Τρίτη, 30 Ιουλίου 2013

τι με δίδαξε η μαρμάρινη όψη σου



Σε προθήκες μουσείων στέκεις
Ακριβοθώρητος και μόνος
Πανάρχαιος τιμωρός της λήθης
Σταθμίζεις τις επελάσεις
Της ασίγαστης τέφρας
Του χρόνου
Στην κρύα σου κόμη
Εξυφαίνοντας
Τα άτρωτα βοστρυχωτά
Δίχτυα της εφηβείας!

Ράθυμα αντικατοπτρίζεις
Σε κάτοπτρα παράδοξα σκοτεινά 
Το μπαρούτι του κάλλους σου
Σαν λουλούδι τοιχογραφίας
Μοιάζεις
Που απ' το χρώμα του
Τα πουλιά αναδιατάσσουν
Το φτερωτό τους περίβλημα
Με διαβαθμίσεις αισθησιακές!

Μέσα στη κρυστάλλινη προθήκη σου
Κερνάς φιλί προδοσίας
-Τον ερμητικό μύθο σου -
Στα ανυποψίαστα θύματα σου
Άκαμπτος παραμένεις
Κι απόξενος ερημήτης
Κλεισμένος στον κρουστό ήχο
Των λαμπρών σου μυώνων!

Χέρι δεν σε αγγίζει
Αφή δεν προσκυνάς
Ατελεύτητα μόνο σπρώχνεις
Των ματιών σου το πυρσό
Πάνω στα καλλίγραμμα μέλη
Των ανήλικων κοριτσιών
Που σκιρτούν στη λευκή σου θέα
Ερωτευμένος της αιώνιας νιότης!

Πολλά με δίδαξε
Η μαρμάρινη όψη σου
Μα εκείνο που κρατώ
Ακλόνητο πειστήριο
Της ομορφιά σου
Είναι το απόρθητο χαμόγελο
Που με κερνάς στα όνειρα
Πως να σου αντισταθώ;
Που γόρδιο δένεις πάνω μου
Το δεσμό της αμαρτίας!

Στο εκμαγείο σου
Θα περιχύσω
Αθάνατο νερό
Και μάγμα ηφαιστείου
Να σε αναστήσω απ' την αρχή
Κι ολοπόρφυρο και σφριγηλό
Να σε φυλάξω
Στην ιστορική της καρδιάς αυλαία
Μοναδικό και μέγα Ιμπρεσάριο!


Σάββατο, 27 Ιουλίου 2013

εφορμώ στο σκοτεινό σου σύμπαν



Είσαι ο πολικός μου πλανήτης
Εκείνος που άνθρωποι
Μαργωμένοι απ την τρέλα
Με λευκά σαντάλια
Και μπόλκες ντρίλινες
Τον κατοίκησαν προ αιώνων!

Χάνω τους ήχους
Και μου αντιγυρίζεις
Υγρό το σώμα της θάλασσας
Αν και ήξερες πόσο φοβάμαι
Τις χαλκόχρωμες του βυθού φυσαλίδες!

Είσαι το εκατόχρονο πλατάνι
Με τη νερομάνα στο πλάι
Ίσκιο δεν χόρτασα
Μόνο γουλιά - γουλιά ήπια
Το απόσταγμα του ήλιου
Κέρασμα πρώτο των φιλιών σου!

Εξαγνίζω των ματιών σου
Τη σκοτεινή λεπίδα
Εκείνη που σε λωρίδες
Έκοψε τη κόκκινη χλόη
Που μάρτυρες της λήθης την περπάτησαν!

Είσαι η φλαμουριά και το πεύκο
Που πάνω τους σκάλισαν
Με μαυριτάνικο στιλέτο
Ξόρκια και μαγγανείες
Ξεχασμένες
Δαίμονες που με σκληρότητα στο τέλος αποποιήθηκαν!

