Κυριακή, 10 Αυγούστου 2014

Νυχτερινά




*
Ένα κομμάτι ουρανού
Κάποιες φορές ανοίγει μπροστά σου
Τα γαλαζωπά παράθυρα
Της έμπνευσης
Κι εσύ απλά
Επιτελείς το χρέος σου
Να ονοματίσεις την ουτοπία

*
Λευκό υφάδι
Μαλλιά ατίθασα
Ψυχή διαυγής
Τι επίθετο ταιριάζει
Στην ηλικία της ποίησης
Που να μην θυσιάζει στο ακραιφνές
Την καντηλήθρα της σκέψης

*
Άκου το σήμαντρο
Άκου το αηδόνι
Άκου τον τροχό της άμαξας
Μόνο πέτα αυτά τα στολίδια
Θα σε πλησιάσουν
Οι στρατιές των εμπόρων
Να σε πουλήσουν στα ντόκια
Για μιαν λίμπρα βαμβάκι
Βουτηγμένο στη λήθη

*
Κέραμοι σπασμένοι
Χάντρες του αβεντουρίνη
Μάρμαρα στιλπνά
Μια ανάσα ηδονής
Το πρόσωπό σου φαιό
Σαν μεταλλική ράβδος
Σε περιπλανώμενο τσίρκο
Τέμνει το χάρτη της ζωής μου
Νέες πληγές εμφυτεύεις
Στο σώμα του έρωτα
Κι εγώ σε εγκαλώ
Με το βλέμμα στραμμένο στο αρραγές

*
Στο στερέωμα ζω
Σε κρηπίδες ουράνιες γονατίζω
Σε δέντρα αστραπής καρπίζω
Κι όταν η γη με ζητά
Αφήνω την εσάρπα μου απαλά στο χώμα
Να ποτιστεί από το αίμα της ροδιάς
Ύστερα χαλικάκια πετώ
Στο ουράνιο δίσκο
Να μην χάσω τον δρόμο της επιστροφής

*
Πλέκω πανέρια με λυγαριές
Αφουγκράζομαι τις κρυφές ανάσες των εραστών
Ενδημώ στα βυθισμένα πλοία
Δεν φοβάμαι να ονοματίσω τον πόθο
Στα πανέρια μου μέσα φυλάω
Του αλφαβηταρίου τα ψηφία
Ποιήματα να γράφουν τα παιδιά της γειτονιάς
Εγώ θα δραπετεύσω
Στις φλέβες της καρίνας
Το στίγμα μου να αφήσω
Κι ένα εισιτήριο από ένα ταξίδι μαζί σου

*
Έχεις χρόνους που έφυγες
Τρομάζω να θυμηθώ τα μάτια σου
Τρομάζω να πω τ' όνομά σου
Πετούμενο γίνομαι αποδημητικό
Δεν κρώζω δεν πετώ δεν φεύγω
Μόνο φωλιάζω στις μαρκίζες
Να μην βραχεί η μελάνη
Που πότισε τα στήθια μου
Με της γραφής σου τα αινίγματα

*                                                                          
Έλαβα το σήμα
Την απάντηση δεν την έχω
Έτσι που αποτραβήχτηκαν οι σκέψεις
Στης τρέλας το δίχτυ
Δεν περιμένω τίποτα άλλο
Παρά να γεμίσουν
Οι στέρνες του φεγγαριού
Και μ' απλωτές να φθάσω
Στους ανοιχτούς κρατήρες
Να απομυζήσω το ημίφως
Αυτό που ξυπνάει της μνήμης τ' αγρίμι
Στα πικρά της ανίας μου βράδια

*
Στον πευκώνα έπεσε
Βαρύ το πούσι
Ξετυλίχτηκαν μαύρα κουβάρια
Κι έμεινα μόνη να συγκολλώ με στίχους
Τις βαριές αλυσίδες των ψυχών
Που στα πρότερα χρόνια
Σκαλίζοντας τ' αρχικά μου στους κορμούς
Με έχρισαν
Κυνηγό και επιστήθιο μάρτυρα μαζί