Αποδιωγμένο ήσουνα
πουλί σ' έρημη στράτα
πετούσες μες στις ξόβεργες
και σου 'λεγα σταμάτα
Είχες πολύχρωμα φτερά
κι ακονισμένα νύχια
κι όποιον στο δρόμο έβλεπες
του έσκιζες τα στήθια
Γιατί ήσουν άνεμος αψύς
που η πυρκαγιά τον σπρώχνει
σε μέρη που δεν έχει φως
κι όλη η ζωή σε διώχνει
Κοντά σου δεν με άφηνες
να 'ρθω να σου μιλήσω
τον έρωτα μου να σου πω
και να στον τραγουδήσω
Έμεινα να σε καρτερώ
χωρίς καμιά ελπίδα
και πετραδάκια να πετώ
στη λυγερή σημύδα
Γιατί ήσουν άνεμος αψύς
που η πυρκαγιά τον σπρώχνει
σε μέρη που δεν έχει φως
κι όλη η ζωή σε διώχνει.