Σχηματίζω το σήμα της Νίκης
Ηττημένη ναυαρχίδα
Ανέμους στα στενά ναυτολογώ
Τραγουδώντας Θούριους
Που πεσόντες συνέγραψαν
Σε παλίμψηστο κιτάπι πειρατικό!

Είσαι το ασημένιο κουμπί
Στη κουμπότρυπα του πεθαμένου
Που ξέπλεκες κορασίδες
Τον ξαγρυπνούν
Με του γάμου τον στέφανο στα χέρια!

Κραδαίνω σφιχτά
Τον κομμένο φλοιό της ελάτης
Και βαθιά τα χνάρια μου περνώ
Στου ρετσινιού
Το πανάρχαιο κεχριμπάρι
Στίγμα διάστικτο σε στέρνο αυλακωτό!

Είσαι ο διακεκομμένος
Κελαηδισμός του κούκου
Στο πυκνόριζο δάσος
Την ώρα που η Άνοιξη
Νεκροφιλά με μύρα στα χείλη
Τα πέτρινα μέλη της ελαφίνας!

Τοξεύω την φωλιά
Του Αετού
Να προσαρτήσω
Το ακοίμητο βλέμμα
Έμβλημα να το βάλω
Σε εκστρατείας παντιέρα!

Είσαι το σήμαντρο
Στην πέτρινη κιβωτό μου
Ρυθμικά χτυπάς το σφυρί
Στου όρθρου τις ώρες
Μη διαβεί πετούμενο
Άγρυπνο τις συμπληγάδες μου!

Εφορμώ στο σκοτεινό σου σύμπαν
Σαν μετεωρίτης
Καίγοντας το μαύρο
Σιγκούνι της νύχτας
Που με αυτό πένθιμα ένδυσες
Ολοφυρόμενος
Την γύμνια του Έρωτα σου!

Είσαι η οπή
Στο πέταλο του αλόγου
Που σπινθήρες ίδρωσε
Κύκλιες ταλαντώσεις
Του μηδενός
Σε ταξίδι αναχωρητικό
Πλάι στα κοιμητήρια!

Πορεύομαι σε ξερή κοίτη
Ιστορικών ποταμών
Εκτοξεύοντας βότσαλα
Στις καμάρες των γεφυριών
Που τάφος έγιναν
Στα κορίτσια με το χαράκι στο μέτωπο!

Είσαι ο πολικός μου πλανήτης
Εκείνος που άνθρωποι
Μαργωμένοι απ την τρέλα
Με λευκά σαντάλια
Και μπόλκες ντρίλινες
Τον κατοίκησαν προ αιώνων!

Δημοσιεύτηκε στο διαδικτυακό περιοδικό λογοτεχνίας 
"Ποίηση και λογοτεχνία"http://poihsh-logotexnia.blogspot.gr/2013/10/blog-post_4237.html



Πέμπτη, 25 Ιουλίου 2013

απαλά αγγίζεις τη ταπετσαρία της φύσης



Απαλά αγγίζεις τη ταπετσαρία της φύσης
Φοβούμενη μη τυχόν πληγώσεις
Το πράσινο γόνατο της παπαρούνας
Και με δάκρυ πικρό μιάνεις του ελαφιού τη γούρνα
Μεθυσμένη σαν λυγαριά
Τρέχεις με τα μαλλιά λυτά
Καμακώνοντας με του κορμιού σου τους πόρους
Ξέφτια και σπόρους από το γούνινο γάντι της σιωπής
Που κρυφά ένα βράδυ σου χαρίστηκε
Σε μια ματιά σου μόνο
Περικλείεις όλο το μελάνι των ποιημάτων
Που ποτέ δεν θα γραφούν
Γιατί
Μικρά παιδιά ιδρώτα το ξόδεψαν στης αμπάριζας την αιχμαλωσία!

