Κυριακή, 20 Οκτωβρίου 2013

Βρόχινα χείλη



Πιο πολύ κι από τα μελαγχολικά σου μάτια
Αγάπησα τα βρόχινα χείλη σου
Σκληρά σαν την κρούστα του αλατιού
Στα βράχια της πατρίδας
Που κυράδες με υφαντές ποδιές
Την συλλέγουν κάθε που σημαίνουν
Οι καμπάνες του βυζαντινού παρεκκλησίου

Πιο πολύ κι από τον ήχο του κύματος
Αγάπησα τα χέρια σου
Υπάκουα σαν το βλέμμα
Του νεκρού ψαρά
Που δεν πρόφτασε να συμμαζέψει
Τα τρύπια του δίχτυα
Και βορά έγιναν στους ανέμους
Άναρχοι άνεμοι
Με τα βέλη στραμμένα στην ξέρα του θανάτου

Πιο πολύ κι από τις λόγχες του σούρουπου
Αγάπησα τα πέλματά σου
Γοργά σαν του αγέρα την κορδέλα
Όταν τρυφερά αγγίζει
Τους βοστρύχους των νεανίδων
Που με καλαθούνες στα χέρια
Ξέχειλες σταφύλια και αγριομανίταρα
Επιστρέφουν κατάκοπες απ' τους αγρούς
Ξυπόλητες να μπουν στο βάθος του σύθαμπου

Πιο πολύ κι από του ξωμάχου το υνί
Αγάπησα τις φτερούγες σου
Αδύναμες σαν των σταριών τ' άγανα
Στην αγκαλιά του πουνέντε
Ώριμα στάχυα
Έτοιμα να καμφθεί η γενειάδα τους
Απ' τους αμούστακους θεριστάδες
Στου Ιουλίου το πέτρινο αλώνι

Πιο πολύ κι από την λάμψη του φεγγαριού
Αγάπησα τους πυρόξανθους βοστρύχους σου
Όμοιοι με τους κισσούς που τυλίγουν τα αγάλματα
Που ήρθαν στην επιφάνεια μια νύχτα
Απ' τη σκαπάνη ενός γηραιού αρχαιολόγου
Στον περίβολο μιας εκκλησίας
Κάτω από το θάμπος εκατόχρονων καντηλιών

Πιο πολύ κι από τα ξύλινα παγκάκια
Αγάπησα τις φλέβες που τέμνουν το κορμί σου
Και στο σώμα σου ζωγραφίζουν ρυάκια
Με βαρκούλες πέστροφες ασημένιες
Και καβούρια που βαδίζουν ίσα στο φως
Πλούσιος ρους ασυγκράτητος
Με εκβολή στις άσπρες θάλασσες
Εκεί που ξενυχτούν τα κοτσύφια με τις τρελές οκτάβες

Πιο πολύ και απ' τη σπιρτάδα του λεμονιού
Αγάπησα τα βρεγμένα σπιρτόξυλα
Που άναβαν το πρωινό σου τσιγάρο
Νοτισμένο τσιγάρο
Απ' τις δροσοσταλίδες του γέρου πεύκου
Που σκέπαζε τη βεράντα σου με γύρη κι αρώματα
Εκεί που ακουμπούσες στοίβες τα κιτρινισμένα χειρόγραφα
Να έρθει η άνοιξη με φιλιά να τα αναστήσει
Κι αθάνατο να σε οδηγήσει στου γαλαξία το άντρο

Πιο πολύ κι απ' τα υπώρεια των βουνών
Αγάπησα της καρδιάς την κρύπτη
Εύθραυστη σαν της αμμουδιάς τα κρίνα
Που Αύγουστο μήνα σκίρτησαν στο ερωτικό σου πεντάγραμμο
Κι άλικα έγιναν τα πέταλα τους
Ελάφρωνε η καρδιά και πέταγε
Σε όρμους απόκρημνους που σκούνες πειρατών
Προσεγγίζουν καταφύγιο για να βρουν μέσα σε σπήλαια παγερά

Πιο πολύ και από τους λωτούς της άρνησης
Αγάπησα της αγκαλιάς σου το απόρθητο κάστρο
Μετρώ κάθε απόγευμα πήχη- πήχη την απόσταση
Που θα με φέρει κατακτητή στον πυργίσκο σου
Ξέρω καλά τον τόπο σου
Γνωρίζω απέξω τους κωδικούς σου
Διαβάζω καθαρά τις σβησμένες επιγραφές σου
Φτάνει μη βραχεί το πέλμα μου
Στων στίχων σου τη γαλάζια πηγή και πνιγώ
Ή πράσινο γίνω σκίνο κρυφτό για να παίζεις με τη σκιά μου





