Κυριακή, 18 Νοεμβρίου 2012

οι άγιοι ναυαγοί


Στη Γλασκώβη συνάντησα ένα φίλο από τα παλιά
Άνθρωπος σεμνός και ακριβοδίκαιος
Σαν τη χούφτα της μάνας στο κυριακάτικο τραπέζι
Έτσι αχνά τον θυμάμαι στην επιπόλαιη πια μνήμη μου
Ανάγερτο να βαδίζει δίπλα στον ποταμό Κλάιντ
Πιρόγα με φτενή τη πρύμνη-έρωτας ανεκπλήρωτος
Να γκρεμνίζεται στους υδάτινους φράχτες του χτες
Απροσδόκητα μοιραίος στο αλόγιστο βάραθρο της λήθης χαμένος
Τα καράβια που με αυτά κάποτε σαλπάραμε στο φως 
Έχουνε αγκυροβολήσει στις καταποντισμένες πολιτείες του Βορρά! 

Στη Γλασκώβη συνάντησα ένα φίλο από τα παλιά
Σαν ξερή φλούδα λεμονιού τώρα το πρόσωπο του
Μιλούσε με ανάγωγα χείλη λόγια εγκιβωτισμένα στη πυρκαγιά
Κυματοθραύστης που δονείται από κύμα παλιρροιακό
Το υπερβόρειο σώμα του ξέχειλο
Κυριαρχούσε στην ελαφριά ζάλη της μέντας
Φορούσε τουρμπάνι στα ψαρά μαλλιά του δίχρωμο βαρύ
Στέφανος κηλιδωμένος με αίμα καρχαρία
Να συντρέχει σαν υπάκουο πνεύμα το πανικόβλητο βλέμμα του
Τα καράβια που με αυτά κάποτε σαλπάραμε στο φως 
Έχουνε αγκυροβολήσει στις καταποντισμένες πολιτείες του Βορρά!

Στη Γλασκώβη συνάντησα ένα φίλο από τα παλιά  
Φώναζε και λοιδορούσε για τα μάτια μιας μελαχρινής τσιγγάνας 
Από τα μέρη της Βοημίας που βαθύ του χάραξε τατουάζ στο στέρνο 
Και άδοξα τον εγκατέλειψε για μια χούφτα βρόμικα ευρώ 
Ξεμπάρκαρε μιαν αυγή δαχτυλίδι να της δώσει δαμασκηνό 
Εύθυμα σφυρίζοντας σκοπούς ανδαλουσιανούς της αγάπης... 
Ξενίστηκε ο νους κι έγειρε τριγύρω στη πλάκα του φεγγαριού
Ξενύχτης ναυαγός στο ρύγχος της λησμονιάς ισορροπούσε 
Βούιζε το πλήθος στα σοκάκια σαν άκακο μελίσσι μουδιασμένο 
Καταγώγια που μύριζαν ψαρόκολλα τον ακολουθούσαν    
Σκερτσόζικα μάτια ποτισμένα στο αψέντι και στο υγρό κριθάρι
Καθρέφτιζαν τα φιλιά της ασετιλίνης που δεν έδωσε  
Τα καράβια που με αυτά κάποτε σαλπάραμε στο φως 
Έχουνε αγκυροβολήσει στις καταποντισμένες πολιτείες του Βορρά!

"Περίμενε μια στιγμή να σφαλίσω την κλειδαρότρυπα του ουρανού  
Άγιοι ναυαγοί διαβαίνουν τις κάτω πύλες των μύθων"