Δευτέρα, 28 Φεβρουαρίου 2011

κόκκινη στεφάνη


Μέσα σε λάμπα μυστική
Καθελκύω το όνομα σου
Με κίνηση βουβή σαλαμάντρας
Ακούω τους ωροδείκτες της καρδιάς σου
Να χτυπούν ασταμάτητα
Πριόνισμα της αυταπάτης
Ανθίζει στην κόκκινη στεφάνη της αμμουδιάς
Χτυπούσα με σίδερο αρμυρό
Τη λάμψη της πέτρας πάνω στο ακροθαλάσσι
Το μακρινό νερό βοούσε
Στους ακρογώνιους ποταμούς της θύμησης
Πήρες τη πέτρα του αχάτη
Με το αριστερό σου χέρι
Και μου τη χάρισες
Είναι μακρινές οι μέρες
Που το ταπεινό είδωλο του λόγου σου
Χτύπησε πάνω στη γλώσσα της φωτιάς
Οι κουρσάροι της νύχτας
Κατέλυσαν το σώμα σου
Πλαισίωσαν με μπλε κορνίζα
Την αθέατη ματιά του σφριγηλού σπόρου
Ήταν κοντά η αδερφή σου
Που κρατούσε το πανέρι
Με τα ολόγλυκα μήλα
Μια νεροποντή ξαφνική στέναζε
Κάτω από την ολοκληρωμένη
Διάχυση της φύσης
Το μπουμπούκι φλέγεται είπες
Η μνημοσύνη ζητά λύτρωση
Η κατακραυγή των μουσών
Κρατάει ένα μακρυμάνικο μαχαίρι
Όταν πλησιάσει το πλοίο στην ακτή
Θα ανοίξω τα αμπάρια του
Θα ψάξω κείμενα αυστηρά
Και τη γραμμή της αλήθειας στο χέρι
Κι ύστερα θα ενσωματωθώ
Στην ματωμένη στιγμή
Της υποδεσπόζουσας παπαρούνας
Σκεπάζοντας απαλά με χάδια
Τους κροτάφους του σχιστόλιθου
Θα μείνει το δίχτυ μου αδειανό
Οι καθρέφτες θα έχουνε σπάσει
Και αίμα θα στάζουν τα παρκέτα
Που κοιμήθηκες
Μέσα στο δρόμο και στα χαμαιτυπεία
Θα γυρέψω νέες δυνάμεις
Και την τυραννία της πανοπλίας θα ντυθώ
Ύστερα με την χειρονομία του απαγχονισμένου
Θα ιχνηλατήσω την αχυρένια
Καλύβα των φυλακισμένων
Διασπαρμένος σε άπειρους ήλιους
Θα ανεβάσω την ψυχή μου στον αιθέρα
Πυρό το φως
Ήρθε η στιγμή να αγαπηθούμε
Στο σκοτάδι θα διαφυλάξω
Το κυματιστό σώμα του θανάτου
Μην απορρίψεις τη χρυσή τομή της μέρας
Το νόμο των αθώων
Την αιώνια δόξα της λεγεώνας
Σιωπηλά να ζυγίσεις τον αέρα
Και με το νύχι να χαράξεις
Ένα φτιασίδι στο πουκάμισο
Φωλιά να στήσεις πάνω στο μετάξι του ορίζοντα
Απόρθητος και μόνος
Να ανασύρεις στα κουπιά της θάλασσας
Την αλυκή των γλυκών αναμνήσεων
Εγώ θα στερεώσω μια επιγραφή στον ουρανό
Να σε προσέχει από το περίλαμπρο φως
Τα λουόμενα μπράτσα σου
Είναι οι άγκυρες στα τριγωνικά
Μάτια της θάλασσας
Ο αφρός που καταδιώκει τις μέλισσες
Φλοίσβοι θα πνίξουν τα όνειρα σου
Κι ο έρωτας καλπασμός μυθικός
Στις έφιππες γλώσσες του χαλικιού
Θα σε εκπορθεί
Μέσα σε λάμπα μυστική
Καθελκύω το όνομα σου 
Με κίνηση βουβή σαλαμάντρας

