Παρασκευή, 30 Αυγούστου 2013

Υδάτινες διαδρομές



Απ' όταν έφυγες
Κλείστηκες σε πράσινο ενυδρείο
Στα φύκια του βυθού κατέβηκες
Πλάι στην ανάσα της άμμου
Έφτιαξες το μικρό σου σπήλαιο
Σκοτεινό κρησφύγετο μοναξιάς
Ήταν τότε που τα μάγουλα σου
Πήραν το κοραλλί χρώμα
Που άλλοι έρωτα το είπανε κι άλλοι σερπαντίνα τρελού Αρλεκίνου!

Όταν ξεμάκρυνες
Επέστρεψες στη μήτρα των ωκεανών
Γαντζώθηκες σφιχτά απ' τα πτερύγια
Ενός τέλειου χριστόψαρου
Αψηφώντας τα τρεμάμενα χέρια σου
Που πυορραγούσαν
Τώρα ταξιδεύεις κόντρα στο ρεύμα
Το μάτι σου ακολουθεί την πορεία
Ενός λαβωμένου αχινού που περνά ξυστά στο μολυβένιο σου κρανίο!

Απ' όταν έφυγες
Στράφηκες στις γαλάζιες γάζες του πελάγου
Με νύχι σκληρό χάραξες
Στην πρύμνη της "Ιοκάστης"
Τον όρκο που έμελλε να πατήσεις
Πριν φωναχτά σε μεταπείσω για το αντίθετο
Στον κρόταφό σου ξάφνου
Έδυσε η σελήνη του βυθού
Εκείνη που ερωτεύτηκαν οι έφηβοι στα όνειρα τους
Κόκκινη σελήνη σπλαχνική
Κι εσύ ούτε που καταδέχτηκες να ακούσεις τα ματωμένα της λόγια!

Όταν ξεμάκρυνες
Βούλιαξες σε γρανιτένιους όρμους
Πήρες το σχήμα της απεραντοσύνης
Καθώς πορευόσουν
Προς το σταυροδρόμι των αρνήσεων
Να σταχυολογήσεις τα άπιστα ρήματα της αγάπης
Τώρα μελετάς
Το ανθολόγιο των δικών μας στιγμών
Και πλάνητας στο τέλος
Παραδίδεσαι στων μαγισσών
Το φθαρμένο τραπουλόχαρτο
Με ποντάρεις
Με αδικείς
Με επικρίνεις
Και στο χορό των δελφινιών μάταια δοκιμάζεις νέες φιγούρες!

Απ' όταν έφυγες
Βυθίστηκες στην αγκαλιά του Νηρέα
Υλακές σκορπώντας στα ξυράφια της πλημμυρίδας
Με εκτίναξη αιλουροειδούς
Κυκλώνεις τα περάσματα για τον Άδη
Αθάνατη με θέλεις
Χρυσή σαΐτα να κρατώ
Τη θλίψη να μερώνω των ματιών σου
Γυρνώ στις πρωτινές μας μέρες
Τότε που ξεκάρφωνα από τα χείλη σου
Δροσερούς ιβίσκους και μωβ ίριδες
Κράτα μου το χέρι πάρε την πνοή μου
Κι εγώ θα ζήσω σιωπηρά δίπλα στις φουσκοθαλασσιές και τις φυκιάδες!




Σάββατο, 24 Αυγούστου 2013

Πολιορκητές




Απόψε τάγματα οπλιτών
Πολιόρκησαν τη πόλη μου
Πλίθινοι άνθρωποι της βροχής
Έσπασαν τα τείχη
Που τα κατοικούσε
Η παιδική μου ψυχή
Διπλά τείχη της συστολής
Παραταγμένα στην γειτονιά
Με τους χάλκινους ανδριάντες
Εκεί που απ' τα παλιά χρόνια
Έστηναν κρεμάλες
Για μάγισσες και φονιάδες
Γειτονιά ολοδική μου
Με την όσμωση
Του αναπότρεπτου
Κλάδους έκοβε ανθισμένης αλισφακιάς
Να σκεπάσει την βέβηλη τέφρα που αργά την αφάνιζε!

