Παρασκευή, 11 Οκτωβρίου 2013

Άνοιξε το παράθυρο



Άνοιξε το παράθυρο να μπει κλεφτά
Το φως του φεγγαριού
Με τις αχτίδες του να ρυτιδώσει
Και να απασφαλίσει
Τα σκαλιστά μπαούλα της ματαιοδοξίας
(Αραδιασμένα άτακτα στην σκοτεινή σου κάμαρα)
Συσσώρευσες θησαυρούς αμύθητους
Τη φύση παρενοχλώντας αβίαστα
Πετράδια πολύτιμα ράβδους υπερβολής
Κι εκείνα τα μαργαριτάρια του Steinbeck
Που δεν εκτιμήθηκαν ποτέ ανάλογα
Συσσώρευσες θησαυρούς αμύθητους
Πριονίζοντας κάθε εσπέρα
Κεφαλές κούρων
Περικνημίδες αμαζόνων
Κράνη και ασπίδες πολεμιστών

Συσσώρευσες του Μίδα τους θησαυρούς
Αποσπώντας ευαγγέλια λατρείας
Από λειψανοθήκες σφραγισμένες
Συνθλίβοντας τα ασπρισμένα απ' το χρόνο
Οστά των Μαρτύρων
Ζηλωτής εσύ του σκότους
Με τις φαιές φλόγες των καμίνων αναμετριέσαι
Και τα ηδονικά σεντόνια των κλινών
Που ζεύγη θεοτήτων τα κατέχουν αρπάζεις
Ήσουν αρχαιοκάπηλος πριν ακόμα
Εμφανιστούν πάνω στη γη τα αγάλματα κι οι προτομές

Άνοιξε το παράθυρο να μπει κλεφτά
Το φως του ήλιου
Με δοκούς χρυσούς να υπερπηδήσει
Τα περιστύλια που ύψωσες να μην σε φτάνω
Τείχη σε κλείνουν
Φυλακές χωρίς θύρες σε κρατούν
Πύργοι με μονόφθαλμες πολεμίστρες
Σε σημαδεύουν με βέλη και οβίδες φαρμακερές
Συσσώρευσες το βάθος του ανεκπλήρωτου
Και χάθηκες στων απόντων τη χώρα
Άυπνος
Μόνος
Νεφοσκεπής κι άκληρος
Περιφέρεσαι σαν αγρίμι σε κρυψώνες αιλουροειδών
Θηρευτής και θύμα ταυτόχρονα

Τράβηξες τις ρίζες απ' της ακτής τα αρμυρίκια
Και χωρίς σανίδα σε θάλασσες θολές χάνεσαι
Από την γλώσσα αποκόβεσαι των γλάρων
Από των ψαράδων το βελόνιασμα απέχεις
Των μανάδων τη κρυφή προσευχή ξεχνάς
Μαύρος καβαλάρης εσύ τ' αψήλου τραβάς
Και στο φρύδι των γκρεμών χαρακωτό αφήνεις σημάδι
Άδραξες στάλα τη στάλα με τα στιλέτα των ματιών σου
Την μάνητα του κεραυνού
Του στρύχνου την πικράδα
Το δηλητήριο του άρρωστου σκορπιού
Να με λαβώσεις στην καρδιά για μια ακόμα φορά