Παρασκευή, 12 Νοεμβρίου 2010

οι οριζόντιες προσωπίδες



Όταν τα μάτια σου
Εξαγγείλουν
Το ψέμα 
Θα ντυθώ 
Την σιδερένια σου 
Προσωπίδα 
Δεν θα με αναγνωρίσεις 
Όσο κι αν ποθείς 
Τη διαύγεια 
Της γόνιμης σάρκας μου.. 
Τα πορτοκαλάνθια  της λήθης 
Θα έχω ντυθεί 
*
Μικρά ψάρια 
Αιωρούνται στον ορίζοντα
Οι αστραπές της φυγής 
Ξεκουράζονται 
Στα χρυσά τους λέπια 
Λευκαίνουν τα μάτια τους
Με τις ψηφίδες του ορείχαλκου 
Μακάρια τα ψάρια 
Λιπαίνουν  τη χλόη 
Του αστέρινου γαλαξία 
Με αίμα γαλαζωπό εμβρυογενές 
Δίνονται στον έρωτα
Σαν αιώρες θνησιγενείς
Επιστρέφουν στο φως
Εκεί που η θάλασσα 
Τινάζει τα αφρώδη σεντόνια της 
Στο κόλπο της Αιολικής πέτρας 
Τα ψάρια αναπνέουν 
Τις φιγούρες 
Των αρματοφόρων σύννεφων
Και κονιορτοποιούνται
Σε ψήγματα ανθρωπινής σιγής 
*
Λιθοβολούσαν τον άνεμο 
Άρμενα νοτερών 
Ναυαρχίδων 
Απόβαση 
Σε κοραλλιογενείς νήσους 
Προσχεδίαζαν οι φανοστάτες 
Χωρίς ούτε έναν αποστάτη 
Στο εφαλτήριο τους 
Αδημονούσαν οι λαοί
Η γη ένα δώμα ασημόκρουστο
Σώπαινε
Κανείς δεν την προειδοποίησε 
Για το ταξίδι 
Της απατημένης αγάπης 
Ο αποσπερίτης ανέβαζε
Τις πράσινες γαζέλες 
Της σαβάνας 
Οπισθοχωρούσε  ο ορίζοντας 
Σαν κάτωχρος σκύλος 
Είναι βουβός ο πόνος 
Κάτω από το χώμα