντάφτουν
Ήταν η θάλασσα η γλυκοφιλούσα...

Ήταν το γιασεμί το φτερούγισμα των γλάρων η μυρωδιά
Του κίτρου
Το ανάχωμα που εντός του βρήκε η κόρη το χρυσό περιδέραιο
Του Ιουλίου
Η σπονδή που στον δικό του Θεό κατέθεσε
Το μικρό ναυτόπουλο
Στου άλμπατρος τη φτερούγα ένα ανέμισμα φωτιάς
Το οχυρό της σμέρνας που σπαράσσεται απ' το κύμα
Δεν ήταν οι άνυδρες συκιές και το κρυφομίλημα στον καθρέφτη
Ήταν το Θέρος το ποθητό...

Ήταν τα βράχια που λαξεύονται απ' τον άνεμο
Η χρυσή πλεξίδα που έχασε η αδερφή μες στα δίχτυα του χρόνου
Το θαμπό μανουάλι το θησαύρισμα της γης και το τρίποδο του ήλιου
Τα κρινάκια που σπλαχνίστηκαν τη μοναξιά μας
Και αργά βημάτισαν
Δεν ήταν η αργυρή αστραπή στην οπλή του Κένταυρου
Ήταν η άμμος η πολυσυλλεκτική...

Ήταν το κλεφτοφάναρο κι οι πυγολαμπίδες
Στο μέτωπο του Αυγούστου
Η πέτρα η στιλπνή που θυμίαζε το φεγγαρόφωτο
Ήταν οι όρκοι που πατήθηκαν και ποτέ δεν ξεστόμισες
Το πτερύγιο του δελφινιού που γαλάνιζε πλάι στην μπλε σημαδούρα
Το κοχύλι που σε οδήγησε στα άχρονα πάθη
Κι η γιρλάντα του βασιλικού
Δεν ήταν η επιγραφή που το νύχι αφήνει στον πάγο
Ήταν το Θέρος το αργοσάλευτο...

Ήταν το πανέρι κι η γαλαζόπετρα που απ' την θάλασσα ανεβάσαμε
Μιαν νύχτα αστρόφεγγη για προσκεφάλι
Τα παιδιά που μάτισαν και συναρμολόγησαν τραγουδώντας
Τα δυο ημισφαίρια
Η σχισμή που αλαργεύει κι ο πικρός μισεμός
Η μικρή σαλαμάνδρα που αγρυπνά στην καρίνα
Δίπλα στο " έχει ο Θεός"
Δεν ήταν η αμαζόνα με τα χρυσά τα σπιρούνια
Ήταν τα καράβια τα πολυτάξιδα...

Ήταν οι θεριστάδες και το ιδρωμένο μαντήλι
Τα σκίνα που φορτώθηκε ο μικρός αγωγιάτης για στέγη του
Ήταν ο φώσφορος η αυγή κι ο μυχός του αστερία
Πλάι στον αμπελώνα το σούρπωμα
Ήταν ο πετρόμυλος το ψωμί το φιλί κι ο καημός μας
Το λαχούρι που σαν άμφιο σκέπαζε το δάκρυ της στάμνας
Δεν ήταν οι άκανθοι κι οι στερνές προσευχές
Ήταν το Θέρος το αυτοκρατορικό!

Αυτή είναι η συμμετοχή μου στο 4ο Συμπόσιο Ποίησης της Αριστέας
όπου για άλλη μια άλλη φορά συγκεντρώθηκαν μοναδικές συμμετοχές
από τους φίλους και τους θιασώτες της Ποίησης!

Το παραπάνω ποίημα φιλοξενήθηκε στην σελίδα Ποιητές του κόσμου 
του αγαπημένου φίλου ποιητή Στρατή Παρέλη και τον ευχαριστώ πολύ!


Πέμπτη, 19 Ιουνίου 2014

βράχια και θάλασσα

53699-The_Shore_of_the_Turquoise-Sea.jpg

Βράχια και θάλασσα και στενωποί
Χαμηλές πτήσεις στην κορδέλα της άμμου
Μια αστραπή που τρυπάει τον χαλκό της δύσης
Με χίλιες πύρινες γλώσσες - κρύψου στα νερά
Διπλώνω τα χέρια
Απασχολώ το μυαλό
Ματίζω τις φλέβες μου
Σκοτάδι πλοκάμι μαύρο αφαίμαξη
Τι ήταν εκείνο το καλοκαίρι παραπάνω από την εικόνα σου
Που καθέλκυσε η μνήμη μου απ' το παρελθόν

Βγαίνω με κόκκινο μεσοφόρι γιορτινή
Στον παράδεισο της ασβεστωμένης ράχης
Ένα γλαρόπουλο σκυφτά με ακολουθεί
Τι γυρεύω εγώ στην ομορφιά
Τι καρτερώ πριν τη φυγή
Τι ανασκαλεύω στους όρμους να βρω
Απουσία πόνος αμυδρός καταστολή
Τι ήταν αυτό το καλοκαίρι παραπάνω από ένα θυμίαμα
Που οι άγγελοι πρόσφεραν στον έρωτα των λιμανιών

Στο σπίτι τα φώτα σβηστά αδρανώ δεν λυγίζω τη μέση
Στους δρόμους περνά ο τελευταίος διαβάτης
Ένα ασήμισμα είχε η μορφή σου χτες
Σαν να ήσουν ποταμός και νέφος της βροχής
Σε αγκαλιάζω και στάζω
Σε χαιρετώ και ανατέλλω
Σε ενθυμούμαι και θωρώ ένα άστρο
Ανάμνηση κλαυθμός νεογνού υπεκφυγή
Τι ήταν εκείνο το καλοκαίρι παραπάνω από ένα πλησίασμα
Που μια πεταλούδα επέτρεψε πάνω από το δάκρυ σου

Καρδιοχτυπούν τα φύλλα της φιλύρας την νύχτα
Δεν βλέπω όνειρα των χτύπων αποζητώ την επαφή
Βγαίνω στον κόσμο λουσμένη με μύρα και λάδι μυρτιάς
Να φανεί περιμένω το παιδί που αδυνατεί να κλάψει
Να απλώσω τα χέρια να ξεχάσει την χαμένη γενιά του
Ασπάζομαι το χνώτο της πικρής μοίρας
Αποποιούμαι το βλάστημο βλέμμα
Σηματοδοτώ τις εκτάσεις που αποψίλωσε ο άνεμος
Ανακολουθία πατρίδα θυμωμένη φονικό
Τι ήταν αυτό το καλοκαίρι παραπάνω από κονιορτός
Που μια άμαξα μεσαιωνική ανασήκωσε στα χαλάσματα