Άφωνη ψαύεις τη ταπετσαρία της φύσης
Προσέχοντας μη τυχόν και ξυπνήσεις
Τη θύμηση του Οδυσσέα
Στα καρδιόφυλλα της Κίρκης
Αφιονισμένη από τα αρώματα της μέντας
Λοιδορείς της αλαδανιάς τον ίσκιο
Που έσκισε στα δυο της μέλισσας το φτερό
Αργοσάλευτη σαν μέδουσα του Νότου
Αποσπάς το βλέμμα σου από την χάντρα του χαλαζία
Ακουμπώντας το στοργικά στην γαλάζια ποδιά της Νισύρου
Με ένα νεύμα σου μόνο
Ακινητοποιούνται οι πύρινες λάβες των ηφαιστείων
Μπροστά στη πόρτα του Έρωτα
Γιατί
Ξανθά χερουβείμ σου φύλαξαν σε βίγλας πέρασμα το κλειδί της Αθανασίας!

Άφωνη ψαύεις τη ταπετσαρία της φύσης
Νυχοπατώντας μη τυχόν και πονέσει
Το όνειρο της μικροπαντρεμένης και εφιάλτης γίνει
Σε ουρανού σκαλοπάτι
Αέρινη σαν του Μαΐστρου τη φτερούγα φεύγεις
Της κρύας βρύσης μη στερέψεις το στέρνο
Και μείνει άδροσος ο κάμπος με τα αγέννητα πουλάρια
Σμίγεις ποθούμενη
Με των βουνών την αρσενική φορεσιά
Και απαρχής του κόσμου
Κυοφορείς δις την Αμαρτία των μοιχαλίδων
Με ένα λόγο σου μόνο
Διαλύονται τα στρατεύματα στα πεδία των μαχών
Κι ο στρατηλάτης αποσκιρτά
Γιατί
Το ένδοξο φως θριαμβεύει ξανά στα πένθιμα μαντήλια των μανάδων!



Τρίτη, 23 Ιουλίου 2013

θαμπά προβάλλεις μέσα από τον υαλοπίνακα της ψυχής μου




Όταν χορεύει ο πουνέντες στα νησιά των Μακάρων
Επικάθεσαι σαν πάχνη πρωινή
Πάνω στον υαλοπίνακα της ψυχής μου
Κάνω να σε παραμερίσω
Μα διχαλωτά υφαρπάζει την εικόνα μου
Της μορφής σου το κερματισμένο καλειδοσκόπιο
Κάνω να σταθώ στα πόδια μου
Δοκώ να αναρριχηθώ στον αέρα
Την απειροελάχιστη ουσία σου να εισπνεύσω
Μα ανήμπορη μετέρχομαι σε αργιλώδη τάφρο να βυθιστώ
Δεν ορίζομαι, δεν υπάρχω
Σκιαμαχώ σαν πλανεμένος ναυαγός
Μόνος να περιεργάζομαι τον ύφαλο που προσάραξες
Σκορπίζομαι άναρχα σε σωματίδια υπέρυθρα
Συνωμοτώντας με της Γαίας τον ομφάλιο λώρο
Να σε οδηγήσω πισθάγκωνα δεμένο σε ιερατείο φλεγόμενο
Κοσμήτορας να γίνεις στο παρακλάδι της Αίρεσης μου!

Όταν βοούν οι ζέφυροι στα άσκεπα Κυκλαδονήσια
Εφορμάς σαν λαίλαπα βρυχώμενη
Πάνω στου Κεράτιου κόλπου τα κύματα που διαμένω
Ζητώντας δόλια με φίλτρα μαγικά
Να κανοναρχήσεις τη ροή της σκέψης μου
Κάτοικος εσύ του θανάτου και της εμπλοκής
Άλυσους τραβάς να με εγκλωβίσεις
Στο βυθισμένο βασίλειο σου που αναφλέγεται
Δεν ορίζομαι, δεν υπάρχω
Απέρχομαι της πλάνης σου πεισματικά
Υψώνοντας λευκή σημαία μεσίστια
Απέναντι στους παραχαράκτες και τους ακολούθους
Που σαν ουραγός του σκότους συγκέντρωσες κοντά σου
Θαμπά προβάλλεις μέσα από τον υαλοπίνακα της ψυχή μου
Εγκαθιδρύοντας στο σώμα μου
Μικρές κυψελίδες που φέρουν εγχάρακτο το όνομα σου!

