Κυριακή, 16 Σεπτεμβρίου 2012

Στη συχνότητα του κεραυνού



Έπιασα την συχνότητα της ψυχής σου απόψε
Χωρίς να με αντιληφθείς
Λιποτακτούσες σε λιβάδια στρωμένα
Με ασφόδελους και λιλά νυχτολούλουδα
Ένα γεράκι με βλέμμα ευθύβολο
Ακροπατούσε στις αργιλώδεις εκτάσεις
Της πευκόφυτης ρεματιάς
Συντροφιά μόνη
Στης μοίρας το σβηστό καντήλι
Ένας Θεός φτερωτός

Τρεμόπαιζε το ασύμμετρο φως
Της πυγολαμπίδας στο πρόσωπο σου
Σχηματίζοντας στο πεντάγραμμο των ρυτίδων σου
Το νυκτερινό πρελούδιο
Της ανίκητης Άνοιξης
Ηχοκύματα διαπερνούσαν
Τις παρειές του προσώπου σου
Σιγοτραγουδούσες
Μικρές μπαλάντες στα διάκενα της σιωπής
Χανόσουν στα άσπρα σκαλοπάτια χωρίς πυρσούς
Σαν κωπηλάτης που έχασε τη ρότα και τους φάρους έσβησε

Καρτερούσες μονάχα την πειρατική φρεγάτα να 'ρθει
Από ταξίδι στα βάθη της νύχτας
Χρυσάφι κι πετράδια κοσμούσαν την εικόνα σου
Προορισμένος στα θαύματα καθώς ήσουν
Τύλιγες εγκάρσια τις πληγές των αγγέλων
Ανασήκωνες το καπάκι  του κλειστού πηγαδιού
Κι εκθαμβος έλυνες στη στιγμή τα αινίγματα όλα
Απορούσες
Σαν το παιδί που αντικρίζει την ήβη του ήλιου
Κλεισμένη στις χούφτες του
Φοβόσουν... φόβο και πάθος άδηλο
Ένα χειροφίλημα ξάφνου σε συνέφερνε
Από κορίτσια που ασβέστωναν
Τον περίγυρο των μνημάτων παραμονές του κλήδονα
Από αγόρια που έστριβαν μακριά τσιγάρα
Φρουρώντας  τα μαρμάρινα αγάλματα της  πόλης

Έπιασα την συχνότητα των δακτύλων σου απόψε
Χωρίς να με αντιληφθείς
Χτυπούσες αθόρυβα τα πλήκτρα και ξεπηδούσε το ποίημα
Γραφή διττή με πολλές αγκύλες κι αποσιωπητικά
Σ' έχανα έτσι διαιρεμένο κι απροσδιόριστο
Πληθώρα τα ερωτηματικά στις πτυχές της κουρτίνας
Πολλές οι βαθυχάρακτες γραμμές στο παλιό μου κομπολόι

Το ήξερα χωρίς να μου το πεις
Οπλισμένος χαράματα πως θα γυρίσεις
Με την σκληρότητα του κεραυνού στο χέρι
Να χαράξεις βαθιά την ψυχρή επιφάνεια του καθρέφτη της εισόδου
Εκεί να σε βλέπω
Εκεί να σε ψηλαφίζω
Εκεί να σε κρατώ
Την παγωνιά των πορφυρών φιλιών να αποζητώ
Από κάτοπτρα τεμαχισμένα σαν του προσώπου σου τις κυρτές γωνίες