Το φέγγος της σελήνης αποχωρίζομαι γελώντας
Τυφλή παρατηρώ τους απίθανους ακροβατισμούς των άστρων
Ξεχνιέμαι σε μια σκιά κι εκεί στήνω το κάστρο μου
Καθρέφτες πολλοί να αντανακλούν τα σφάλματα
Και τα λόγια που δεν αποτόλμησες να πεις
Κι ένα μεγάλο λαβομάνο να ξεπλύνω τα αίματα
Αυτή η μόνη μου περιουσία αυτό το μοναδικό μου ταξίδι
Σε ανασαίνω με στήθος βαρύ
Σε κυνηγώ με φτερωσιά γερακιού
Σε ακουμπώ με δάκτυλα που υφαίνουν την λήθη
Αποχωρισμός δόνηση της γης ερημιά
Τι ήταν εκείνο το καλοκαίρι παραπάνω από μια συνθήκη
Που έκλεισα με τα στρατεύματα που η ιστορία απέφυγε να ανασυντάξει


Συμμετέχει στο δρώμενο " Η στιγμή σου σ' ένα ποίημα" της  Μαρίας Νι
όπου θα απολαύσουμε πολλές και σημαντικές φωνές



Πέμπτη, 12 Ιουνίου 2014

η μόνη στιγμή



Στάσου μια στιγμή μόνο
Τώρα που έμαθα να ψιθυρίζω
Τ' όνομά σου χωρίς να πονώ
Μια στιγμή σου ζητώ ακέρια δική μου
Να ξεκουρδίσει η καρδιά
Το ρολόι της ατέρμονης επανάληψης
Μήπως κι έτσι λησμονήσω
Της αρμύρας το πεπρωμένο
Που με διώκει
Μικρή εγώ κι ανυστερόβουλη
Γρικώ τους χτύπους κι αναστρέφω
Της μνημοσύνης το πικρό κύμα 
Κι επάνω του καλπάζω ανέμελος άνεμος
Που τελικό καταφύγιο βρίσκει σφυρίζοντας
Στα γαλάζια σου παραθύρια που σφαλιστά παραμένουν στην κραυγή μου

Στάσου μια στιγμή μόνο
Τόσο που να διαγράψω δειλά
Ένα κύκλο στο άγιο σου σώμα
Τόσο που απ' το δισκοπότηρο σου
Να μεταλάβω την ύστερη πράξη
Μεγάλη πράξη του εραστή θανάτου ομολογία
Την ευλογία να έρχεσαι
Στου ύπνου μου τα πέπλα
Δεν την χωρά της καρδιάς το ανασκίρτημα
Χάνομαι σαν μάγισσα που το ξόρκι
Δεν λύνει κι άφατη λύπη
Πλήττει του έρωτα το κατακόρυφο βύθισμα
Πλεούμενο εγώ με σπασμένα άρμενα
Αφήνομαι σε πελάγη ανοιχτά
Λαθραίος επιβάτης
Σπάζω σε ύφαλα και σε ξέρες δονούμαι
Κι εσύ παρατηρητής σε λέμβο ξύλινη
Αναδεύεις την ακύμαντη δύση
Με χέρια που ανεξέλεγκτα παραμορφώνουν τον ορίζοντά μου

Στάσου μια στιγμή μόνο
Μέχρι να βρω ένα ραβδάκι
Να ανακινήσω του γαλαξία
Το ασημένιο ποτάμι να πλυθείς
Μετά έλα μαζί μου ξανά
Σου έφτιαξα όχθες
Πνιγμένες στις ιτιές και στα πλατάνια
Να ξαποστάσεις στον ίσκιο τους
Σου έφερα βότσαλα
Να σκαλίσεις των ποιημάτων σου
Τα πικρά νοήματα
Κι ακόμα λυγαριές σου έφερα
Διπλά να πλέξεις την ανεμόσκαλα
Που στην σελήνη καθάριο θα σε φέρει
Εκεί να σε βρω αιθέριο
Μες στους κρατήρες απαγκιασμένο
Να αφηγείσαι στις φεγγαρόπετρες
Τα μυστικά που μου 'κρυψες λόγια

Μια στιγμή να μου χαρίσεις μόνο
Μια μόνη στιγμή
Κι εγώ θα απλώσω
Το ολοκέντητο σεντόνι
Να σκεπάσεις τα χρυσά προσωπεία
Που τόσο σε φόβιζαν από παλιά
Κι ένα ματσάκι αγριοβιολέττες θα σου φέρω
Απ' την χαράδρα του Αίμου
Να λάμπει μωβ η ευωδιά
Μπροστά στα φιλήδονα χείλη σου
Γιατί με κύκλωσε ξανά η ομορφιά
Κι έχω ανάγκη να κλάψω για λίγο έστω
Πάνω από το θάμβος του φιλιού σου
Πρώτο φιλί στερνό φιλί
Κι ο σπαραγμός σφιχτά μπλεγμένος
Στο απροσδιόριστο μήπως
Επανεκκινεί συστολικά τον κρυμμένο πόθο μου
Σε χαράκια κυκλικά απουσίας
Πως να σε βρω;
Πρέπει να τρέξουν τρελά οι θύμησες στου χρόνου την δίνη
Μην και προλάβω να μπω προσκυνητής
Στον δικό σου υπερώο
Που ανενδοίαστα ένας λιθοξόος αλλάζει αέναα την γεωμορφία του

Έλαβε μέρος στο δρώμενο της Φλώρας "Παίζοντας με τις λέξεις"
όπου συγκεντρώθηκαν υπέροχα κείμενα για ακόμα μια φορά
αποσπώντας την αποδοχή πολλών και τα θετικά σχόλια τους!