Όταν σοβούν οι δυτικοί άνεμοι ταπεινωμένοι
Στα ακρόθυρα της μαργωμένης μου καρδιάς
Εμφανίζεσαι σε άρμα πύρινο ζωσμένος με βέλη
Να αφανίσεις ολοκληρωτικά το σκάφανδρο μου
Δεν ορίζομαι, δεν υπάρχω
Δρομολογώ απλά τις συνιστώσες της μοίρα μου
Παλινωδώντας σε νέες ενοράσεις
- Κρυφές απολήξεις του μηδενός στο κοσμικό μου σύμπαν -
Θεατής εσύ των στιγμών που διεγείρονται
Εναγώνια σταθμίζεις τα περιθώρια της ζωής μου
Μην αφήνοντας χώρο να κρύψω το εξαχνούμενο κέλυφος
Όστρακα φοράς στο λαιμό και με γητεύεις
Τα ρούχα σου κατάστικτα στο αίμα
Προδίδουν το ακάνθινο στέμμα του Έρωτα
Αφήνεσαι στων χεριών μου τη δίψα άοπλος
Να επιτελέσεις αγόγγυστα των χρησμών την τελική πράξη!

Δημοσιεύτηκε στην διαδικτυακή σελίδα ποίησης
"Ποίηση στην εποχή της εκποίησης"
http://ekpoiisi.blogspot.gr/2013/08/blog-post_26.html
και μεταδόθηκε από τον ραδιοφωνικό δίαυλο επικοινωνία 94.00 fm του Δήμου Ηρακλείου Αττικής
http://www.94fm.gr/ στην εκπομπή "ποίηση στην εποχή της εκποίησης"


Κυριακή, 21 Ιουλίου 2013

προσμετράς τη σκιά σου πάνω σε διπλωμένο χαρτί



Έχεις δει ποτέ πύργο πέτρινο
Να καταρρέει
Σαν χάρτινο κατασκεύασμα
Να του απομένουν
Μόνο τα θεμέλια άθικτα
Έτσι σαν την σαύρα
Που από το σώμα της
Αποκόβουν την ουρά
Παιδιά με βέργα λεπτή σημύδας στο χέρι
Ορυμαγδός ερειπίων
Σύνθλιψη οραμάτων 
Να σταθεί εκεί ο μικρός πάροικος
Να κλάψει
Το απολεσθέν της τιμής του ένδυμα!

Έχεις δαμάσει ποτέ τη σκιά σου
Που διαγράφεται ακέραια
Πάνω σε διπλωμένο χαρτί τετραδίου
Σαν κόσμημα διπλοσκαλιστό
Μαστορικά φτιαγμένο
Από τους τεχνίτες
Της φαιάς αραχνιασμένης κοσμηματοθήκης
Που σε γάμου χαρά
Δεν γύρεψαν στολίδι
Να προσφέρουν στα προικώα μάτια
Πλουμίδι σε αλόγου χάμουρα
Να καρφιτσώσουν επιδεικτικά
Ώσπου η ομήγυρης στο τέλος
Με άνθη να ράνει περίχαρη τη δοτικότητα τους
Προσμετράς την σκιά σου
Σε ευθεία γραμμή
Δίδοντας αίμα στο πλήθος από την κρυφή αορτή
Ενός σπουργιτιού που στάθηκε να κελαηδήσει προς στιγμή στο πέτο σου!

