Σάββατο, 5 Ιουλίου 2014

έλα με τις νεφέλες του πρωινού να σκεπάσεις το σώμα μου



Λιγόστευσαν σιγά - σιγά των οιωνών τα σημάδια
Εκείνα που κρυφά εμπιστευόμουν και σταθερά μου αποκάλυπταν
Την καλή προοπτική του ποθούμενου ερχομού σου
Δεν απορώ και δεν αναφωνώ - στιγμή δεν τα μέμφομαι
Τα σημάδια κανακεύονται ζεστά και ζουν εμπύρετα
Μόνο μέσα σε αγκάλες που ποτέ δεν γνώρισαν την τέφρα
Σχέση καμιά δεν πλέκουν και δεν προσδοκούν
Με εκείνες τις μελλοθάνατες στιγμές των εραστών
Που απαρνιούνται τα τρελά ηλιοβασιλέματα
Τα άδεια από φωνήεντα ποιήματα
Τα ναυάγια μπροστά στις λευκές ξέρες των σπηλαίων
Τους άγριους κούρους των αρχαϊκών ναών
Που σκαπανείς έφεραν στο φως σε καταστάσεις παράκρουσης!

Ωστόσο ξέρε το ήμουν κι εγώ κάποτε πέρα απ' την άλλη όχθη
Εκεί που φύτρωναν φλισκούνια μέντες κι αγριαψιθιές
Ήμουν εκεί μαζί με τις παλέτες μου
Να αναμειγνύω τα χρώματα που σ' αρέσανε να θυσιάζεις
Στο πρώτο ερωτικό πλάγιασμα του Αυγούστου
Ζωή να δίνεις τρισδιάστατη και καλειδοσκοπική στον κόσμο μου
Κάτω από τη ερυθρή σελήνη και την φαιά άμμο
Να χτυπάς με βουκέντρα πεισματικά το χάσμα των ρωγμών
Ήμουν εκεί στων χρωμάτων τη περιπέτεια  παραδομένη
Στο κόκκινο του πόθου που ακολουθούν τα ιερά μαντέματα
Στο σμαραγδί της ελπίδας που οι κόρες στα οράματα τους βλέπουν
Στο λιλά της μούσας που στο βλέφαρο κατοικεί
Και τέλος στο κυανό της απεραντοσύνης που τα νησιά δεν παύουν να λιξεύουν
Τώρα το γκρίζο κυριαρχεί και το υποκύανο στην ζωή μου θάλπει
Αλλά μην αργείς έλα
Έλα με τις νεφέλες του πρωινού να σκεπάσεις το σώμα μου
Που στα δίχτυα των δακτύλων σου κάποτε πληθωρικό κατοικούσε!

Πλάθω την εικόνα σου με σκληρότητα τις νύχτες
Και ξάφνου την χάνω καθώς αποποιούμαι την ακάνθινη καρδιά των διαδρομών
Μένω να κοιτώ σφαιροειδή τα κομμάτια μου
Σε ένα επαναλαβανόμενο ψηφιδωτό δίπλα σε σέπιες κατεστραμμένες
Αποχωρώ μήπως λύσω τα κλειδωμένα μυστικά σου
Κι εσύ χωλός ενδίδεις στην ψυχρή στιγμή της απάρνησης
Απομακρύνεσαι σαν πικρή προσευχή που κλείνεται σε χείλη αμαρτωλά
Βλέννες καλύπτουν τα μέλη που δεν άγγιξα
Πύο σκεπάζει τις στέπες που δεν είδα
Αίμα ρέει στους ποταμούς που απέταξα
Κι ένα φαρμάκι πικρό κοχλάζει σε φλέβες που δεν διέτρεξαν κύκλους
Αλλά εγώ ορθή ναι, θα σταθώ μόνο για σένα
Έλα μην αργείς έλα ξανά
Να διακόψεις της νυχτερίδας τον περίπλου στο σπασμένο κρανίο
Να ξεντύσεις το παιδί που ανοιχτές οι πληγές του κακοφόρμισαν
Έλα μην αργείς κι εγώ θα γίνω ουρανός με αχνές νεφέλες
Αναπότρεπτα να με ζητάς και να με κανακεύεις σαν λιανόφτερο πεταλούδας χρυσής!