Πέμπτη, 29 Μαΐου 2014

αντιθέσεις και συνάφειες



Ι
Εμείς μαχαίρια δεν μεταχειριστήκαμε ποτέ
Έτσι που να μαζέψουμε χόρτα στους αγρούς το λιόγερμα
Ή να ανοίξουμε ένα καρύδι την ψίχα του να πάρουμε
Φοβηθήκαμε την γη
Κάποιοι μας είπαν πως ένα λίθινο μαχαίρι θα μας αντιτείνει
Της σάρκας μας να πάρει την τελευταία πνοή
Παρηγορηθήκαμε λιγάκι ή μήπως κιοτέψαμε
Δεν ξέραμε που γέρνει η αναπνοή της καρδιάς
Αυτά τα λίθινα μαχαίρια αναθήματα σεπτά τα προσφέραμε
Στους λαβωμένους νεκρούς των μαχών της ουτοπίας!

ΙΙ
Εμείς δεν αποκρούσαμε τους θρύλους των εραστών
Την πλεξούδα της Αρετούσας στο εικονοστάσι του σπιτιού μας
Δίπλα στα νυφικά στέφανα τοποθετήσαμε
Κι αυτός νομίζω είναι ο λόγος που οι ρώγες των δαχτύλων μας
Γίνονται χρυσές μόλις αγγίξουμε την πολλαπλότητα των ονείρων μας
Όταν κάθιδροι βουλιάζουμε ως το γόνατο στο χιόνι του ενύπνιου!

ΙΙΙ
Εμείς δεν πιστέψαμε στα χάλκινα δάκρυα των αγαλμάτων
Ούτε που μας συγκίνησαν ποτέ
Τα αγάλματα ποτέ δεν κλαίνε από λύπη
Παρά μονάχα από χαρά περισσή
Γι αυτό και τα παιδιά μας όταν τα οδηγούμε στα εκθέματα
Πολύχρωμες κορδέλες τους φορούμε στα μαλλιά
Κορδέλες της χαράς
Και τα πέλματά τους με αρώματα τα μυραίνουμε
Να έχει η ζωή κι η θλίψη κατάδικό της του παραδείσου ένα κομμάτι!

ΙV
Εμείς συνήθεια το έχουμε σε μεγάλα θησαυροφυλάκια
Να κλείνουμε τα διάφανα πουκάμισα των φιδιών
Κι όταν ο ξένος μας ρωτά τι κρύβουμε εκεί ερμητικά
Μία απάντηση του δίνουμε πάντοτε:
Το μικρό νυχάκι της Παναγίας που το έσπασε η πίκρα
Κι ένα βλεφάρισμα οργής σαν νόησε νεκρό τον μονογενή της!

V
Εμείς μονόπρακτα δεν παίξαμε σε σκηνές αρχαίων θεάτρων
Ή σε υπαίθρια επαρχιακά σινεμά με το δείλι
Υποκρινόμασταν πάντα στη ζωή τους τυφλούς και τους άλαλους
Γιατί βαθιά μέσα μας ξέραμε πως το κορμί ενηλικιώνεται και θάλλει
Μόνο με την ψευδαίσθηση και το ανέφικτο όραμα των θεατρίνων!

VI
Εμείς δεν εμπιστευτήκαμε τα σήμαντρα
Ακόμα κι αυτά που ανάσταση σήμαιναν
Ξεριζωμένοι ήμασταν γι αυτό το σήμαντρο της νοσταλγίας
Είχε πάντα έναν πικρό κι υπόκωφο ήχο
Έναν ήχο που επέτεινε διαρκώς την οργιώδη επέλαση της φωτιάς
Στους παιδικούς ελαιώνες της θύμησης!

VII
Εμείς δεν ξεκρίναμε ποτέ την γραμμή του έρωτα
Τσιγγάνες βιαστικές δεν είχαμε κοντά μας
Την παλάμη να διαβάσουν αμήχανα
Κι έτσι το μόνο που καταφέραμε ήταν να στήνουμε
Αντίσκηνα και λευκά εικονοστάσια στις άκρες των δρόμων
Εκεί ακριβώς που περνούσαν τέλη του θέρους
Οι ποθητοί νέοι με τις καλαθούνες ολόγεμες κεχριμπαρένια σταφύλια
Κι αυτούς μονάχα ερωτευτήκαμε απρόβλεπτα χωρίς όρια και χωρίς κατευθύνσεις!

VIII
Εμείς τα ποιήματά μας τα χαράξαμε
Σε σχιστόλιθους απ' τα υπώρεια του όρους Αραράτ
Ψεύτισαν οι παλίμψηστοι τα χαρτιά μας και οι πάπυροι
Ψεύτισαν και οι πένες μας
Και το μελάνι χαρίστηκε στο πληγωμένο ράμφος του πουλιού
Γι αυτό και τα τραγούδια μας μοιάζουν κάποτε εφήμερα σαν δροσοσταλίδες
Κι άλλοτε πάλι έχουν την χροιά και την λάμψη της συμπαντικής φύσης!

ΙΧ
Εμείς σε αρματοδρομίες δεν λάβαμε μέρος
Ούτε τα χάλκινα γκέμια κρατήσαμε του Ηνιόχου
Η βούληση μας προσεταιρίστηκε μόνο υγρά κελιά
Μονοπάτια πλούσια σε ακάνθους και ασφόδελους
Η φαντασία μας πρόθυμα στριφογύρισε το κέρμα
Πάνω στο πλακόστρωτο του νότου
Κι ενώπιον μας έφερε με το γράμμα και το χνάρι των φτερωτών Θεών!

Χ
Εμείς τους αρμούς και τους κύκλους της λίμνης
Δεν πετροβολήσαμε
Πως να ξοδέψεις τα βότσαλα που οι ποιητές
Ωραίους κούρους απεικόνισαν πάνω τους
Και τα παιδιά χαλικάκι σε σφεντόνα έκαναν στα παιχνίδια τους
Έτσι στην γαλήνη ταχθήκαμε ολοκληρωτικά
Και μπροστά σε αρυτίδωτα κάτοπτρα
Αδιαίρετο αντικρίσαμε το πρόσωπό μας
Και τη ψυχή μας προφυλάξαμε από ραγάδες και κύκλιες απεικονίσεις νεροσυρμών!

ΧΙ
Εμείς τα σπίτια μας δεν τα χτίσαμε στα οροπέδια
Παρά μονάχα δίπλα στις ακτογραμμές τα στεριώσαμε
Να έρχεται η αρμύρα να διαβρώνει το αίμα μας με το χνώτο της
Και του γρέγου το ξύλινο τόξο να σαρακοτρώει αργά
Τις ανοιχτές φτερούγες μας στο πρώτο μόλις ταξίδι
Εντούτοις δεν δειλιάσαμε κι ούτε μια στιγμή δεν υποκύψαμε
Μπροστά στην απέλπιδα πολιορκία των αμαζόνων
Ωραίοι και αρτιμελείς θητεύσαμε στο αέναο παρόν
Και μέσα από θαλασσινό κοχλία υπέρχειλο ήπιαμε
Το ελιξήριο νέκταρ της αναγέννησης και της αθανασίας!

