Πέμπτη, 17 Δεκεμβρίου 2009

οιωνοί

Απομονωμένα τα χέρια συντρίβονταν
Πάνω στο γλωσσίδι του αιώνιου πεύκου
Ανταύγειες σιωπής παρακολουθούσαν
Το τεφρώδες ρετσίνι του λυκόφωτος
Στην ανέσπερη ακτή

Κόλλαγε το όστρακο πάνω στο δέρμα
Κι ένας μικρός κατασπαραγμένος
Ιππόκαμπος αναθεμάτιζε
Τους δερμάτινους ιμάντες της παλίρροιας

Ήρθαν αργά οι μέρες
Με τις τρέμουσες Ειδήσεις
Το απόκομμα κιτρινισμένο
Λαμποθωρούσε πλάι στο χείλος του ποτηριού

Σαν να μιλούσε ξάφνου η πέτρα της λατρείας
Ένα αγόρι τη συνόδευε σαστισμένο
Κραυγές και βόγκοι χωρίς ικέτες
Στο κοιμητήριο μύρα ανάβλυζαν
Οι κορδέλες της αρχαίας Βιολέτας

Λιωμένο σίδερο και φωταψίες
Χωρίς ούτε ένα κορμί για θυσία
Άδεια η σκελίδα του βολβού
Στη παλάμη κρυμμένο ένα
Αγριοπερίστερο χωρίς ταίρι

Πάνω στα χαλίκια κάλπαζε
Ένα άλογο με οπλές στεγνές
Ακολουθούσες προτάσσοντας τα αόρατα
Μαστίγια του μαΐστρου μες το σκοτάδι

Η νύχτα κοιμόνταν πάναγνη
Δίπλα στις συστάδες των σκίνων
(λιτάνευες το λείψανο του
Απαγορευμένου Ονείρου)

Στα χέρια σου λάκτιζαν
Κρύσταλλοι αλατιού
Σπήλαια γεμάτα θειάφι
Κι αιφνίδιοι γέλωτες μαγισσών
Παγωμένοι συσπώνταν
Οι μύες του κάκτου

Απομονωμένοι έρωτες ξαγρυπνούσαν
Σιγοψιθυρίζοντας τα μυστικά
Της λευκής παρειάς
Το πρωί έφυγες χωρίς ούτε μια λέξη
Δεν πολυπίστευες στην ενσάρκωση των οιωνών