Κυριακή 8 Μαρτίου 2026

Το κόκκινο πέταλο

haibun 

Ήταν ένα ανοιξιάτικο πρωινό. Δεν φυσούσε καθόλου. Όλα γύρω ασάλευτα. Οι ιτιές κι οι πικροδάφνες ακίνητες. Κατέβηκε στον κήπο. Στο παρτέρι με τις κόκκινες τουλίπες ζουζούνιζαν δύο μέλισσες και στο χώμα κυκλοφορούσε αμέριμνος ένας γαιοσκώληκας. Τέλος εποχής γι αυτά τα λουλούδια και κάποια είχαν ρίξει ήδη τα πέταλα τους στο υγρό χώμα.

Σγουρά τα φύλλα 
άρωμα παπαρούνας-
οι μίσχοι λεπτοί. 

Πήρε ένα πεσμένο πέταλο, το ακούμπησε στην παλάμη. Το περιεργάστηκε. Το χρώμα δεν είχε ατονίσει ακόμα και το βελούδο από την επιφάνεια του δεν είχε χαθεί. Το απώθεσε στα χείλη. Ανοιξε το τσαντάκι της κι έβγαλε βιαστικά το καθρεφτάκι. Κοιτάχτηκε. Το κόκκινο στα χείλη τής πρόσθετε φρεσκάδα. Έδενε με τα μάγουλα της που είχαν κι αυτά 
ένα φυσικό κόκκινο χρώμα σαν τις τουλίπες. 

Γόνιμος κάμπος-
άνθισαν οι κερασιές 
ζουζούνια πετούν. 

Ο τρελός ναύκληρος

Έσταξα αίμα στο γιαλό 
το πήρε ένα πλοίο 
στα ξάρτια του τ' ανέβασε
ήταν βαρύ φορτίο 

Παντιέρα κόκκινη έγινε 
και τώρα ταξιδεύει 
τους γλάρους έχει συντροφιά 
στην όστρια χορεύει 

Κόκκινο αίμα της καρδιάς 
που οι πειρατές ζηλεύουν 
του έρωτα απόσταγμα 
γιορτές που δεν τελεύουν 

Στέκομαι στο κατάστρωμα 
περήφανη το θωρώ 
ρανίδες κι άλλες σπαταλώ
να 'χει κόντρα στον καιρό 

Πιάνει λιμάνια ξακουστά 
στους κάβους τραγουδάει 
έχει τρελό έναν ναύκληρο
που στα νερά πηδάει 

Κόκκινο αίμα της καρδιάς 
που οι πειρατές ζηλεύουν 
του έρωτα απόσταγμα 
γιορτές που δεν τελεύουν.