Συμμετέχει στο δρώμενο " Η στιγμή σου σ' ένα ποίημα" της Μαρίας Νι
όπου θα απολαύσουμε πολλές και σημαντικές φωνές



        

Τρίτη, 27 Μαΐου 2014

στιγμιαία αποτύπωση (25η ώρα)



Δεν ήταν απλά και μόνο ένα λουλούδι
Ή έστω μια ανθισμένη σφηκοφωλιά υπόχρους
Σε πελιδνό και άκαρπο χώμα βαθιά ριζωμένο
Δεν ήταν μια πινελιά ερασιτέχνη ζωγράφου
Η έστω ένα ανώνυμο κι αδέσποτο στον άνεμο άνθος
Που το προσκλητήριο απαρνήθηκε του έρωτα και της πέτρας τη γητειά
Κι έμεινε να αιωρείται στο φως ανυπότακτο κι ωραίο
Ελεύθερο μες στην μοναξιά και παρήγορο μες τα χάη
Τίποτα απ' όλα αυτά
Παρά μονάχα  ο γλυκός κλαυσίγελος ενός μωρού
Όταν το αποκόπτουν βίαια την 25 ώρα απ' την θηλή της μάνας του!

Δεν ήταν απλά και μόνο ένα λουλούδι
Ήταν το χέρι της γης που γενναία αμύνεται
Στην επέλαση των μικροσκοπικών εναεριτών του αιθέρα
Το φουστάνι της νύφης που η προγιαγιά τύλιξε
Σε σκούρο περιτύλιγμα μ' ένα κλωνάρι λεβάντας
Μ' αυτό η γυμνή αθανασία την φτερούγα της να στολίσει
Κι ακόμα το χρυσό κεντρί της μέλισσας
Που σε λουλούδι μαγιάτικο αφήνει το φίλημά της κι αυτό αθόρυβα καρπίζει!

Δεν ήταν απλά και μόνο ένα λουλούδι
Αλλά η μπουτονιέρα που η Θεά Δήμητρα
Καρφίτσωσε στο πέτο μ΄ενα κομμάτι κρύσταλλο
Στην κόρη της την αγαπημένη τρυφερό να το παραδώσει
Σαν η ώρα πληρωθεί
Στην μικρή της διαιρεμένη Περσεφόνη
Κι ας μην αγαπά εκείνη τους χειμωνανθούς
Και τα βρύα του Φθινόπωρου
Φτάνει που μόνο αυτή γνωρίζει από ξόρκια  και μεταμορφώσεις
Φτάνει που μόνο αυτή ξέρει πως την ταπεινότητα
Μαγικά θα την προαγάγει σε αρχοντική του ρόδου ουσία!

Γιατί το έαρ σπλαχνικό είναι σκληρό και ριψοκίνδυνο
Και στην πλακέτα του σημειώνει με μελάνη σινική
Την μεγάλη γραφή των αφανών ποιητών
Γραφή τρεμάμενη και αναριγούσα
Που οι μυημένοι διαβάζουν και ακολουθούν πιστά
Ξέροντας σαν από όνειρο
Πως η ώρα έφτασε
Τα δεσμά πέσαν
Ο Άδης ενικήθη
Το χρέος εξετελέσθη
Η 25 ώρα παραδίδει τα κλειδιά της σε εσένα
Στρίβοντας καπνό από βότανα ιερά
Και σε τρίποδα χρυσό τον χρησμό κρυφά σου εξηγεί:
Το πως να περπατάς αγέρωχος στον κονιορτό και στα γκρέμια
Έχοντας στο μαντήλι σου σταμπωμένο το αέρινο αυτό άνθος
Στον κόσμο επίλεκτος και βροτός να είσαι εσύ και η γενιά σου όλη!

Με αφορμή μια πρωτοβουλία που ανέπτυξε
η παρακάτω σελίδα http://25thhourproject.tumblr.com/info

Δημοσιοποιήθηκε στις παρακάτω σελίδες:
http://25thhourproject.tumblr.com/post/90879206699/25
https://www.facebook.com/updot.gr
https://twitter.com/iatridisg

Πέμπτη, 22 Μαΐου 2014

κάποτε παιδιά



Κάποτε σαν ήμασταν παιδιά
Βγαίναμε κρυψώνα να βρούμε
Στις γέφυρες των γιασεμιών
Τώρα τις γέφυρες
Τις κατοικούν αθίγγανοι άστεγοι και ξωμάχοι
Που έχουν τα μάτια πράσινα
Και η μόνη ελπίδα
Που φορούν κατάσαρκα είναι
Τα κουρέλια τους και τα ψάθινα καπέλα των γυναικών
Που αγαπήσανε
Μ' αυτά ζητούν να ανυψώσουν
Την μοναδικότητα των ωρών
Που αρνούνται να σχηματιστούν σε αψίδες πέτρινες
Κουρέλια και ψάθινα γυναικεία καπέλα
Ένδοξα να διαγράψουν με παλάμη τρέμουσα
Του χειμώνα το κρύο χνώτο απ τα είδωλα τους
Και το καλοκαίρι να ανταμώσουν ξανά
Στις κοίτες εκείνες που τα ζεστά βότσαλα των ποιητών κονιορτοποιούν!

Κάποτε σαν ήμασταν υπασπιστές της χαράς
Μοιράζαμε στα πλήθη
Ξύλινα βέλη διχάλες και πέτρινα τριβεία
Ο πόνος των μανάδων μας να μαλακώσει
Και κρυφός να γίνει του πόθου στεναγμός
Τώρα μας απόμειναν μόνο
Δυο τρία χάλκινα τρομπόνια
Τυλιγμένα σε σκούρα υγρά προσόψια
Πρασίνισαν απ' την επαφή με τα παρελθόντα δάκρυα
Κάνουμε να τα τρίψουμε λίγο μήπως και γυαλιστούν
Μα δεν βρίσκουμε εκείνο το μετάξι το απαλό
Που δεν χαράσσει της ψυχής τους το στόμιο
Δυο τρία χάλκινα τρομπόνια
Μελωδίες και θούριους να συνθέσουν
Να τραβηχτεί η σκιά απ' το πηγούνι του ακροβάτη
Και το χρυσό δίχτυ του φωτός
Να καλύψει τα αποσταμένα όνειρα στον κόσμο των γυρολόγων!

