Τρίτη, 24 Ιουνίου 2014

ο τόπος μας



Οι δρόμοι μας είχαν φραγκοσυκιές στα άκρα
Σειρές πολλές κατάφορτες με άνθη κίτρινα
Και μαραμένους καρπούς σε χρώματα ψυχρά
Δείλιαζαν τα χέρια μας να τις αγγίξουν
Πλήθαιναν κι ογκώνονταν τα ριζώματα τους
Ξέφευγαν κι απλώνονταν παντού σαν κόνδυλοι
Αιμορραγούσε η γη στο διάβα τους
Και το μάτι μας γίνονταν κόκκινο σαν το μάτι της αγρύπνιας
Τρυπούσαν τα αγκάθια τους το στέρνο της γης
Τρυπούσαν και τα πληθωρικά όνειρά μας
Κατέβαινε η μάνα μας την σκάλα και μας ψηλάφιζε
Ο φόβος της ένας: μην ξεχάσουμε ανοιχτή την πληγή
Και δραπετεύσουν οι λογισμοί κι οι καλές μοίρες της φασκιάς μας!

Οι κήποι μας είχαν πορτοκαλόδεντρα και νεραντζιές
Πλούμιζαν τον Απρίλη με ευωδιές κι άνθη
Κατεβαίναμε τους όχτους και τραβούσαμε στον ποταμό
Μαγεμένοι απ' τα αρώματα να ξεπλυθούμε
Να γαληνέψει και να πραΰνει το άστρο της ψυχής
Μη και διακτινιστούμε και χαθούμε σε σχηματισμούς τυφλούς
Έρχονταν οι κυράδες με τα φλογάτα μαντήλια
Μας μάλωναν και μας νουθετούσαν
Έρχονταν κι οι μικραγγέλοι και μας φώναζαν
Κρύβοντας στις φτερούγες τους τις εντολές
Κι εμείς ελεύθεροι παίρναμε χαλικάκια και μικρά όστρακα
Περιφράζαμε τα δέντρα στήναμε αιώρες αυτοσχέδιες
Συνομιλώντας με τις καλές νεράιδες των ρυακιών
Έτσι κατακτούσαμε έναν πόντο γης που οι μεγάλοι απαρνιόνταν
Κι είχαμε φως κι είχαμε μάνες γελαστές στις αυλές μας
Κι έναν μεγάλο προορισμό: να πιάσουμε την ανέμη
Και να υφάνουμε με σαΐτα αργυρή τον πρώτο της ζωής μας ανάπαιστο!

Ο τόπος μας ήταν περίκλειστος από ασημένια λιόδεντρα
Κούρντιζε στις λόγχες τους ο ήλιος την άρπα του
Και σθεναρά μας πολιορκούσε τα μεσημέρια
Χιλιάδες χρώματα χιλιάδες ήχοι πλάγιαζαν μαζί μας
Κάτω από την πλούσια κρεβατίνα γλυκαίνοντας τον ύπνο μας
Βγαίναμε στους αγρούς το απόγευμα με μικρά σπιρτόκουτα
Να φυλακίσουμε θέλαμε εκεί του καλοκαιριού τον μόχθο
Τζιτζίκια και χρυσόμυγες και μικρές πεταλίδες
Σαν να ήταν η τσέπη μας κομμάτι του παραδείσου
Και η παιδική μας καρδιά ένα μεγάλο ελικοδρόμιο
Ανεβαίναμε τ' αψήλου  χανόμασταν στα ακροκέραμα τ' ουρανού
Μαζεύαμε πόντο πόντο των νεφών τα ασημένια σήμαντρα
Κουδούνιζαν οι γειτονιές αχνογελούσαν οι γερόντοι στους καφενέδες
Και έπιναν τον καφέ τους παρέα με τις χαρτορίχτρες
Η χαρτωσιά έδειχνε πάντα την ζωή την αγάπη και τον έρωτα
Κι εμείς χορταίναμε την πείνα μας με τα χαμόγελα της Αφροδίτης
Κρυφοί αναστεναγμοί κρυφά συναπαντήματα στα υποστατικά μας
Κι απορούσαμε πως και δεν νοιώθαμε το βάρος της αδικίας
Που είχε χτυπήσει τις πόρτες των πατεράδων μας
Είχαμε το κλειδί αυτό που μας άνοιγε τις καστρόπορτες των βουνών
Κι εκεί πλάι στις πολεμίστρες γεμίζαμε με μπαρουτόσκονη τα μεγάλα κανόνια
Έτσι που ξάφνου ανάβρυζε το λάδι στα κιούπια μας και πλήθαιναν ξανά τα αγαθά μας!

Στα σύνορά μας ενδημούσαν τα δροσάτα αμπέλια μας
Δύναμη αντλούσαμε απ' τους γλυκούς χυμούς τους
Κεχριμπάρια στολίδια φτιάχναμε με τους καρπούς τους
Στρώναμε λινά αεράτα τραπεζομάντηλα στα τραπέζια μας
Και ακουμπούσαμε τα πανέρια σεβαστικά
Έρχονταν τα σπουργίτια κι οι σπίνοι και τσιμπολογούσαν
Σφίγγονταν η καρδιά μας απ' την χαρά και την μέθη
Και στήναμε διπλούς χορούς δίπλα στα αναμμένα ρακοκάζανα
Μοσχοβολούσαν οι αυλές μας νωπό ασβέστη πάστρα γιασεμί κι αγιόκλημα
Τα απογεύματα τραβούσαμε για τα ξωκκλήσια την μετάληψη να ετοιμάσουμε
Να γευτεί ο κόσμος όλος της σάρκας μας και του αίματος μας την ευλογία
Χαμογελούσαν οι θλιμμένες Παναγίες και μας χάριζαν μικρά φωτοστέφανα
Κι εμείς πλανεμένοι τριγυρνούσαμε στα σοκάκια
Της δικής μας Εδέμ σαν νέοι μάρτυρες
Έτσι γνωρίσαμε τον Θεό την ανοικτή αγκάλη και τον θάνατο
Αλλά εκείνο που μάθαμε πιο καλά ήταν το νυκτερινό τραγούδι των γρύλων
Πάνω στους ρυθμούς τους συνθέταμε τα δικά μας λιανοτράγουδα
Τα γράφαμε σε μικρά χαρτιά τα κλείναμε στα σεντούκια μας
Κι όταν έρχονταν οι γιορτές τα τραγουδούσαμε στις πλατείες
Κι ομόρφαιναν τα πλακόστρωτα κι άστραφταν οι γειτονιές
Κι ο κόσμος γίνονταν μαγικός σαν την σάρκα του ροδιού
Ήταν τότε που στο ρολόι του καμπαναριού σήμαινε η μεγάλη ώρα
Η ώρα των ποιητών με τις παιδικές καρδιές!


Συμμετέχει στο δρώμενο " Η στιγμή σου σ' ένα ποίημα" της  Μαρίας Νι
όπου θα απολαύσουμε πολλές και σημαντικές φωνές