Έχεις δει ποτέ σκοτάδι
Να αναμετριέται
Με το πρώτο ξάφνιασμα της αμφιλύκης
Και να μετουσιώνεται ευλαβικά
Σε πικρογέλιο πάνω σε χείλη αφίλητα
Προσμετράς τις λέξεις
Του απαγορευμένου
Συλλέγοντας διαμάντια πρωινής δροσιάς
Από τον ύπερο των γιασεμιών
Ήχος σήμαντρου μακρινού
Σε διαπερνά
Αναποφάσιστος στέκεις
Σε κήπου πηγάδι μυστικό
Σκιτσάροντας αχειροποίητα όνειρα
Στου νερού τις διακτινώσεις
Διαβάτης δεν περνά
Η ομήγυρις σκόρπισε
Μόνο το σήμαντρο σημαίνει ακόμα
Κονιορτοποιείς τότε ένα φύλλωμα φτελιάς
Σκορπώντας το σαν λάγγεμα στις κοίλες όχθες του αποξηραμένου ποταμού!



Σάββατο, 20 Ιουλίου 2013

η ηχώ των δρόμων ( πριν η σκέψη αναρριχηθεί)




Η περικοκλάδα τύλιγε τους τοίχους
Με θηλυκά χέρια
Μεταφέροντας ψηλά στα παράθυρα
Την ηχώ των δρόμων
Κουρασμένοι μονότονοι ήχοι
Ξεκλείδωναν της ανάμνησης
Το σκεβρωμένο σαρκίο
- Ομηρία διάττοντα σε σκαιό σύμπαν -
Δεν μιλούσες... μονάχα
Ψηλάφιζες την υγρασία
Στις ρωγμές της ασφάλτου
Πουθενά δεν έβρισκες
Το απόκομμα από το εισιτήριο που έσκισες
Κι ήταν η παράσταση αφιερωμένη σε εσένα απόψε!

Η γλυτσίνια αναρριχώνταν
Στην μαρμαροκονία του μπαλκονιού
Με ριζώματα αγκαλιές
Εμποτίζοντας τη μοναξιά
Με τις αιθέριες προσωπίδες
Των μοναχικών θεοτήτων
Ούρλιαζε το πέτρινο στόμιο της κρήνης
Προσευχές και εδάφια
Από την συνοικία των Ερώτων
Έπαιρνες νερό
Ξεδιψούσες το αμετάβλητο όνειρο σου
Πειθαναγκάζοντας το σώμα σου
Να δεχτεί μετανιωμένο
Τον οβολό της αμαρτίας
Που ένα παιδί ακούμπησε τρεμάμενο στο αγιοκέρι της μνήμης!

Το αγιόκλημα σκαρφάλωνε
Στο πέτρινο περβάζι της εξώπορτας
Με γλωσσίτσες εύοσμες
Σε αποκοίμιζε
Ζάλη νυχτερινή
Ίλιγγος του ανέφικτου
Ανυπόγραφο λάγνο ποίημα
Που ποτέ δεν απήγγειλες
Όσο κι αν το κοινό
Χειροκροτώντας σε επευφημούσε
Να το επιχειρήσεις
Ανυπόγραφο λάγνο ποίημα
Βαπτισμένο στην Άγια κολυμπήθρα των δρόμων
Ντύθηκες τον μεταλλικό ήχο των αμαξωμάτων
Ήταν Αύγουστος και στα σιταροχώραφα της Θήβας εξέπνεε η ζωή σου!



Τρίτη, 16 Ιουλίου 2013

σαλπάραμε με σκαρί αρχαϊκό



Σαλπάραμε με σκαρί αρχαϊκό
Καλά δουλεμένο
Σε χαρτιού αλύγιστο σώμα
Μετάνιωσα...
Είχα πει:
Εκεί να καθαρογράψω
Τους στίχους μου
Μη φουρκιστεί ο αλιέας του Αυγούστου
Και τους σβήσει
Με το σφουγγάρι του
Είχα πει:
Εκεί να αγκιστρώσω
Τους στίχους μου - πένητας να γυρίζω τους μοχλούς -
Πριν αποτυπωθούν και μείνουν
Στο εργαστήριο της μνήμης άθικτοι και απέθαντοι!