Κάποτε σαν ήμασταν χαρούμενοι ταξιδευτές
Τρέχαμε ξυπόλυτοι στις χώρες της γιορτής
Με κλαδιά χαρουπιάς στα χέρια και ανέμελες ανεμώνες
Απ' τα πλάγια στενά της πατρίδας μαζεμένες
Τώρα ακούμε στο δόκανο να πιάνεται σφαδάζοντας
Το ιερό ελάφι της Θεάς
Και αμέτοχοι μένουμε
Θυσίες δεν κάνουμε
Τραγούδια δεν λέμε
Έρωτες δεν ξεκρίνουμε
Οι πολιορκίες των πόλεων σφόδρα συνεχίζονται
Κι εμείς τις κλαγγές αποκρούουμε
Με σπασμένους τους κοχλίες των βυθών μας
Το ιερό ελάφι της Θεάς
Μας το απέκρυψαν σε σπήλιο απρόσιτο
Κάποιοι που το αίμα σε ξύδι μετάλλαξαν
Σκοτεινοί μάγοι πανούργοι οπλαρχηγοί
Άτμητους να μας σύρουν σε φρούρια υγρά
Της λύπης να ετοιμάσουμε τα πένθιμα σπάργανα
Που τα παιδιά μας με βάσανο θα φορέσουν στο λίκνο τους!

Κάποτε σαν ήμασταν οξυδερκείς κι ωραίοι
Το πηδάλιο παίρναμε του ανέμου
Και ίσα ξανοιγόμαστε στα παραδείσια νησιά
Εμείς το φτερό του Ίκαρου
Εμείς ο κρουστός λαιμός της Ελένης
Εμείς τα θεόρατα ύψη κι δρύινες κλίμακες της φαντασίας
Και τώρα πως ξεπέσαμε να ζούμε
Μέτοικοι στις ίδιες μας τις πόλεις κι αφανείς
Πως θολώσανε τριγύρω τα νερά στης Στυγός τα μέρη
Και απομείναμε φτωχοί  να παζαρεύουμε
Σεντέφια και κοράλλια κι αμέθυστους
Με αχρείους δικολάβους και άξεστους εμπόρους
Δεν λογιζόμαστε το χτες το αποποιούμε
Μελλούμενα όλα και παρόντα χωρίς τροχούς
Το βιβλίο που στις σελίδες του είχε γραφτεί
Το υψηλό μας κατόρθωμα πάει να σβηστεί απ' την πατίνα της λήθης
Άδικα ψάχνουμε τους πρωτινούς φίλους
Κι αν αναλογιζόμαστε κάπου κάπου τις παλιές θυσίες μας
Είναι για να πεζεύουμε άκαπνοι το άρμα της πιο κολασμένης μοναξιάς
Εμείς οι ηττημένοι εξωραϊστές των καιρών τούτων!



Σάββατο, 3 Μαΐου 2014

αποσκευές



Εμείς δεν δρέψαμε δάφνες
Μονάχα κάποια κρινάκια της αρμύρας
Μας αντιστοιχούσαν πάντα
Ταπεινά κρινάκια βυθισμένων ακτών
Ανάξια να φέρουν το μήνυμα της ευγονίας
Στον σκελετό των λίθων
Χιλιετίες θα έλεγες πως καρτερούσαν
Τον ερχομό μας
Εφήμερα να ζήσουν λίγο στην εσοχή μας
Στα χέρια μας να καταμετρήσουν
Τα αρχεία της καυτής άμμου
Κρινάκια ταπεινά βυθισμένων ακτών
Η απολαβή μας πάνω στην γη!

Εμείς δεν περπατήσαμε στους οπωρώνες
Τα χρυσά να πάρουμε μήλα των εσπερίδων
Οι κήποι μας είχαν σταυρούς
Δέντρα ξερά βουτηγμένα στους κισσούς
Και στην σκληρή αγράμπελη
Στους κήπους μας στοιβάχτηκε
Μια πανσπερμία μύθων
Με προεξέχοντα τον μύθο του Μινώταυρου
Που τα καλύτερα μας στέρησε νεανικά όνειρα!

Εμείς δεν ταξιδέψαμε με ποντοπόρα πλοία
Παρά μονάχα με τσακισμένα μονόξυλα
Χωρίς ξάρτια κι άρμενα περιπλανηθήκαμε
Πανιά που φυλακίζουν ούριους ανέμους
Δεν γνωρίσαμε
Μονόξυλα μας αντιστοιχούσαν πάντα
Και σπασμένοι εξάντες
Να πάει το ταξίδι μας
Μόνο ως το πιο κοντινό αγκυροβόλιο!

Εμείς δεν κρυφτήκαμε στους φοίνικες
Της ιστορίας ζητώντας αμοιβή μισθοφόρου
Μονάχα μέσα σε σκαλιστά μπαούλα
Καταχωνιάσαμε τα ποιήματά μας
Διπλοκλειδώσαμε την σκέψη μας
Σε κορνίζες προγονικές
Εμφορούμενοι απ' την καθημερινή
Πρωινή στιχομυθία των ιδανικών
Κι αν κάποτε φωνάξαμε συνθήματα
Στα μονόστηλα κλειστήκαμε
Των βραδινών εφημερίδων!

Εμείς δεν γοητεύσαμε τα πλήθη
Με λόγους σαγηνευτικούς
Παρά μονάχα κάποια μικρά ταχταρίσματα
Συνθέσαμε πάνω απ' τον λίκνο της Άνοιξης
Τον στόμφο και τη υπερβολή στηλιτεύσαμε
Των πλάνων διδαχών
Και σε σκοτεινές εσοχές
Με βουλιμία προφητική συγγράψαμε
Της ζωής το πρωτινό ανάγνωσμα!