Παρασκευή, 11 Οκτωβρίου 2013

Άνοιξε το παράθυρο



Άνοιξε το παράθυρο να μπει κλεφτά
Το φως του φεγγαριού
Με τις αχτίδες του να ρυτιδώσει
Και να απασφαλίσει
Τα σκαλιστά μπαούλα της ματαιοδοξίας
(Αραδιασμένα άτακτα στην σκοτεινή σου κάμαρα)
Συσσώρευσες θησαυρούς αμύθητους
Τη φύση παρενοχλώντας αβίαστα
Πετράδια πολύτιμα ράβδους υπερβολής
Κι εκείνα τα μαργαριτάρια του Steinbeck
Που δεν εκτιμήθηκαν ποτέ ανάλογα
Συσσώρευσες θησαυρούς αμύθητους
Πριονίζοντας κάθε εσπέρα
Κεφαλές κούρων
Περικνημίδες αμαζόνων
Κράνη και ασπίδες πολεμιστών

Συσσώρευσες του Μίδα τους θησαυρούς
Αποσπώντας ευαγγέλια λατρείας
Από λειψανοθήκες σφραγισμένες
Συνθλίβοντας τα ασπρισμένα απ' το χρόνο
Οστά των Μαρτύρων
Ζηλωτής εσύ του σκότους
Με τις φαιές φλόγες των καμίνων αναμετριέσαι
Και τα ηδονικά σεντόνια των κλινών
Που ζεύγη θεοτήτων τα κατέχουν αρπάζεις
Ήσουν αρχαιοκάπηλος πριν ακόμα
Εμφανιστούν πάνω στη γη τα αγάλματα κι οι προτομές

Άνοιξε το παράθυρο να μπει κλεφτά
Το φως του ήλιου
Με δοκούς χρυσούς να υπερπηδήσει
Τα περιστύλια που ύψωσες να μην σε φτάνω
Τείχη σε κλείνουν
Φυλακές χωρίς θύρες σε κρατούν
Πύργοι με μονόφθαλμες πολεμίστρες
Σε σημαδεύουν με βέλη και οβίδες φαρμακερές
Συσσώρευσες το βάθος του ανεκπλήρωτου
Και χάθηκες στων απόντων τη χώρα
Άυπνος
Μόνος
Νεφοσκεπής κι άκληρος
Περιφέρεσαι σαν αγρίμι σε κρυψώνες αιλουροειδών
Θηρευτής και θύμα ταυτόχρονα

Τράβηξες τις ρίζες απ' της ακτής τα αρμυρίκια
Και χωρίς σανίδα σε θάλασσες θολές χάνεσαι
Από την γλώσσα αποκόβεσαι των γλάρων
Από των ψαράδων το βελόνιασμα απέχεις
Των μανάδων τη κρυφή προσευχή ξεχνάς
Μαύρος καβαλάρης εσύ τ' αψήλου τραβάς
Και στο φρύδι των γκρεμών χαρακωτό αφήνεις σημάδι
Άδραξες στάλα τη στάλα με τα στιλέτα των ματιών σου
Την μάνητα του κεραυνού
Του στρύχνου την πικράδα
Το δηλητήριο του άρρωστου σκορπιού
Να με λαβώσεις στην καρδιά για μια ακόμα φορά




Τρίτη, 8 Οκτωβρίου 2013

Σε αλπικά τοπία χορεύει ξέφρενα η μοναξιά



Στο κόκκινο λιβάδι μιλούσαν
Για τα αποδημητικά πουλιά
Είχανε συνάθροιση οι αγροφύλακες
Με τις μακριές μπέρτες
Τα μαύρα στιβάνια
Και τις κόκκινες ανεμώνες
Ανθισμένες πάνω στο πλατύ τους στέρνο
-Ο κοκκινολαίμης χτυπούσε το ράμφος του οργισμένα
Στην ξερή άργιλο
Έψαχνε το ρυάκι που οδηγούσε
Τα δάκρυα των απολησμονημένων
Στην όχθη του ορμητικού ποταμού-
Ευθαρσώς τέθηκαν τα θέματα
Από τον υπέργηρο της ομήγυρης
Τα πουλιά εξάπαντος θα έπρεπε
Να επιστρέψουν στις φωλιές τους
Πριν το θέρος στεφανώσει
Τη γη με μύρτα και καμπανούλες της λήθης

