Πέμπτη 11 Απριλίου 2024

Γλάρος να ήταν;

Πήγα στο γιαλό με την παχιά άμμο
εκεί που κάποτε έπαιζες με τα παιδιά.
Περνούσε ο άνεμος, φυσούσε γκρέμιζε
πύργους έπαιρνε καπέλα, στίλβωνε μαλλιά.
Δεν τα παρατούσες.
Συνέχιζες απτόητος, τα παιδιά
χειροκροτούσαν, τα καπέλα
επέστρεφαν και θρηνούσαν
πιεσμένα κάτω από βαριά βότσαλα.

Πήγα χτες στο γιαλό.
Άγριες βιολέτες, καλαμιές
και άμμος σπυρωτή.
Ένας γλάρος έκρωζε, ένα πανί
εξαφανιζόταν, ένα ψάρι δοκιμάζονταν
στον αφρό.
Χαμηλή πτήση, έφοδος.
Ο γλάρος δεν βουτά στο κύμα.
Η άμμος καίει το ράμφος του.
Οι πύργοι μια φωτογραφία παλιά.

Ο άνεμος να τρέχει σβαρνώντας αναμνήσεις.
Τρέμουν οι πύργοι σαν χέρι σε προσευχή.
Ο γλάρος εκεί να κόβει βόλτες.
Μυρίζει καμένο.
Ανεβαίνει σαν καϊμάκι ο πόνος.
Χαμηλές πτήσεις, σκάει το κύμα
σώζονται οι πύργοι την τελευταία στιγμή.
Χειροκροτήματα ακατάπαυστα.
Τα παιδιά φευγάτα.

Εγώ, ο γλάρος, ο άνεμος κι ο γιαλός.
Μου φεύγει το καπέλο.
Άνεμος καρμανιόλα.
Το αρπάζει έπειτα ο γλάρος το παίρνει μακριά.
Εξαφανίζεται.
Δυο σύννεφα σμίγουν, πέφτουν
σταγόνες.
Τσαλαβουτάω στην άμμο,
τα χνάρια μου πατημασιές γλάρων.
Ακούω κρωξίματα, αναπηδώ.

Πλάι στην άγρια βιολέτα πέφτει
μια τριμμένη καρτ - ποστάλ
με έναν μεγάλο γλάρο.
Δοκιμάζω να την αγγίξω,
δεν ξεχωρίζω τι γράφει.
Τσαλαβουτάω στην άμμο
τα χνάρια μου μια δυσδιάκριτη γραφή,
κάποιος μου επιστρέφει το καπέλο και φεύγω.
Γλάρος να ήταν;