Εμείς δεν ερωτευτήκαμε
Ρομαντικούς ιππότες
Μονάχα πάνω από βουβά πηγάδια
Της μνήμης ανεβάσαμε το Αθάνατο Νερό
Με αυτό να δροσίσουμε
Του αίματος μας το ενεργό ηφαίστειο
Αγκαθωτούς πυράκανθους δεν φοβηθήκαμε
Τις φεγγαροαχτίδες κρυφά αγαπήσαμε σαν αδερφές
Κι εκεί αποθέσαμε μυστικά τα εφηβικά βέλη
Των ανεκπλήρωτων πόθων μας!

Εμείς ύμνους δεν φτιάξαμε καθηλωτικούς
Παρά μονάχα μικρά τροπάρια
Μπροστά σε αναλόγια εξωκλησιών
Ψάλλαμε ευλαβικά
Τους εωθινούς κελαηδισμούς των κορυδαλλών
Στα ερμάρια της ψυχής τοποθετήσαμε θριαμβικά
Ασπασμούς αγγέλων δεν δεχτήκαμε
Παρά της ελεήμονης ελιάς τον τραγουδιστή τζίτζικα
Με πάθος συνοδεύσαμε!

Γιατί οι φτέρνες μας πάτησαν μόνο στο χώμα
Και σκληρές έγιναν
Γιατί τα μάτια μας αντίκρισαν μόνο βασίλεια ξένα
Και πιστά έμειναν
Γιατί οι μετάνοιες μας στον ήλιο ήταν αφιερωμένες
Και οι καρδιές μας διάφανες συντονίζονταν
Κάθε που φέγγιζε στο σώμα μας το ανυπόφορο
Με τους αλαλαγμούς των τραγωδών
Γιατί αν και τούτος ο ανήφορος κατήφορο θα φέρει
Στις αποσκευές μας εμείς πάντα θα έχουμε
Του Σίσυφου τα αιμάτινα σαντάλια
Να μας οδηγήσουν αψεγάδιαστους κι ωραίους
Στης ζωής το απόλυτο θαύμα το αληθές!

Έλαβε μέρος στο δρώμενο της Φλώρας "Παίζοντας με τις λέξεις"
όπου συγκεντρώθηκαν υπέροχα κείμενα αποσπώντας τη διάκριση
και την αποδοχή πολλών αναγνωστών!




Κυριακή, 13 Απριλίου 2014

ολιγόλεκτες μαρτυρίες



Τι το 'θελες
Το τρίπατο σπίτι στην εξοχή
Δεν ήξερες πως στα ψηλά πατώματα
Στήνουν τις αγχόνες τους οι πελαργοί!

*
Τους απολογισμούς μου
Τους κάνω πάντα το πρωί
Ίσως γι αυτό να κακιώνομαι με τα φεγγάρια
Και να διαβάζω τους στίχους μου
Μόνο σε περίκλειστα πηγάδια!

*
Σέβομαι το έντιμο πρόσωπο
Του θανάτου
Γι αυτό στο σπίτι μου
Ποτέ δεν είχα σπασμένα κάτοπτρα!

*
Ζητάς να βρεις το τίμιο νερό
Στην έρημο
Ενώ καλά γνωρίζεις
Πως ο έρωτας διάβηκε
Προσδεμένος σ' ένα καρβουνιάρικο!

*
Πριόνισες τον λόγο σου
Απ' όταν έπαψες να συνομιλείς
Με τ' αγάλματα!

*
Η μάνα σου βαριά πληγωμένη
Πριν ξεψυχήσει
Μερίμνησε για εσένα
Ένα στίχο
Γι' αυτό πάντα στην τσέπη σου
Έβρισκα ολόφρεσκους σπόρους καλεντούλας!

*
Στις τεθλασμένες
Που το υνί πέρασε στο κορμί μου
Γράφω τα ποιήματά μου!

*
Τα κιούπια
Που βάζαμε το λάδι
Τα χαρίσαμε στους κολίγους
Μας έμεινε μόνο η θράκα
Απ' τα καμμένα λιόδεντρα
Πως να χορτάσουμε;

*
Δεν έχουν αξία τα δάκρυα
Αν από πριν δεν ζυγιστούν
Στα παλλόμενα κύματα!

*
Πάντα επιθεωρούσες
Τα συρματόσκοινα
Πριν απλώσεις την μπουγάδα σου
Οι κινήσεις της ετοιμότητας
Δεν στο είπαν πως γαριάζουν πάντα την ψυχή!

*
Κοχλαστό το νερό
Μαύρη η σκιά
Κι εγώ στην μέση
Σε κρίση πανικού
Σχηματίζω το νούμερό σου!

*
Τώρα τα σπίτια μας
Τα κατοικούν ξένοι
Φυγάδες ήμασταν
Και τα σημάδια που βάλαμε
Δεν ήταν σταθερά
Πως να επιστρέψουμε;

*
Κι όμως βουρκώνουν
Τα βουνά
Όταν χαμοπετούν οι αετοί
Πηγή να βρουν
Και το λαιμό της ελαφίνας
Να αρπάξουν!

*
Ντύθηκα το δέρμα σου
Σκληρή να γίνει η ζωή
Να φοβηθώ
Μήπως κι έτσι απαρνηθώ
Τους κοχλίες της μνήμης
Που θρυμμάτισες!


Παρασκευή, 11 Απριλίου 2014

η εαρινή γενιά των ποιητών



Μικρή αδερφή μου η Άνοιξη
Πέρασε σήμερα από το περιβόλι μου
Άχθος βαρύ το έργο της
Κάλεσμα φωτός να φέρει στους επιτελείς της
Πόνημα καρδιάς οι στίχοι της
Δροσοσταλίδα να ρίξει στις ρίζες που αντιμάχονται την ξέρα
Πέρασε ολόλαμπρη σήμερα από το περιβόλι μου
Η Άνοιξη -Οδηγήτρα του νου
Να το σκεπάσει οργιαστικά με την ανθοφορία της
Να το κερδίσει καθολικά με το άρωμά της
Να το μυήσει στα θέλγητρα στα μάγια και στα ξόρκια
Τσαμπί από αγριομέλισσες έφερε
Τις μελλοντικές μου ώρες να χρυσίσει

Μικρή αδερφή μου η Άνοιξη την συνάντησα
Ένα πρωινό του Μάρτη
Να κάθεται στο ξύλινο παγκάκι του κήπου μου
Κάτω απ' τα γέρικα πλατάνια
Με καλημέρισε πασίχαρη
Κι έβγαλε απ' τον κόρφο της
Ένα μπουκέτο ολάνθιστες καμέλιες
Εγώ θα σε οδηγήσω σε κόσμους φωτεινούς μου είπε
Πάρε το δακτυλίδι μου φυλαχτό να το 'χεις
Γητειάς δακτυλίδι με το πετράδι του αμαζονίτη στο κέντρο
Γαλάζιο πετράδι σαν τις θείες κόρες των ματιών της
Όταν αυγάζει πάνω τους της μέρας το φως

