Σάββατο, 3 Φεβρουαρίου 2018

Τα πλην της ταυτότητας

Αποτέλεσμα εικόνας για ο μαυροπίνακας

Κάτι έπρεπε να γράψει σήμερα Έστω μια λέξη Έστω κάποια ορνιθοσκαλίσματα να σκαλίσει
Θυμήθηκε τη δασκάλα της Απρόσιτος άνθρωπος Διαρκώς την παρατηρούσε:
"Διόρθωσε τα γράμματά σου Τι ορνιθοσκαλίσματα είναι αυτά που κάνεις;"
Αυστηρή και άκαμπτη ήταν με μακριά ολοκόκκινα νύχια που 'μοιαζαν με ψεύτικα
Ψεύτικη ήταν κι η ψυχή της Ανούσια η καρδιά της Παγερή σαν τις λόγχες των ηττημένων
Δεν τ' αγαπούσε τα παιδιά Προέκταση του χεριού της ήταν πάντα μια βέργα
Στα διαλείμματα μασούσε πάντα πασατέμπο Έριχνε τα φλούδια πάνω στις πλάκες
Του προαυλίου κι ήταν σαν να χιόνιζε όλες τις εποχές του χρόνου
Αν ζει ακόμα θα έχει ένα σπίτι ολοχιόνιστο από αυτή της τη συνήθεια!
Κάτι έπρεπε να γράψει εξάπαντος Μια γραφή εμπρηστική
Να ζωγραφίσει έστω μια χελιδονοφωλιά
Να θυμηθεί το φιλόξενο παιδικό μπαλκόνι της Αυτό που έβλεπε προς το χρωματόδρομο
Είχε πάντα δυο χελιδονοφωλιές εκεί Απάνεμο μέρος Ανατολικό
Πως τα περίμενε κάθε Άνοιξη τα χελιδόνια Πόσο αγαπούσε τα μικρά τους
Ανοιχτά ράμφη κι οι τροφοί τους ακούραστοι
Ένα διαρκές πηγαινέλα
Τιτιβίσματα Μικρές πορείες Άχυρο και λάσπη κοκκινωπή
Μαστοριά κι ανυπόμονα φτερουγίσματα Σκουλικάκια και ψαλιδίσματα
Πήρε την πένα της Διαπίστωσε πως δεν είχε μελάνη
Πήρε το ανταλλακτικό απ' το γραφείο και το τοποθέτησε προσεκτικά
Λερώθηκε λίγο
Μαύρη μελάνη σαν τις φτερούγες των χελιδονιών
Σαν τις πλάκες των ηφαιστείων
Σαν τις μπαγκαζιέρες των παροπλισμένων τρένων
Τι θα μπορούσε όμως να γράψει;
Ένα ποίημα ίσως Ένα χρονογράφημα Ένα διήγημα Ένα κορμό μυθιστορήματος
Τίποτα απ' όλα αυτά κι όλα αυτά μαζί
Μια επιστολή σε ένα μακρινό συγγενή στην τελική
Να εκφραστεί ήθελε Να φύγει η σκιά που στένευε την αναπνοή της
Που μπλάβιζε τα μάτια της  Που ξέραινε τη σκέψη της
Μια ατέρμονη προσπάθεια να κρατηθεί απ' το λίγο
Τ' αγαπούσε το λίγο Της ήταν κάποτε αρκετό
Το προέκτεινε να μοιάζει με το όλο Τα κατάφερνε
Ένας ολοστρόγγυλος κύκλος
Μια στεφάνη παλιού βαρελιού που ο πατέρας της έφερε από το πατρικό του
Καθότι ο παππούς της διατηρούσε μαγειρείο με ένα κελάρι σκοτεινό με ολόδροσα κρασιά
Κάποτε το χωριό της είχε αμπελώνες Φημίζονταν τα κρασιά του
Ύστερα τα ξεκώλωσαν κι έβαλαν ελιές
Ποτέ δεν έμαθε το λόγο Έμειναν όμως τα τοπωνύμια:
"Το πέρα αμπέλι" " Τ' αμπελάκι" " Ο αμπελώνας" "Το παλιάμπελο"
Το λίγο λοιπόν αποζητούσε
Με μια λεπτή χαρακιά ν' ανοίξει την κακοφορμισμένη πληγή της
Μικρή σαν ήταν είχε χαράξει μια ξυραφιά πάνω από το γόνατό της
Ακόμη είχε το σημάδι
Ήθελε να φτιάξει ρουχαλάκια για τις κούκλες της μα η μαμά τής είχε κρύψει τα ψαλίδια
Αφού ανηλεώς είχε κομματιάσει μπόλικα καλά της ρούχα Έτσι κατέφυγε στο ξυράφι
Αχ τι χρόνια!
Πόση φωτεινότητα!
Πόσα κανίστρια γεμάτα με οπώρες!
Πόσες εξοχές γεμάτες με ξωκλήσια και σήμαντρα!
Το βρήκε Δεν θα έγραφε τίποτα Στο μπαλκόνι της θα 'βγαινε
Να συνομιλήσει με τα ζουμπούλια που ήταν σε πλήρη άνθιση
Να ανθίσει κι αυτή
Το μυαλό της να καρπίσει
Επί ματαίω να μην αποζητά το άρρητο και το αφανές
Έβρεξε τα χέρια της και κοίταξε προς τον δρόμο
Ένας γυρολόγος διαλαλούσε την πραμάτεια του
-Παλιές γραφομηχανές πουλάω με αντίκες τις αντικαθιστώ
-Παλιά νομίσματα ανταλλάσσω
-Μαυροπίνακες προπολεμικούς χαρίζω σε όποιον μου γράψει τον πιο δυνατό στίχο
Πήρε τα χαρτιά της και σκάρωσε ένα στιχούργημα:
"Αν σου αντισταθεί το Άλφα πήγαινε στο Βήτα κι αν κι αυτό σου αντισταθεί πήγαινε στο Ωμέγα 
Ο κύκλος να κλείσει Το μέγιστο να ζήσεις θαύμα της ολοκλήρωσης"
Του τον χάρισε και τώρα πανευτυχής έσβηνε κι έγραφε πάνω στη μαύρη πλάκα
όσα το χαρτί επίμονα της αρνιόνταν
Το στιγμιαίο και το αιώνιο απαρχής γνώριζε
Μια πλημμυρίδα την έβγαλε αίφνης απ' τα αδιέξοδα
Αδόκιμα θα εργάζονταν από εδώ και στο εξής
Η θάλασσα έχει άπειρα σφουγγάρια κι αυτή έχει πολλά ακόμα να σβήσει πονήματα

Έλαβε μέρος στο δρώμενο "Παίζοντας με τις λέξεις" που άψογα διοργάνωσε η φίλη
me(maria) και την ευχαριστούμε πολύ !!!!