Απόψε τάγματα οπλιτών
Πολιόρκησαν τη πόλη μου
Χαλασμός καταιγιστικός
Κονιορτός από οπλές αλόγων
Κροταλισμός ισχίων
Συνεπικουρούσαν στην βίαιη αρπαγή μου
Από τους επιδρομείς
Λίθοι ακρογωνιαίοι
Συστρέφονταν
Αφήνοντας μετέωρο
Το παραληρηματικό μου σχέδιο
-Οράματα του ενυπνίου απέθαντα-
Πεζά στίφη
Χάραζαν σβάστικες
Στο ψηλό κορμί
Του κυπαρίσσου
Με το γαμψό τους νύχι
Στιλέτα του μίσους
Ξερίζωναν τους μικρούς θάμνους
Που οι γηγενείς ακουμπούσαν την αρματωσιά τους να αγιασθεί!

Απόψε τάγματα οπλιτών
Πολιόρκησαν τη πόλη μας
Εισχώρησαν στις ματωμένες
Καμινάδες μας
Να αρπάξουν από τις εστίες μας
Τα τάματα που είχαμε
Ετοιμάσει για τους θεούς μας
Μικρά γυάλινα ματόχαντρα
Φυλακτά προγονικά
Και ασημένιες πόρπες
Για το πέτο της ιέρειας
Άχαρα τα περιέφεραν στη πόλη
Δοκιμάζοντας τις αντοχές μας
Δεν βρήκαν όμως
Το βιβλίο των ηρώων
Να βεβηλώσουν
Εκείνο που η μητέρα φύλαγε
Πλάι στο εικονοστάσι
Στη γωνιά του δικού μας Προφήτη
Έτσι σαν ξυπνήσαμε την επομένη
Είχαμε ακόμα λίγη λάμψη στα μάτια κι ένα καρφάκι δόξας στα μαλλιά μας!


Κυριακή, 18 Αυγούστου 2013

Η θαλασσογραμμή του ουρανού



Από την θάλασσα απέδρασαν
Μπαμπακένια και εμβληματικά
Τα τελευταία σύννεφα
Τα έβλεπα από το παράθυρο μου
Καθώς περιόδευαν
Κονιορτός να γίνονται
Και με πυρήνες υγρούς
Να σχηματίζουν
Μια γαλάζια θαλασσογραμμή
Στις ανεμότρατες του ουρανού που ναυαγούσαν!

Σε τηλεσκόπια ναυτικά
Παρακολουθούσα τη διάταξη τους
Γραμμές και σήματα σφηνοειδή
Τρέμιζαν σαν φάροι βραχονησίδων
Πάνω στα μπλάβα ύφαλα της Ανδρομέδας
Σχέδια ανακόλουθα
Μπερδεμένα στην ανυφάντρα τρέλα
Μπαμπακένια και εμβληματικά σύννεφα
Κατέκλυσαν του σύμπαντος
Το πληγωμένο υπογάστριο
Αμαχητί παραδομένα στα δηλητηριώδη βέλη από τη φαρέτρα της Αστραπής!

Θαλασσογραμμή τεθλασμένη σχεδίασα
Στου τζαμιού το κρύο κρύσταλλο
Να βρει η ματιά μου φωλιά να ακουμπήσει
Κι η καρδιά μου μέρος να ξεγελάσει το σφυροκόπημα
Να μην αφήνομαι μονάχη στο στερέωμα
Μικρούς θεούς να ανακαλύπτω
Αποκρουστικούς και κερασφόρους
Γυρίζω πίσω στα υφαντά στρωσίδια
Που μου χαρίζει η μοναξιά της ποίησης
Πορφυρή μπατανία της Σύλβιας να γίνω
Να ξεδιπλωθεί το όνειρο μου σαν μεγαλυνάρι ερωτικό
Απαρχής με μάτια κλειστά να ξεχωρίζω
Του ίσκιου μου το πεσμένο πλατανόφυλλο αθρυμμάτιστο!

