Κυριακή, 23 Ιουλίου 2017

Ο κόμπος

Αποτέλεσμα εικόνας για απειλή

Δεν κλαίω σου λέω Ένα σκουπιδάκι μπήκε στο μάτι μου Ίσως πάλι να φταίνε κι οι άνεμοι που λυσσομανούν στο κεφάλι μου Τα καλοκαίρια με τους ανέμους ξεδιάλεγα στην ακτή τα χαλίκια Ισχυροί αυτοί ξεχώριζαν τα καλύτερα και μου τα έπαιρναν Πετραδάκια γυαλιστερά άλλα πράσινα άλλα βιολετί κι άλλα χρυσαφιά σαν την άμμο του Αυγούστου Μου άφηναν εκείνα τα ασπρόμαυρα μόνο Τα ταπεινά και τα μεγάλα
Ασπρόμαυρα σαν τις παιδικές μου αναμνήσεις: Οι βόλτες στο ποτάμι Το τίναγμα της ελιάς Το ξεχορτάριασμα του κήπου Οι ρίζες που πάντοτε διψούσαν Οι γλάστρες με τα επιφανή ονόματα: Γιασεμί μαντζουράνα αγιόκλημα βασιλικός μέντα δυοσμαρίνι κι ανθάκια του μελιού
Ξέχασα το χαμομήλι Εκείνο που η μάνα μου άπλωνε στα λινά σεντόνια να ξεραθεί Είχαμε πολύ ήλιο στις βεράντες Ανατολικά έβλεπαν τα μάτια μας Στη δύση το βουνό με τα κιονόκρανα Εκεί στρέφαμε το βλέμμα μας μόνο το χειμώνα Άσπριζε το βουνό έως κάτω Φύσαγε ο βοριάς σαν τρελαμένο αγρίμι Φούσκωναν τα ρυάκια κι οι ποταμοί Φούντωνε κι η έγνοια μας για τη ζωή Μισόσβηστο κάποτε το τζάκι Τρίζανε τα κάρβουνα Το ψωμί φούσκωνε δίπλα στο λάδι Η γη μας χόρταινε Η γη μας αψηφούσε
Κάποιον χειμώνα σαν τώρα τον θυμάμαι φούσκωσε τόσο ο ποταμός που στο πέρασμα του λιάνισε δέντρα ξεχωμάτισε βράχους Το βουητό του έφτανε ως το σπίτι κι ας μας χώριζαν πέντε χιλιόμετρα απόσταση από εκεί
Μην μου λες για τρικυμίες αν δεν έχεις ακούσει το βούισμα του ποταμού Βγαίναν οι δράκοι και μας κυνηγούσαν Στύλωνε τα πόδια του το άλογο και χρεμέτιζε φοβισμένο Σώπαινε κι ο γκιώνης μπροστά στην αγριάδα της φύσης Σταύρωναν οι πέτρες τα χέρια στις κοντινές σπηλιές Ικεσίες έκαναν οι θαυματοποιοί στον μέγα ουρανό
Τραυματισμένοι έβγαιναν οι ήλιοι κι εμείς το ιάσιμο φορούσαμε χαμόγελο να τους παρασταθούμε Στο μάτι βάζαμε τις ξαστεριές Ψάχναμε τα καπέλα μας Ψάχναμε για καινούργια όνειρα Κερδίζαμε δυο πόντους ύψος στη μάντρα Ψηλώναμε
Δεν κλαίω σου λέω Τα δάκρυα μου τα άφησα στο μάλλινο παλτό του πατέρα πριν ανεβεί στην πόλη για εξετάσεις Έκλαιγαν οι φλέβες των τοίχων στις γωνιές του δωματίου Έκλαιγαν τα μικρά ερπετά στο γύψινο εικονοστάσι Έκλαιγε κι η μάνα μπροστά στα μπακίρια Μαζεύαμε το μαύρο και το ξεπλέναμε στη βρύση Αγαθό το νερό μερμήγκιαζε τα χέρια μας Πλατάγιζε ο ορίζοντας τις ξανθές του γλώσσες Βρίσκαμε ξανά το μονοπάτι της χαράς
Έρχονταν ο πατέρας δυνατός σαν τον κρουνό του καταρράκτη Μας μάθαινε πως να ξεχωρίζουμε τα άστρα Πως να αγαπάμε τα φυτά Πως να βοτανίζουμε το κρύο μέτωπο της πατρίδας απ' τα ζιζάνια Πως να γυρνάμε ξεκάλτσωτοι στα μιτάτα με τους ιερούς άκανθους χωρίς να ματώσουμε
Μας έμπαζε στα μεγάλα μυστικά της πλατύφυλλης νιότης Στις διδαχές μας μυούσε των δρόμων Μεγαλώναμε ξάφνου Απ' τα μπράτσα του αντλούσαμε ουράνια ορμή
Ανάβαμε φωτιές να ζεστάνουμε τις ψυχές μας Πετάγαμε ένα χαλικάκι στη στεφάνη της φλόγας για να καρποφορήσουν οι σπόροι Ανοίγαμε τα συρτάρια με τα τακτοποιημένα σακουλάκια Χαμογελούσαμε Στους καρπούς μας δέναμε φυλακτά Στη καρδιά μας έμπαινε το αλέτρι της νέας σποράς Φυτρώναμε Καρπίζαμε Σοδιάζαμε τα λόγια μας στα μεγάλα ξύλινα κασόνια Μεστώναμε Γελούσαμε προς τα μέσα Πειραγμένους μη μας δει το αυστηρό μάτι του πατέρα Ανούσιους μη μας θωρήσει το πεφταστέρι της αυγής
Όχι δεν κλαίω καθόλου Γέμισα τις ρωγμές μου με το αμμοκονίαμα του Θεού Δεν βλέπεις ακόμα και τα δάκτυλά μου δεν υγραίνονται πια Κι αν έρθει απειλητικός ο πανικός θα τον καλοδεχτώ Κρατά γερά η ρίζα Χωνεύτηκε όλη η αλήθεια του κόσμου κι ας ψιχαλίζει ασταμάτητα στην πόρτα της καρδιάς
Μια μου μένει έγνοια: Να 'χω καθαρό το τραπέζι αχνιστό το ψωμί και τα μάτια ανοιχτά προς στους καμβάδες της Ανατολής Δεν θα μισέψω κι ας με καρτεράς
Μεριάζει αργά το βουνό Ανοίγει διάφανος ο ορίζοντας Στα μέτρα μας ο κόσμος
Δεν κλαίω Μόνο τον υγρό κόμπο ξελύνω του πόνου με τα λεπτά μου δάκτυλα