Το δακτυλίδι αυτό να το φοράς
Κάθε πρώτη του Μάρτη
Τότε που τα παιδιά δένουν στο καρπό τους
Την κλωστή της γιορτής
Πήρα το δακτυλίδι περασμένο
Σε λεπτό ξύλο σφένδαμου
Κι ένιωσα ρόδο αλατιού ερυθρόμορφη λήκυθος ιέρεια της αναγέννησης
Μόνο τη πρώτη της Άνοιξης να το φοράς
Τις άλλες μέρες να το παραχώνεις
Στο ακρογιάλι με τα αρμυρίκια
Σε όρμους κλειστούς
Εκεί που η παλίρροια δεν απλώνει τα πέπλα της
Κι οι αχινοί δεν ματώνουν τα βότσαλα με αγκάθια σκληρά
Εκεί να το αφήνεις αμέριμνα να το γλυκαίνει
Η θάλασσα με της αρμύρας τον κρύσταλλο

Το δακτυλίδι αυτό θα σε οδηγήσει μ' ένα φύσημα
Στης Παραμυθίας τη χώρα
Στο οχυρό της Ποίησης θα σε πάει
Θα σου εξηγήσει εξαρχής την αλφαβήτα του Έρωτα
Και το πως να διαβάσεις πρώτος τα μυστικά κρωξίματα των γλάρων
Αδερφός σου θα γίνει ο Έρωτας
Πρώτη σου Αγάπη η Ποίηση
Νόστος γλυκύς η πορεία των γλάρων
Άστρο του Σείριου το παραμύθι να φωτίζει τις άγρυπνες νύχτες
Μόνο να ξέρεις με τον θάνατό σου
Θα το παραδώσεις σε μένα και πάλι
Να βρω τον εκλεκτό της φυλής μου
Σκυτάλη να πάρει και να μπει στης Ομορφιάς την χώρα

Γιατί εμείς ταγμένοι είμαστε
Την Εαρινή να φτιάξουμε Γενιά των Ποιητών
Σε πέτρινο πατητήρι τον ερυθρό να βγάλουμε οίνο της Αναγέννησης
Σε Εστίες να βρεθούμε  Μυθικές
Έτσι που να καπνίσουν και πάλι τα φουγάρα του Ήλιου θυμωμένα
Στους ουρανούς του Απρίλη!

Αυτή είναι η 1η συμμετοχή μου στο 3ο Συμπόσιο που διοργάνωσε άψογα
η αγαπημένη φίλη Αριστέα κι όπου είδαμε καταπληκτικές κι αξιοζήλευτες
συμμετοχές...όλα ήταν υπέροχα και μοναδικά!
Η ποίηση κέρδισε το στοίχημα κι όλοι νιώθουμε δικαιωμένοι!


Η χαρτογραφία της Άνοιξης



Ακροπατώ πάνω στης Άνοιξης
Το λευκό πέπλο
Και συμφιλιωμένη
Αποπνέω οργή σαν τραγωδός
Σε άηχα πλάτη
Σαν κύμβαλο θείο δονούμαι
Στο χέρι σεπτής ελαίας δοσμένος

Πιάνομαι στιγμιαία
Να μην πέσω
Από μια παπαρούνα
Ματώνω την παλάμη
Σχισμή βαθιά να μην ξεχνώ
Της ψυχής το νόστιμον ήμαρ

Ακουμπώ μια μαργαρίτα
Αναποφάσιστη
Και χάνω τον ειρμό
Στου έρωτα το αριθμητήριο
Πλάνητας ραβδοσκόπος
Γίνομαι και πηγαίνω στα μάκρη

Γεύομαι γύρη
Κι ανασταίνω
Τους κωδικούς της μνήμης
Που είχαν διαγραφεί
Και στη σκουριά είχαν πέσει
Υποταγμένοι στο απρόβλεπτο

Μυρίζω το γάντι
Της βαθυπράσινης φτελιάς
Και το υδρογόνο της λήθης
Διαπερνά τους ιστούς μου
Σαν βέλος κυνηγού
Στο απραγματοποίητο της ιστορίας

Γεύομαι χαμοκέρασα
Απ' της αθωότητας το κτήμα
Και αναδιατάσσω
Τις ρίζες μου
Σε κύκλιους σχηματισμούς
Τόπο χαρίζοντας
Σε ήλιους δοξαστικούς
Τη στιγμή στο αίεν να αποθεώσουν

Ακροπατώ πάνω στης Άνοιξης
Την χρυσή φτερούγα
Και στους αιθέρες ξανοίγομαι
Περιστερώνα ζητώντας
Στου σύννεφου το τέμπλο
Το μήνυμα να φέρω
Στον κόσμο των αθανάτων
Να ανθίσει η μυρτιά κι η βάγια
Στον λοβό του πεθαμένου
Σαν κλάμα μωρού

Εγγίζω την πύλη της θάλασσας
Και τα μάρμαρα καίνε
Γραμμή καμιά δεν χαράσσω
Παρά μονάχα
Την σμίλη μου φέρω
Στης καρδιάς την πέτρα
Και οι στίχοι με καταπνίγουν
Σαν επωμίδα κισσού
Σε νησιώτικο σπήλιο

Επιθεωρώ τις φλέβες
Της πατρίδας μου
Και ανέστιος νιώθω
Μικρός ο τόπος και φτενός
Τις οριογραμμές καταργώ
Που το όνειρο έφραξαν
Μιας αέναης Αναγέννησης
Επαναπατρίζομαι στο λυκόφως
Και στεριώνω την γη μου
Σε άχρονα πλάτη

Ηγούμαι της επανάστασης
Των λουλουδιών
Και της Εκάτης αναρροφώ
Τους χυμούς
Θεάζω τους πυρσούς μου
Και μονάχη ορθούμαι
Σε χερσονήσους λατρείας
Να ανακόψω την πορεία
Των σκοτεινών στρατευμάτων
Στον χάρτη της εμφύλιας εμπλοκής

Πολιορκώ απρόσιτες φωλιές
Που αγριοπούλια κατοικούν
Και τους οιωνούς ξεχωρίζω
Φέρνοντας χρησμούς
Στο πηγάδι των στεναγμών
Κι όποιος τους λύσει
Επάξια τον ανακηρρύσσω
Σε ταγό και βασιλέα του ύψους

Γιατί εκεί στα μέγιστα ύψη
Η Άνοιξη θα βρεθεί
Να πλαγιάσει και πάλι
Σε κλίνη ολύμπια
Με τον σκληρό Απρίλη
Και μες στη μέθη
Ενός έρωτα λάγνου
Τους νέους να καρπίσει βλαστούς
Τους αμάραντους
Και τον λόγο του ανθρώπου
Το πρώτο του μίλημα
Σε ουράνια στρώματα
Με την νέα κιβωτό να εποικίσει!