Τρικυμίες και πειρατές τσάκισαν
Το μυθικό σκαρί μας
Κι έμεινε το χαρτί
Να πλέει ασυντρόφευτο
Σε ωκεανού γαλαζωπή δίνη
- Αρχαία Σκουριά σε πλάτη καρχαρία -
Πέθαναν οι στίχοι μου
Τρυγημένοι απ' την αρμύρα
Τη λήθη και την απληστία της χοάνης
Κι εγώ ναυαγός του απέραντου
Κουνώ μαντήλι
Στους γλάρους και τα χελιδονόψαρα
Που διάπλατα άνοιξαν μεμιάς
Την κερκόπορτα του κύματος
Αήττητα να διαβούν
Και να "πατήσουν"
Τη βυθισμένη πολιτεία των στίχων
Κρώζοντας "εάλω η πόλις"
Χωρίς τα πύρινα ξίφη του λόγου να καμφθούν στη μάχη!

Τώρα μετρώ τα διάκενα των κοχυλιών
Και ξεσπορίζω αμίλητη
Τα αλφαβητάρια
Των μεγάλων μπάρκων
Που ποτέ δεν μπόρεσα να κάνω
Ασάλευτη πλανιέμαι
Στην καψαλισμένη ουρά
Της Μεγάλης Άρκτου
Φλόγες με ζώνουν πυρές
Ανάσες με διεμβολίζουν απρόκλητες
Ζω κι αναπνέω στον πάταγο της τρέλας
Αποσυμφορούμαι από τη μέγγενη
Του χάους στρέφοντας αλλού τα μάτια
Ένας λίθινος άγγελος
Καταγράφει σε πλάκες αργίλου
Απαγορευμένες ρήσεις
Από το βιβλίο των παθών
Νόστο ζητώ, γη ασπαίρουσα
Και απομένω ακίνητη
Να ψαλιδίζω τα φτερά που προεξέχουν
Απ' τον ώμο της Ακέφαλης Νίκης της Σαμοθράκης!



Κυριακή, 14 Ιουλίου 2013

επονείδιστα σχηματίζω το παζλ της μορφής σου



Κατακερματισμένος είσαι
Με τα κύτταρα σου
Να διαγράφουν πορεία άτακτη
Σε μια μάχη που τελεσφόρησε
Με νικητή τον άρπαγα έρωτα σου
Πολεοδομείς νέες χαράξεις
Στον φευγαλέο ιστό του κόσμου
Κι ανασκιρτάς απόμακρος
Ζητώντας να σχεδιάσεις εξαρχής
Το πρώτο φύλλο στο τυπογραφείο της σιγής!

Αναταράξεις και κωδωνοκρουσίες
Διαταράσσουν τον άβατο χώρο
Της επηρμένης σου φύσης
Δεν σε μισώ
Δεν σε αγαπώ
Απλά νιώθω την ανάγκη σου
Ανάγκη που με συνθλίβει
Και με κάνει να πλαγιοδρομώ
Στην ακτογραμμή με τα νεκρά καβούρια
Δεν σε μισώ
Δεν σε αγαπώ
Πληρώνω για σένα μονάχα μια ληγμένη επιταγή!

Επονείδιστα σχηματίζω
Το παζλ της μορφής σου
Πολλά τα κενά
Και η τελευταία χαμένη κάρτα
Σηματοδοτεί τη λευκότητα των νεφών
Ίπταμαι στο αξεδιάλυτο μυστήριο
Των οριογραμμών σου
Τίποτα πιο επώδυνο
Να σε αντικρίζω
Σαν σκισμένη παντιέρα
Σε χέρια αλλοφύλων
Πως να εισέλθω στα πελάγη των ομματιών σου
Χωρίς να σπιρουνίσω τον άνεμο που σε διασκόρπισε;
Τελετουργικό θυσίας προσφέρω ικετευτικά
Σε ένα έντομο που προσάραξε στης κόρης σου την άλω!

