Δευτέρα 1 Δεκεμβρίου 2025

Παραγγελιά

Χτύπησε το κουδούνι. Ανοίξαμε. 
Ήταν αυτός με ένα καλάθι κόκκινα 
κεράσια. 
Τα έφερα για το άρρωστο κορίτσι 
μας είπε. 
Γείραμε τα μάτια. "Το κορίτσι πέθανε"
τον πληροφορήσαμε.
Ένευσε καταφατικά. "Το ξέρω" είπε
"ήρθε στο όνειρό μου και μου ζητούσε 
κεράσια."
"Κάθε βράδυ λέει βγαίνει από τον τάφο
και ψάχνει στον προαύλιο χώρο του 
κοιμητηρίου την κερασιά."
Ανεβαίνει πάνω μα δεν βρίσκει τίποτα. 
"Αυτά τα κεράσια" επανέλαβε αυτός
τραυλίζοντας λίγο "είναι γι αυτό το κορίτσι."
"Αποθέστε τα στο μνήμα, είναι το μόνο 
πράγμα που του λείπει από τον απάνω 
κόσμο." Αυτό μου τα παρήγγειλε 
"Έχετέ μου εμπιστοσύνη" είπε σκυφτός
κι έφυγε.
"Μόνο τα κόκκινα κεράσια του λείπουν
κι ίσως εγώ"
Ακούστηκε απόμακρα η φωνή του. 


Οι κερασιές που φυτρώνουν στα κοιμητήρια 
πληρώνουν τους φόρους της αρνησιάς γι αυτό 
μένουν για πάντα απεριποίητες χωρίς λίπασμα
και σκάλισμα.
 

Του ήλιου το αλώνι

Σε γνώρισα μια χαραυγή 
χειμώνα κι είχε χιόνι 
τυφλά με ακολούθησες 
σαν αύρα που κυκλώνει 

Το σώμα μου αγάπησες 
κλειδί του έρωτα μου
μες στον βυθό μου κύλησες 
ξυπνώντας τ' όνειρα μου 

Είσαι η γλυκιά μου ξεγνοιασιά 
και της φωλιάς αηδόνι 
είσαι το ρόδο π' αγαπώ 
και του ήλιου το αλώνι 

Εγώ σε υποδέχτηκα 
με σκήπτρα μες τα χέρια 
και βασιλιά σε όρισα 
μ' έφτασες ως τα αστέρια 

Εκεί ψηλά που κατοικώ 
και δίπλα μου σε έχω 
όλα του κόσμου τα καλά 
τα 'χω και τα προσέχω 

Είσαι η γλυκιά μου ξεγνοιασιά 
και της φωλιάς αηδόνι 
είσαι το ρόδο π' αγαπώ 
και του ήλιου το αλώνι.