Πέμπτη, 2 Δεκεμβρίου 2010

σουρεαλιστικά δρώμενα


"γωνιομετρώ τις εγκάρσιες φλέβες σου
εκεί που ζεις με ένα άλικο λουλούδι στα χείλη" 



Έκλεισες τη ζωή σου
Σε ένα σπίτι δίπλα
Στην αρχαϊκή πλατεία
Λιτός ο χώρος
Ρυτιδωμένος
Από τα γκρίζες ριπές
Της ύστερης καταιγίδας
Ο καστανάς σαν ευέλικτος
Ζογκλέρ
Έστελνε τις φρεσκοψημένες
Ψίχες του
Στα νεαρά ζευγάρια
Με τους ιώδεις
Χαρταετούς
Τα παιδιά απουσίαζαν
Στις σπονδυλωτές ζωγραφιές
Του δάσους
Οι μανάδες έτριβαν
Με χαρά τις φιλικές
Παλάμες τους
Ανυπομονούσαν
Σήμερα δεν πέρασε
Ο ταχυδρόμος
Τα γράμματα αποξεχάστηκαν
Στο πηγάδι του άφωνου
Επταπύργιου
Δίπλα στο περίπτερο
Το τρενάκι συλλάβιζε
Τους τριγμούς
Της απέθαντης άρπας
Είχε ένα κόκκινο κουμπί
Και μια κερματοθήκη
Διχασμένης απουσίας
Σώπαινε
Δυο σταγόνες ιδρώτα
Στις ρόδες του
Και μια ανάμνηση
Μακρινής εξοχής
Στον σκυρόδετο
Ανεμοδείχτη της
Ενόρασης
Κλείδωνε η ζωή
Την βουλιαγμένη
Σιωπή της
Στο ξαναμμένο
Παγκάκι με τη γκρι
Ομπρέλα

Έκλεισες τη ζωή σου
Σε ένα σπίτι δίπλα 
Στην αρχαϊκή πλατεία
Αβρός ο χώρος
Λεπτοδεμένος 
Σαν τη μικρή φλέβα
Της ανήσυχης 
Θυγατέρας 
Που καθέλκυε τους
Μανδύες του
Απογεύματος   
Το άγαλμα χρέωνε
Στους θλιβερούς 
Περιπατητές
Την αισιοδοξία 
Της πράσινης γρίλιας 
Ζητούσε το αντίτιμο
Της γλυκόριζας 
Χωρίς να ματώσει 
Τη μουσκεμένη του 
Κνήμη 
Πονούσε ο έρωτας
Καμπάνες ακούστηκαν
Από τα οδοφράγματα 
Της πολιτείας 
Το κωδωνοστάσιο 
Αποχαιρετούσε τη σκόνη
Του ορίζοντα
Μέσα από την έλξη της 
Μεσιανής Πέτρας
Το μάρμαρο 
Σιγμοειδείς ποταμός
Χάραζε αγγελικά 
Αρχικά πάνω στην μετόπη του

Έκλεισες τη ζωή σου
Σε ένα σπίτι δίπλα 
Στην αρχαϊκή πλατεία
Ζεστός ο χώρος 
Ασκητικός 
Ο εφιάλτης του 
Ονείρου ανέβαζε 
Στις σπασμένες χορδές του
Το είδωλο του ακροβάτη 
Πλακόστρωτος 
Ο πόνος του παγοπώλη 
Έφερνε στα μάτια 
Πλάγιους ολοφυρμούς   
Σκοτείνιαζε στις άκρες
Της καλοσυνάτης 
Χειρονομίας 
Στο παλτό σου 
Έλειπε το δεύτερο κουμπί 
Αέρας κρύος 
Διαπερνούσε τα εφτά 
Χρώματα του Μάγου 
Βιαζόσουν 
Τύλιξες εγκάρσια 
Την εφημερίδα σου 
Έτσι για να απασχολήσεις 
Τα μουδιασμένα δάκτυλα σου 
Το σπίτι σου 
Φθαρμένο πορτραίτο 
Της δικής σου σταύρωσης 
Σε καλωσόρισε 
Στα παντζούρια 
Και στο πλατύσκαλο
Είχαν στήσει φωλιές 
Τα ασπρόρουχα της θάλασσας 
Τα ανάδεψες με τον αντίχειρα 
Κι απόκρυφα τράβηξες 
Το μάνταλο της πόρτας 
Στο όνειρο σου ήρθε 
Η μορφή του αδέσποτου 
Σκύλου με το σπασμένο 
Πόδι 
Βγήκες στην πλατεία 
Όλοι είχαν φύγει 
Μόνο το άγαλμα 
Σφύριζε μπαλάντες 
Της βροχής 
Στο γκρίζο ίσο  
Της ομπρέλας 
Την άνοιξες 
Κι άρχισες να πετάς 
Στην ισορροπία
Του ικριώματος 
Κανείς δεν σε αναζήτησε 
Για τα επόμενα 
Τριάντα χρόνια

αφιερωμένο στην Φαραώνα