Ένα φύσημα του μπάτη
Γεμίζει τους κουρασμένους
Ασκούς της ζωής μου
Δυνατή βγαίνω στο τρίστρατο των αρχαγγέλων
Κόβω φτερά
Μαζεύω ζεστό χνούδι
Κλέβω την αγιοσύνη της ύστατης ώρας
Και μεταναστεύω στην χώρα σου
Αθάνατο και συμπαγή να σε ανακηρύξω
Τώρα έχεις φτερά για να πετάξεις
Και ζεστή φωλιά για να αναπαυτείς
Εκείνο που μένει είναι:
Να μεταγγίσω στο σώμα σου
Την λάβα που με οδήγησε στους δρόμους της χαρμολύπης
Δική σου να σταθώ
Δική σου να ποθήσω
Δική σου να ανθίσω σαν εαρινή γλυτσίνια
Και στο κατάρτι σου το μεσαίο ερωτικά να αναρριχηθώ!


Κυριακή, 7 Ιουλίου 2013

πάνω στα κύματα ξαγρυπνά για μένα η κόρη της θάλασσας



Πάνω στα κύματα ξαγρυπνά για μένα η κόρη της θάλασσας
Έχει ακτινωτά μάτια χείλη βυσινιά
Κι είναι από παντού
Ζωσμένη με γιρλάντες που έδρεψε από το βυθό
Τον καιρό εκείνο που ναυάγησαν τα τελευταία πλοία των Αχαιών
Με τις λυσίκομες προτομές στα όκια
Κόρη Θαλασσινή
Ξοδεύεσαι σε παραμυθένια σκηνικά με γελαστές προσωπίδες
Έχεις το μπόι του ανέμου όταν καβατζάρει τις πύλες του ήλιου
Ή του φεγγαριού το πορφυρό παραθύρι
Εξακοντίζεις στου πελάγου το φρούριο
Σερπαντίνες του αφρού και τις λοξές σειρήνες του Οδυσσέα
Πελαγινή Θεά και Μακρινή Παρουσία
Λατρεύεσαι από τα μικρά χαμίνια με τη ξεφούσκωτη βάρκα
Διανύεις μίλια εκατό για να συντροφεύσεις
Με τη γλυκολάλητη γλώσσα σου τον πανάρχαιο καημό της λυγμικής γοργόνας!

Πάνω στα κύματα ξαγρυπνά για μένα η κόρη της θάλασσας
Παίρνει κλωστές από το φουστάνι του αχινού
Να πλέξει το υφαντό μοιρολόι των μεγάλων νόστων
Εξόριστη ζει με μόνο αδέρφι ένα ταξιδιάρικο σύννεφο...
Κόρη Θαλασσινή
Τις νύχτες καταποντίζεσαι στις απόρθητες πέτρες μολυβένιων νησίδων
Σπαταλιέσαι σε κασέλες με αμύθητους θησαυρούς
Χωρίς να αναμένεις πληρωμή καμία
Των ψαράδων αποζητάς να σφουγγίξεις τον κρύο ιδρώτα
Μαντίλι αλαργινό
Μοχθείς να βρεθείς κοντά στα άσπρα ξωκλήσια των προφητών
Και αγίασμα να προσφέρεις το αίμα σου
Στα ταπεινά τους εικονοστάσια και στους χρυσοποίκιλτους χιτώνες τους
Να ευλογηθεί από γενειοφόρους δράκους το ιστορικό σκαρί της Αργούς
Και συστολικά να πλεύσει στων Εσπερίδων το παλαιικό κήπο
Πελαγινή Θεά Τοπάζι κυανό της Ουτοπίας
Θα έρθω να σε συναντήσω
Μόνο να ξέρεις πως μόλις βγήκα από μεταξιού κουκούλι
Κι απαγορεύεται σε βούρκο λιμνίσιο να πέσω!

Όταν αλαργεύει ο νους παραδαρμένος σε πελάγου πεζούλι 
Σπάει στα δυο το σταμνί με το αμίλητο νερό στη πίσω αυλή του Ιούλη!