Αυτή είναι η 2η συμμετοχή μου στο 3ο Συμπόσιο που διοργάνωσε άψογα
η αγαπημένη φίλη Αριστέα κι όπου είδαμε καταπληκτικές κι αξιοζήλευτες
συμμετοχές...όλα ήταν υπέροχα και μοναδικά!
Η ποίηση κέρδισε το στοίχημα κι όλοι νιώθουμε δικαιωμένοι!


Πέμπτη, 10 Απριλίου 2014

ορεινή σύρραξη




Σε ένα ορεινό χωριό της Ηπείρου
-Εκεί που η πέτρα αντιμάχεται
Όπως αξίνα γεωργού
Τα σπλάχνα της γης
Ληστρικό λημέρι να στήσει-
Κάπου στον περίβολο μιας εκκλησίας
Με καμάρες τρεις στην είσοδο
Είδα μιαν ολάνθιστη παιώνια
Να υπερπηδά ρωμαλέα σαν άλτης
Του θέρους την κάψα
Και να εγείρει περίτρανο άνθος στον κόσμο!

Βολεμένη η γύρη της σε κύκλο χρυσαφένιο
Σαν μπέρτα κίτρινη χωρικής
Πέταλα κόκκινα άλικο να βαφτεί
Το χράμι των βουνών
Εκεί που έσμιξε το αρματολίκι
Και το αντάρτικο γιορτάσι του έρωτα
Επηρμένη η παιώνια καυχήθηκε την αρματωσιά της
Μέσα στα ψυχρά κάτοπτρα του νερού
Μπροστά πηγαίνει τώρα ορθή
Στον πόλεμο με την ματαιοδοξία
Στην διαμάχη με τον ναρκισσισμό
Σύμμαχος στην ατέρμονη μάχη του ποιμένα
Να συνθέσει στην καλαμένια του φλογέρα
Την οκτάβα της αήττητης μοναξιάς
Υφαρπάζοντας στο δισάκι του κλεφτά
Τους πρωινούς κελαηδισμούς του πετροκότσυφα!

Εκεί παρέμεινε μοναχική και πλανεμένη
Στα πλάγια με τις πέρδικες
Την περιγελούσαν οι συντρόφισσες της
Στον περίβολο της εκκλησίας στητή αυτή
Μαζί με τα λευκά κρίνα της φτωχής Παναγίας
Τα αστρολούλουδα της γης
Τους κυματιστούς κισσούς
Και τις αειφόρες μπιγκόνιες με τα χάλκινα χέρια τα χλωμά!

Ήρθε βροχή έπιασε μπόρα
Ψυχανεμίστηκε η παιώνια τον κίνδυνο
Κι έκλεισε τα πέταλα της
Διαισθάνθηκε η παιώνια τον βοριά
Και αναδίπλωσε τα φύλλα της
Διέβλεψε η παιώνια την αστραπή
Και τράβηξε την ρίζα της
Σε πηγαδίσια βάθη
Τριγμοί να ακουστούν παγανιστικοί στο απέθαντο σύμπαν!

Πάνοπλη και ετοιμοπόλεμη
Με τόλμη και θάρρος
Βγήκε με κοντάρια στημόνες
Τον δράκο της βροχής να παλέψει
Που στα σήμαντρα κατοικούσε
Εκεί που τα χελιδόνια τερπνά
Οικοδομούσαν τα πλίθινα όνειρα τους
Πόλεμος άνισος
Και ο Αη Γιώργης ρακένδυτος
Χωρίς το άλογο του
Αποκοιμήθηκε άοπλος στα απόκρημνα σπήλαια της χαράδρας!

Κυρτή η παιώνια κι απέλπις
Ζήτησε πολεμοφόδια να της φέρουν
Συρμάτινες χορδές απ' του ουράνιου τόξου
Το βιολοντσέλο
Πλίνθους πύρινους απ' την σελήνη
Βέλη να φτιάξει φαρμακερά
Και με την σεληνόπετρα γαρμπίλι στέρεο
Οδοφράγματα να στήσει
Κι απελεύθερη πια να πολεμήσει
Τον κακό οιωνό του ξέθωρου σύννεφου!

Στον περίβολο της εκκλησίας απόψε
Άνθισε η σελίδα της Επανάστασης
Μόνο ένας ιερέας με το κομποσκοίνι του
Μετρούσε τις στερνές προσευχές
Που απηύθυνε στον δικό του Θεό
Συνθήκη κλείνοντας με τον Θάνατο
Την μικρή παιώνια την αγνόησε
Καθώς είχε διαβεί το Άγιο Πάσχα
Κι οι νεωκόροι είχαν κλαδέψει τις πασχαλιές
Τον επιτάφιο μυστικά να στολίσουν
Έτσι η μικρή παιώνια σαν ηγέτιδα των λουλουδιών
Σταυρώθηκε και αναστήθηκε
Μόνη εν μέσω του Θέρους
Προορισμένη μοιραία να ανεβάσει
Στα μάτια των παιδιών
Τα δάκρυα της ευτυχίας
Και στο κόκκινο ομπρελίνο της να στεγάσει
Τα εφήμερα μεγάλα όνειρα
Ενός λαού που μόνο τη κόψη του σπαθιού γνώρισε!

Γιατί η λευτεριά απαρχής κόσμου
Σε σχισμάδες βράχων
Τις αιματοβαμμένες υφαίνει σημαίες
Άλικες σημαίες στο χρώμα της παιώνιας
Που εσένα μόνο συλλογάται αναγεννώμενη κάθε αυγή!