Τα πουλιά του κόκκινου λιβαδιού
Δεν έφτασαν φέτος
Αποξεχάστηκαν κουρασμένα
Πάνω στα ξάρτια των ναυαρχίδων
Τα τράβηξαν οι ναύτες με απόχες
Και σχοινιά από κοκοφοίνικα
Σε αμπάρια αδειανά και υγρά τα έκλεισαν
Να κλωσήσουν τα χοντρότσοφλα αυγά
Των κοσμικών πεδίων
Τώρα σε αλπικά τοπία
Χορεύει ξέφρενα η μοναξιά
Οι μακριές μπέρτες ξέφτισαν
Τα μαύρα στιβάνια τρίφτηκαν
Κι οι ανεμώνες σε μνημάτων ανθογυάλια
Σαπίζουν αργά μες την βροχή
Οι αγροφύλακες αποχώρησαν γυμνοί
Με τις αργασμένες φτέρνες τους
Να βουλιάζουν σε σπασμένα γυαλιά

Τα πουλιά δεν ήρθαν
Κι ούτε θα επιστρέψουν πάλι
Στο κόκκινο λιβάδι
Τώρα σε αλπικά τοπία
Θλιμμένα ακούγονται τραγούδια
Αποχώρησαν άπραγοι οι αγροφύλακες
Χωρίς φτερωσιά κι ελπίδα
Με μόνο δυο μυδράλια στα χέρια
Εκδίκηση να πάρουν απ' τους αιθέρες
Οδυρόμενη η γη αναπολεί την εποχή
Της γονιμότητας και της αναγέννησης
Στρέφοντας τον κύκλο της διαδοχής
Στα βρώμικα νερά των υπογείων
Με τα σκληρά της ακρόνυχα νέες γραφές
Κι επιστολές αποστέλλει στους ουρανούς
Πριν τα μαύρα στιβάνια της κόλασης γίνουν προπομποί  



Τετάρτη, 2 Οκτωβρίου 2013

Εκτινάχθηκαν χρώματα της ίριδας δημιουργώντας άνθη και ψυχανθή




Εκτινάχθηκαν χρώματα της ίριδας δημιουργώντας άνθη και ψυχανθή

Ουράνια τόξα απέκοψα από το κήπο της Εδέμ
Φυλαχτά και προσωπεία λευκά από τα χειμερινά
Λιωμένα Παγόβουνα της αρκτικής ακτής
Σαν πρωτόπλαστος έφθασα εκεί ολόγυμνος
Και σε δέντρο γαλατερής συκής το έναυσμα
Περίμενα να μου δοθεί για τη τελική υποταγή μου
Στις μάχιμες μυθιστορίες μιας αυτοχειρίας αναπότρεπτης
Μια σκευοθήκη στα πόδια ανοιχτή
Να συγκεντρώνει τις εφηβικές εφιδρώσεις τα κράνη
Και τα αγγελοκρούσματα των άπτερων πλασμάτων
Ρέουσες πηγές και χρεολύσια δικά μου για το αόρατο μέλλον
Κάτω από το δέντρο της συκής στάθηκα
Μικρή συκή αρίζωτη σχεδόν
Απεκδύονταν την επίγεια φύση της
Και στους καπνούς της λήθης απεγνωσμένα έβρισκε
Ένα αλλοτινό αφιόνι αργά να ξεκουρδίζει τον δισύλλαβο ωροδείκτη του Θεού!

Ουράνια τόξα απέκοψα από το κήπο της Εδέμ
Βοστρύχους από κοιμώμενες Αφροδίτες συνέλεξα
Να σκεπάσω τα ξυρισμένα κεφάλια των φυλακισμένων
Που βασανιστικά ξεκινούσαν με αέρινους πέλεκες
Να καθυποτάξουν του κελιού τους τις λιγόζωες υπάρξεις
Υπάρξεις που γύρω πεταλουδίζαν όμοια στροβιλιστά ημικύκλια
Και όπως νεραϊδόσκονη ξωτική από τριμμένα βιβλία παιδικά
Αποστάτης της ψυχρής ανάμνησης έφθασα στον κήπο ολόγυμνος
Με λαβές θανατερές να αποθέσω στο χώμα
Μελανούς χιτώνες κοράκων
Εμβλήματα αποκρουστικών αυτοκρατοριών
Και βίβλους που το στόμιο κρατούν κλειστό της Ιστορίας
Φώναξα ανυστερόβουλα λόγια
Περιέθαλψα μικρούς ερωδιούς έγχρωμους
Φυλάκισα σε τεφροδόχους σκισμένα φτερά μικροεντόμων
Και κάτω από το δέντρο της συκής στάθηκα άοπλος
Τις αμαρτίες να ξεπλύνω των αθώων και των άβουλων
Να έχουν οι λυγαριές κορμοστασιά τρυφερή να μη μειοδοτούν στου κόσμου την αναλήθεια!