Η γη κοχλάζει στα χέρια μου
Σαν το αίμα πρωτόφαντου πόθου
Ερωμένη του απείρου
Κλώνους κόβω αμάραντους
Στεφάνι να πλέξω στην έφηβη κόμη του Αυγούστου
Να γλυκάνει μεστό το σταφύλι
Στο πατητήρι της καρδιάς και θείο νάμα να γίνει
Στον κοχλία να το απιθώσω της ομορφιάς
Να πραΰνει το πάθος στα χείλη μου
Που την ανάσα έκφυλα πέτρωσε
Απαρχής με μάτια πύρινα
Αποφασισμένη και εναργής
Το βιβλίο να ανοίξω των προφητών
Να διαβάσω τα εδάφια της μυστικής μου ειμαρμένης
Όμοιος άνεμος να αφανίσω τα σημάδια στην άμμο
Που ακούραστα με καλούσαν να ασπαστώ τις ουράνιες θίνες!



Δευτέρα, 12 Αυγούστου 2013

Το δικό μου δρομολόγιο


Πριν γεννηθώ κατοίκησα
Σε ένα φωτεινό νεφέλωμα
Εκεί προετοιμάστηκε
Η έλευση μου στο κόσμο
Το χέρι κράτησα της αστραπής
Έτσι που πύρινα φτερά
Φύτρωσαν στους ώμους μου
Συγγένεψα με τους ουράνιους ποταμούς
Κι απείθαρχη χωρίς κοίτη και μέρισμα
Απλώθηκα πάνω στης γης το κρησφύγετο
Θησαυρούς συνέλεξα από τις αλυκές των άστρων
Τόσους που να μην πεινούν τα όνειρα
Που τα μικρά παιδιά πλάθουν στον ύπνο τους!

Πριν γεννηθώ κατοίκησα
Σε ένα σκοτεινό νεφέλωμα
Ήμουν το αγαπημένο τέκνο
Της αμφισβήτησης και της τρέλας
Μέρωνα μόνο κοιτάζοντας κατάματα
Τις βρόχινες στέρνες να βοούν με μανία
Τις νύχτες που η νοσταλγία σβήνει
Το φέγγος της σελήνης από τη μετόπη της πατρίδας
Ανδρώθηκα και ψήλωσα
Δίπλα στα άβατα μέρη του σύμπαντος
Εκεί που οι Αμαδρυάδες μεταβαίνουν οργισμένες
Σε χιλιόχρονους κορμούς
Για να αφανίσουν τον πέλεκυ
Που μάτωσε το σκισμένο φόρεμα τους
Περιπλανήθηκα απέλπιδα στους λειμώνες του Άδη
Ώσπου στο τέλος αφυπνίστηκα με αίμα
Κλώθοντας κόκκινα μαντήλια μεταξωτά
Στόλισμα να τα βάλω στον ιδρωμένο τράχηλο του κόσμου!

Πριν γεννηθώ κατοίκησα
Σε ένα φωτεινό νεφέλωμα
Απαρχής ξεδιάλεξα για φίλες μου
Τις εξώκοσμες νεράιδες με τα αμίλητα πρόσωπα
Έζησα διαιρεμένη
Ανάμεσα στον Έρωτα και το Θάνατο
Σχεδιάζοντας με χέρι τρεμάμενο
Τον επάλληλο κύκλο της αρχέγονης αλήθειας
Έπλασα μύθους άφευκτους και δυνατούς
Γεννήτορες της κρυφής σκέψης
Με μόνο εργαλείο
Την λεπίδα και τον άκμονα των αστεροειδών
Σαν ασκητής βίωσα την μέθη της λύτρωσης
Στήνοντας βωμούς ορειχάλκινους
Με την πατίνα της φαντασίας σε ορμίσκους αθέατους
Εκεί που οι Θεοί των Φοινίκων προσαράζουν τις λέμβους τους
Κυνήγησα της μέλισσας το ταξίδι
Και σε ανθούς υπερβατούς γονιμοποίησα το βρέφος της αγάπης
Μη λείψει το αχνογέλιο από τον λίκνο του κόσμου και λαβωθώ!