Δευτέρα, 7 Φεβρουαρίου 2011

βραδιές αγάπης


Ελλοχεύουν οι αλήθειες στα χέρια σου
Σαν τα αμαρτήματα της πρώιμης
Παπαρούνας στις λαγόνες της γης
Οι λεύκες ετοιμοθάνατες λυγίζουν
Ακατάπαυστα  τις λόγχες τους
Σαν τα κορμιά  των ζητιάνων που απαρνήθηκαν
Τη φτώχεια των υπόγειων σταθμών
Κι άδολα τώρα επαίρονται
Την απληστία των συρμών
Πάνω στο ζωγραφιστό μάγουλο του Σαββάτου
Δροσερό το απόβροχο της πληγής
Πίσω από την κεντρική αψίδα του ουρανού
Περιμένει τον αποστολέα της γιορτής
Για να ανάψει τα τέλια του σώματος
Αστόλιστη η ομίχλη λοιδορεί και
Κρούει το ασημένιο της τύμπανο
Σε ρυθμούς απίστευτα δωρικούς
Το αλουμίνιο της πόρτας σκληρό
Εγκάρσια διπλωμένο στη διττή κρύπτη
Μέσα στα υπόγεια ρεύματα των θαλασσών
Σε είδα με τον Πήγασο να διαβαίνεις
Χωρίς ματοκλάδια και αστερισμούς με μόνο
Το τραχύ σου στήθος στητό στο φως
Όμοιο μικρό ελάφι που έχει λύσει τις οπλές του
Πόλεμο σε είπανε
Νίκη εγώ σε βάφτισα
Παιάνα σε τραγούδησαν
Νανούρισμα εγώ σε αποκοίμισα
Σάλπιγγες σε συνόδεψαν
Αιμάτινη ακολουθία του έρωτα εγώ σε μύησα
Κρόταφοι και εξάσφαιρα τραβούσαν το αίμα σου
Μικρές βελούδινες αγκαλιές εγώ σου πρόσφερα
Πόλεμος η αγάπη και ανιδιοτελές στέμμα
Σε βασίλισσες που το θρόνο τους ανέτρεψαν
Τα πανάρχαια στρατεύματα του παγετού
Ζωή συνεσταλμένη σε υπέργεια πηγάδια
Με το κρότο της σελήνης στο ηθικό φορτίο του νερού
Μια στάμνα με υγρό περίγραμμα
Αναμένει το κυρτό έλασμα του αστρολάβου
Πριν βυθιστεί στα πλοκάμια του κισσού
Μάντρες και κορμοί δέντρων απίθωσαν
Δάκρυα διαμαντικά πάνω στα ημισφαίρια σύννεφα
Είχε σταλάξει ο χρόνος αλλοτινά θραύσματα
Στη κεντημένη του ποδιά
Μια απαρχή στις αναρριχημένες φωτιές των γλάρων
Ανέδυε τους μυστικούς κώδικες της πτήσης σου
Ναϊάδες σε ταξίδευαν
Εσπερίδες σε πολιορκούσαν
Μούσες σε διαπερνούσαν
Λιανοτράγουδα με τα μικρά βάσανα στο πέλμα
Σε τραγουδούσαν μες το κρύο χνώτο του θυρεού
Σαν απήγανος και κεφάλι ώριμου σταριού
Θυσιάστηκες στην πορφύρα της κοσμικής ελευθερίας
Ανάμνηση του φιλιού θλίβει το κουρασμένο σου βλέμμα
Πικρό φιλί της γλυκόριζας  μεσουρανεί
Στο κάτοπτρο της εφήμερης σελίδας της πλάνης
Απόβραδο της ποίησης στην μεγάλη λεωφόρο
Χρήζουν θεές τις βραδιές της αγάπης
Που τόσο οικτρά ένα βράδυ αποποιήθηκες
Καφετί νότες στα ερτζιανά κύματα
Ξιφουλκούν το σμίξιμο των άστρων
Ζώντας στο περιθώριο των αιώνιων κρίνων
Ελλοχεύουν οι αλήθειες στα χέρια σου
Σαν τα αμαρτήματα της πρώιμης
Παπαρούνας στις λαγόνες της γης