Δευτέρα, 24 Ιουνίου 2013

Ενδιαμέσως



Προ κατακλυσμού σε συνάντησα
Τότε που οι σπόροι
Δεν είχαν ακόμα τοποθετηθεί στα ερμάρια της κιβωτού
- τροπή νέα στα ασυσσώρευτα πάθη-
Κατακλυσμιαία τα σπίτια μας τυλίγονταν στις ψυχρές μάζες των πόλων
Το δίκιο νόμο της πέτρας ρωτούσαν να μάθουν διακαώς
Τις βουλές των θεών και των μαγίστρων
Να ξεκρίνουν με τα σπασμένα ματογυάλια τους
Φτελιές δεν υπήρχαν κοντά μας
Κι η ψυχή του χώματος ανάστατη περιφέρονταν
Πόντους πολλούς πάνω από τη γη ανασηκώνονταν
Γιατί άδικα ένα βράδυ της αποστέρησαν
Το αλέτρι
Τη σπορά
Το τσίγκινο φτυάρι
Για το παράχωμα των προσφιλών νεκρών
Μα πιότερο απ' όλα εκείνο το φιδίσιο ποτάμι
Που γλύκαινε τους λωτούς τις καμέλιες
Και τις αγριαψιθιές
Τα γονικά μας
Τριμμένα κελύφη τζιτζικιών
Χωρίς της ελιάς τον ιερό ίσκιο για συντροφιά
Κατάμονα κι έρημα να τείνουν το χέρι προς την ανατολή
Πλάι στα φθαρμένα καπέλα των υπαίθριων οργανοπαιχτών!

Κατακλυσμιαία τα σπίτια μας πρόσμεναν
Το αχνογέλιο του φλοίσβου
Απαλά να τα βυθίσει στο όνειρο
Σαν γαλέρες φτενές
Σε λωρίδες γαλαζωπές εκχερσωμένες
Εκεί που τα παιδιά μας ξεκολλούσαν αχινούς
Ροφούς και χταπόδια κάθε δείλι του Αυγούστου
Αρμυρισμένα τα σπίτια μας
Από το υπόλευκο αλάτι των ύφαλων
Που σεβάσμιες γερόντισσες
Συνέλεγαν βουβές κάθε που έφτανε
Της παλίρροιας η μυστική ώρα
Εξασθενισμένα τα μάτια τους κατακόκκινα
Κι οι δείκτες κολλημένοι στα ρολόγια
Καρτερούσαν την ώρα που η καρδιά
Αστραπή και αίμα θα ζητήσει απ' τους αθανάτους
Και στις φλέβες των κροτάφων σαν βουητό να τρέξει η προγονική οργή

Το πανηγύρι του Αγιαννιού
Ποτέ δεν έλαβε χώρα στις πλατείες μας
Αιτία οι πέτρες
Που σε μια νύχτα μόνο ανάβλυσαν πόνο
Σχήματα  ιερογλυφικά
Από τα ακρόνυχα των γλάρων χαραγμένα
Αιτία λοιπόν οι πέτρες που είχαμε παραχώσει στο αμπέλι
Το σιβυλλικό τους λόγο
Ένας μόνο τον κατάλαβε
Ο πρώτος της σκηνής
Ο πρωταγωνιστής  στο θρήνο του μαντολίνου
Στην καταρρακτώδη βροχή ο αρεστός επισκέπτης
Αυτός που αρέσκονταν να αποκολλά ψηφίδες
Από τα γράμματα της αγαπημένης του
Ορκιζόμενος πάνω στην πέτρα αιώνια πίστη
Γραφή πυρωμένη κλεισμένη σε μποτίλια
Σε πελάγη ανοιχτά έστελνε
Εκπλήσσοντας τις ανυποψίαστες γοργόνες
Και τις βυθισμένες πολιτείες
Των φτωχών ψαράδων προστατεύοντας απ' την τρίαινα
Οι υμνωδοί ποτέ δεν συνάντησαν τη θάλασσα
Κι έμειναν τα σπίτια
Να κατοικούνται από πέτρινες μνήμες
Με ολόγυμνα τα λεπτά πέλματα
Κι από ιέρειες αισθαντικές σαν πεταλούδες
Που στα σπλάχνα τους μέσα κυοφορούσαν
Το συμπαντικό κεφάλαιο της αφαιρετικότητας

Προ κατακλυσμού σε συνάντησα.....