Παρασκευή, 9 Αυγούστου 2013

Ονειροφαντασία



Σε όνειρο μεσημεριανό αποξεχάστηκα
Κρούοντας τα κύμβαλα της ηδονής
Αναχωρούσα σε υψηλών πτήσεων
Ονειροφαντασία σκορπώντας λάμψεις
Και σκιάσεις απόκοσμες που φέρναν ίλιγγο
Κρουστά τα μέλη μου προσδένονταν
Στο χρυσό περιδέραιο του ήλιου
Κι ελίσσονταν σε χοϊκούς ρυθμούς, ερωτικούς
Ήμουν το τιμώμενο πρόσωπο
Στο κλειστό θέατρο του παραλόγου
Παρότι εμφαντικά η θέση μου ήταν στα παρασκήνια
Στη σκηνή έβγαινα ζωσμένη χρωματιστά μαντήλια
Παίζοντας το ρόλο μου διονυσιακά
Ρόλο ζωής γητεμένης
Που από εφτάχρονο παιδί είχα διαλέξει!

Σε όνειρο μεσημεριανό αποξεχάστηκα
Κρούοντας τα κύμβαλα της ηδονής
Σε ουρανό με πολύχρωμες ομπρέλες
Πετούσα σαν κορυδαλλός κατατροπωμένος
Από σμήνη αρπακτικών με σιδερένια ράμφη
Τρόμαξε ξάφνου η σκιά στο ξέχειλο στήθος
Χλόμιασε το κερί μα δεν έσβησε στο σαμντάνι
Δεν ήταν εφιάλτης
Ίσως μόνο ένα παραλήρημα πυρετικό
Της νοσταλγίας δεν εξουσίαζε το φυλάκιο
Κλειδί δεν κρατούσε
Που τις πόρτες ανοίγει της απειλής
Ούτε την αρμαθιά του κλειδοκράτορα
Στόχευε να αρπάξει
Νικητής να εισέλθει στα παραδουνάβια κάστρα του νου
Ή σκηνίτης υποταγμένος στο πλευρό του βράχου
Ένδοξα να επιβραβεύσει το ανελέητο φως του Αυγούστου!

Σε όνειρο μεσημεριανό αποξεχάστηκα
Κρούοντας τα κύμβαλα της ηδονής
Σε δρόμο βρέθηκα ουράνιο
Να μαζεύω πυγολαμπίδες απ΄του γαλαξία το στέρνο
Σε σκαλιστά στο βράχο μονοπάτια βάδισα
Κατάμονη να αφουγκράζομαι τις υλακές των σκύλων
Χωρίς ούτε ένα ψεγάδι στην ψυχή
Τρομαγμένη τώρα ρίχνομαι στης πυράς το πηγάδι
Με τα φτερά μου ακόμα υγροποιημένα
Από τον ασβέστη της χαραυγής
Απομυθοποιώ τις γήινες ταλαντώσεις της καλαμιάς
Που σε ποταμού φρύδι σείεται νωχελικά
Πορφυρένια κρατώ στα χέρια μου κορδέλα
Κι έχω τα μαλλιά ξέπλεκα
Καίγομαι μα ξανανθίζω αέναα
Έγινα πυρά και αφανίζω τις οριογραμμές των ηφαιστείων!